ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 09 — ΤΑ ΜΥΡΙΟΧΑΡΙΤΑ
Η Μαρία πέρασε από την αγορά και ψώνισε τα υλικά που χρειάζονταν για να μαγειρέψουν μαζί με τον παππού Λουκιανό ένα παραδοσιακό φαγητό που άρεσε πολύ στην ίδια και στα δύο αγόρια. Καθ’ οδόν προς το σπίτι του, έκανε μια στάση στο σπίτι της συμμαθήτριάς της Κασσάνδρας, για να της δώσει κάποιες σχολικές σημειώσεις που είχε κρατήσει για εκείνη, που έλειπε τις τελευταίες δύο ημέρες από το σχολείο, γιατί είχε μείνει στο σπίτι να φροντίσει την άρρωστη μητέρα της.
Κατά τις τέσσερις και μισή έφτασε στο σπίτι του γέροντα. Μπήκε μέσα από την πλαϊνή είσοδο, όσο πιο ήσυχα μπορούσε. Τακτοποίησε τα ψώνια στο ψυγείο και στα ντουλάπια και μετά πήγε στο υπνοδωμάτιο του Λεύκιου. Πήρε μια καρέκλα και κάθισε κοντά στο παράθυρο.
— Η ώρα είναι πέντε. Παραμύθι θ’ αρχινίσει, αντήχησε πρόσχαρη η φωνή της από τη μια άκρη του σπιτιού μέχρι την άλλη.
Όπως έκαναν κάθε μέρα από τότε που είχε επιστρέψει ο Λεύκιος, έτσι και εκείνη τη μέρα η Μαρία θα τους διηγούνταν μια ιστορία από το Βιβλίο των Αρετών και στη συνέχεια θα τη σχολίαζαν μεταξύ τους.
Ο Λεύκιος τελείωσε την κατ’ οίκον φυσιοθεραπεία κι επέστρεψε στο υπνοδωμάτιό του. Η Μαρία έφτιαξε το μαξιλάρι του, για να είναι όσο το δυνατόν πιο άνετο για εκείνον, και του έδωσε τις βιταμίνες του κι ένα ποτήρι νερό. Μετά επέστρεψε στη θέση της, πήρε στα χέρια της το Βιβλίο των Αρετών και άρχισε να το φυλλομετράει.
Στάθηκε στη σελίδα που περιλάμβανε τα ονόματα των Αρετών κι έμεινε να τα μελετά. Όπως κάθε φορά, στο μυαλό της ήρθε η ίδια επιθυμία: «Θέλω να τις ενδυναμώσω».
«Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Σεβασμός, Ελευθερία, Υγεία, Αγάπη, Στοργή, Ελπίδα, Τιμιότητα, Ειλικρίνεια, Πίστη,
Σοφία,
Μετριοφροσύνη,
Εκτίμηση,
Σύνεση,
Φρόνηση,
Ταπεινοφροσύνη,
Αξιοπρέπεια,
Διορατικότητα,
Σεμνότητα,
Ευγνωμοσύνη,
Πρόνοια,
Αφοσίωση, Θέληση, Πειθαρχία, Αποφασιστικότητα,
Εργατικότητα, Υπευθυνότητα, Ψυχραιμία, Μάθηση,
Μελέτη,
Εξάσκηση,
Ευρηματικότητα,
Δημιουργικότητα,
Οικονομία,
Άθληση,
Εξυπνάδα,
Ευγένεια,
Κατανόηση, Καλοσύνη, Συμπόνια, Φιλευσπλαχνία,
Φιλανθρωπία,
Γενναιοδωρία,
Γενναιότητα,
Θάρρος,
Φιλία,
Τόλμη,
Φιλοπατρία,
Αγωνιστικότητα,
Συνεργασία, Επικοινωνία, Πειθώ, Εχεμύθεια, Αλληλεγγύη,
Μεταμέλεια, Συγχώρηση, Βελτίωση, Πρόοδος, Επιτυχία,
Ευημερία, Αξιοσύνη, Ψυχαγωγία, Χαρά, Ευφροσύνη,
Ευτυχία, Ομορφιά, Αγνότητα…»
Η εφηβική άνοιξη καλούσε συχνά τη Μαρία να βγει έξω, να βρεθεί με άλλους συνομηλίκους της, να διασκεδάσει ξέγνοιαστα και να χαρεί μαζί τους, μα αυτή προτιμούσε να περνάει τις περισσότερες ώρες της στο σπίτι του γέροντα και να φροντίζουν μαζί τον τραυματία. Με την καλοσύνη της και το πηγαίο χιούμορ της έθρεφε την αισιοδοξία και την ελπίδα του, ώστε να θυμάται εκείνος πως η ζωή είναι όμορφη και πως οι καλύτερες μέρες τους περίμεναν μπροστά. Οι δυο τους έπιαναν συχνά την κουβέντα και συζητούσαν για ένα σωρό πράγματα και θέματα, αναπολούσαν όμορφες στιγμές, έκαναν σχέδια για το μέλλον και, όταν ο Λεύκιος αποκοιμιόταν, η Μαρία συνήθιζε να πηγαίνει κοντά στον γέροντα και να του λέει όσα είχε σκεφτεί ότι θα βοηθούσαν στη γρηγορότερη ανάρρωσή του.
— Παππού, όπου να ’ναι θα τελειώσουν οι βιταμίνες που έγραψε ο γιατρός για τον Λεύκιο. Αύριο, καθώς θα επιστρέφω από το σχολείο, θα σταματήσω στο φαρμακείο της κυρίας Αλεξάνδρας για ν’ αγοράσω κι άλλο μπουκαλάκι.
— Καλώς, παιδί μου.
— Έψαξα και βρήκα ορισμένες συνταγές για να του φτιάχνουμε δυναμωτικά φαγητά. Να πάω αύριο στο μαγαζί της κυρίας Λουκίας να πάρω τα υλικά για την πρώτη συνταγή;
— Να πας, παιδί μου.
— Παππού, θα πάω στο περιβόλι της αυλής να μαζέψω φρούτα για να στύψουμε χυμό για τον Λεύκιο. Θα φέρω και λίγο βασιλικό, να τον ρίξω μέσα στο νερό να μοσχομυρίσει το σπίτι. Μήπως να μαζέψω και λίγα λεμόνια, για να φτιάξουμε φρέσκια σπιτική λεμονάδα; Χθες διάβασα πως απομακρύνει τις τοξίνες, βοηθάει στη σωστή λειτουργία των νεφρών και διευκολύνει την πέψη.
— Να φέρεις ό,τι θες, παιδί μου.
— Τι θα έλεγες, παππού, να κάνουμε μια γιορτή στην αυλή του σπιτιού, δίπλα στο περιβόλι; Πιστεύω πως θα δώσει χαρά στον Λεύκιο. Να την κάνουμε ένα βράδυ που θα έχει ξαστεριά και να καλέσουμε τη γειτονιά. Καθημερινά με ρωτάνε με έγνοια, πότε ο ένας γείτονας και πότε ο άλλος, για να μάθουν για την υγεία του. Σήμερα, καθώς επέστρεφα από το σχολείο, ο μικρός γιος της κυρίας Τριανταφυλλιάς βγήκε στο παραθύρι την ώρα που περνούσα από το σπίτι τους και μου είπε ότι περιμένει πώς και πώς ν’ αναρρώσει ο Λεύκιος. Θέλει λέει να πάνε μαζί να πετάξουν τον χαρταετό, όπως έκαναν παλιά, και μετά να παραβγούνε στο τρέξιμο μέχρι να φτάσουν στο εστιατόριο του κυρίου Γεράσιμου και της κυρίας Παναγιώτας, να φάνε σουβλάκια, σεφταλιά, οφτή πατατούλα και άλλα καλούδια. Τα παιδάκια όλο χρωματίζουν τη ζωή μας με τα ομορφότερα χρώματα. Ω! Μόλις τώρα δα θυμήθηκα το παγωμένο τριαντάφυλλο που μας κέρασε η κυρία Ειρήνη όταν περάσαμε από το κατάστημά της για να πάρουμε το υπεραστικό λεωφορείο. Τις προάλλες με κέρασε σπιτικό παγωτό. Είχε εξαιρετική γεύση, παππού! Προχθές με κέρασε μαχαλλεπί. Έριξε από πάνω λίγο νεράκι και τριαντάφυλλο και το έκανε περίφημο. Να το φτιάξουμε κι εμείς, για να φάει και ο Λεύκιος. Θα το ’χει πεθυμήσει. Θυμάμαι πως, προτού πάει να ζήσει στην πρωτεύουσα, όλο σου ζητούσε να το φτιάξεις και το έτρωγε με όρεξη. Η κυρία Βιολέτα, η γειτόνισσα, που το γνώριζε αυτό, του έλεγε κάθε τόσο: «Θα φτιάξω μαχαλλεπί, παιδί μου. Το ξέρω πως σ’ αρέσει πολύ. Θα σας πω να έρθετε από δω με τον παππού σου. Θα πω και στους άλλους γείτονες. Να φάμε όλοι μαζί, να δροσιστούμε. Καλοκαιράκι χωρίς μαχαλλεπί δεν γίνεται! Το ξέρω πως συμφωνείς, καρδούλα μου».
Ο Πίτερ τακτοποίησε την κουζίνα, έβγαλε έξω τα σκουπίδια και πήγε κι αυτός στο υπνοδωμάτιο του Λεύκιου. Τον βοήθησε να καθίσει πιο αναπαυτικά στο κρεβάτι και έδεσε καλύτερα τον νάρθηκα που είχε στο τραυματισμένο χέρι του. Ο ξαφνικός πόνος που αισθάνθηκε ο νεαρός τον έκανε να κλείσει τα μάτια του και να σφίξει δυνατά τα δόντια του. Δεν είπε όμως τίποτα. Ξεροκατάπιε μία φορά και υπέμεινε σιωπηλά τον πόνο μέχρι να περάσει.
— Να με συγχωρείς, φίλε. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο προσεκτικός, του υποσχέθηκε ο Πίτερ, εγκάρδια, και μετά πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα του.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και του παρουσίασε ένα αστείο περιστατικό που είχαν σκηνοθετήσει το πρωί ορισμένοι μαθητές και μαθήτριες στο σχολείο τους. Ο Λεύκιος το ευχαριστήθηκε πολύ και γέλασε με την ψυχή του. Πήρε μετά κι αυτός το κινητό του κι έψαξε για μια πρόσφατη είδηση που του είχε κινήσει το ενδιαφέρον και την έδειξε στον Πίτερ. Μια διαφήμιση που πρόλαβε κι εμφανίστηκε στην οθόνη ξύπνησε μια παλιά παιδική τους ανάμνηση και έκανε τον Λεύκιο να χαμογελάσει νοσταλγικά.
Λεύκιος: Θυμάστε τον μακρύ κατάλογο με τις βιομηχανίες της πατρίδας μας τον οποίο έφτιαξαν πολλά χρόνια πριν οι «άνω των εβδομήντα χρονών» που κατοικούν στη γειτονιά μου;
Μαρία: Αμέ! Είναι αδύνατον να τον ξεχάσουμε, Λεύκιε. Μάθαμε τόσα και τόσα πράγματα για τις βιομηχανίες, για τη μαζική παραγωγή αγαθών στη χώρα μας, για τις μηχανές, τη χρήση της τεχνολογίας, τον καταμερισμό της εργασίας και πόσα άλλα. Η κυρία Βιολέτα, η κυρία Ελένη, η κυρία Γεωργία, ο κύριος Άνθιμος, ο κύριος Νικόδημος, ο κύριος Ηλίας και όλοι οι άλλοι που ανήκουν στην παρέα των «άνω των εβδομήντα» επέλεγαν για κάθε εβδομάδα του χρόνου έναν κλάδο της βιομηχανίας και επισκέπτονταν όσο περισσότερα εργοστάσια και εργαστήρια ανήκουν σ’ αυτόν.
Πίτερ: Κι εμείς οι τρεις, που λατρεύαμε αυτές τις εξορμήσεις τους, πηγαίναμε μαζί τους τα Σάββατα, που δεν είχαμε σχολείο. Μάθαμε τόσο πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Δεν ξέρω ποια βιομηχανία να πρωτοθυμηθώ, βρε παιδιά. Ειδών διατροφής, ζυμαρικών, δημητριακών, παραγωγής μελιού, ξηρών καρπών, σοκολάτας, ειδών καθαρισμού, ένδυσης, υπόδησης, επίπλων, ηλεκτρικών ειδών, παραγωγής ειδών λαϊκής τέχνης.
Μαρία: Χα, χα! Πάλι πήρε φόρα αυτός. Ας τον σταματήσει κάποιος.
Λεύκιος: Θυμάστε εκείνη την καλοκαιριάτικη μέρα, πριν από εφτά περίπου χρόνια, που επισκεφτήκαμε τα σοκολατοποιεία της πατρίδας μας;
Πίτερ: Εγώ τη θυμάμαι, φίλε. Ήταν μια από τις ωραιότερες εκδρομές που έχω κάνει μέχρι σήμερα.
Μαρία: Ποπο! Ήταν εντυπωσιακά όλα όσα είδαμε και ακούσαμε. Ήταν τότε που κατάλαβα πως η παρασκευή της σοκολάτας περιλαμβάνει μια μεγάλη διαδικασία μέχρι να φτάσει στο τελικό προϊόν και στα σημεία πώλησης.
Λεύκιος: Οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι μας καλοδέχτηκαν και μας φίλεψαν με λαχταριστές σοκολάτες διαφόρων γεύσεων.
Μαρία: Ορισμένες μάλιστα είχαν υπέροχο άρωμα και ιδιαίτερη υφή.
Πίτερ: Αχ, και να είχα τώρα μια σοκολατίτσα γάλακτος, ή αμυγδάλου, ή χαρουπιού, ή φουντουκιού, ή με γεύση αγριοκέρασο, ή βανίλια, ή καραμέλα, ή…
Μαρία: Χα, χα! Πάλι πήρες φόρα εσύ, λαίμαργο πλάσμα. Όπως έκανες εκείνο το Σάββατο. Έπαιρνες φόρα κι έτρωγες όλα τα κεράσματα που μας πρόσφεραν σε κάθε σοκολατοποιείο που πηγαίναμε. Δεν άφησες σοκολάτα που να μην τη δοκιμάσεις. Και μετά; Θυμάσαι τι έγινε μετά;
Πίτερ: Θυμάμαι. Χα, χα! Και να θέλω, δεν μπορώ να ξεχάσω. Είχα βαρυστομαχιάσει και σε όλη την επιστροφή αγκομαχούσα μέσα στο λεωφορείο.
Λεύκιος: Χα, χα! Και ο κύριος Άνθιμος, στην προσπάθειά του να στρέψει την προσοχή σου αλλού μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας, άρχισε να τραγουδάει όποιο παραδοσιακό τραγούδι του ερχόταν στο μυαλό, και όλο σου ζητούσε να τον συνοδεύεις. Κάθε φορά που σταματούσες το τραγούδι, εκείνος σου έλεγε: «Πιο δυνατά, παιδί μου, γιατί είναι λιγάκι περήφανα τ’ αυτιά μου και δεν μπορώ να σε ακούσω».
Μαρία: Χα, χα! Με το ένα και με το άλλο τραγούδι, ευτυχώς ξεχνούσες τον κοιλόπονό σου. Ω! Θυμάστε τι έγινε την ώρα που ο κύριος Άνθιμος ξέμεινε από παραδοσιακά τραγούδια και άρχισε ν’ αγχώνεται;
Πίτερ: Χα, χα! Η αλήθεια είναι πως ήταν μια ώρα δύσκολη εκείνη η ώρα για όλους. Το παραδέχομαι, βρε παιδιά. Οι επιβάτες του λεωφορείου άρχισαν ν’ ανησυχούν, γιατί η προσοχή μου στράφηκε ξανά στην κοιλιά μου και άρχισα πάλι τ’ αγκομαχητά. Έτσι λοιπόν είπε ν’ αρχίσει το τραγούδι ο κύριος Λουκάς, ο οδηγός του λεωφορείου. «Πίτερ, άντε να τραγουδήσεις μαζί μου, παιδί μου. Χίλιες φορές να σε ακούμε να τραγουδάς παρά ν’ αγκομαχάς», μου έλεγε χαμογελώντας πλατιά και όλο μου ζητούσε να τον συνοδεύσω στο τραγούδι.
Μαρία: Μόλις τώρα ήρθαν στο μυαλό μου κι άλλες εξορμήσεις που κάναμε μαζί με την παρέα των «άνω των εβδομήντα» της γειτονιάς.
Λεύκιος: Για την εβδομάδα παραγωγής μπισκότου και για όλες εκείνες τις μικρές και τις μεγάλες βιοτεχνίες που επισκεφτήκαμε τι έχεις να πεις;
Μαρία: Ω!
Λεύκιος: Χα, χα! Το ήξερα πως θα χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο επιφώνημα.
Μαρία: Δηλαδή… Θες να πεις πως είμαι προβλέψιμη, Λεύκιε;
Λεύκιος: Αμέ!
Μαρία: Χα, χα! Το ήξερα πως θα χρησιμοποιούσες το συγκεκριμένο επιφώνημα.
Λεύκιος: Είσαι απίστευτη!
Πίτερ: Γι’ ακόμα μια φορά, εσείς οι δυο με εκπλήσσετε. Δεν μου λέτε; Μήπως είστε ο ένας μέσα στο μυαλό του άλλου;
Μαρία: Εγώ… δεν…
Λεύκιος: Εγώ… δεν… Τι εννοείς;
Πίτερ: Χα, χα! Το ήξερα πως άμα σας έκανα τη συγκεκριμένη ερώτηση θα χάνατε τα λόγια σας και θα παίρνατε και οι δύο αυτό το αμήχανο ύφος.
Καθώς οι τρεις φίλοι διασκέδαζαν αναπολώντας τις καλές αναμνήσεις των παιδικών τους χρόνων, ο γέροντας Λουκιανός μπήκε στο υπνοδωμάτιο του Λεύκιου και τους χαιρέτησε καλοσυνάτα. Η Μαρία σηκώθηκε πάνω και του παραχώρησε τη θέση της. Μετά πήγε και κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Πήρε ξανά στα χέρια της το Βιβλίο των Αρετών και άρχισε να το φυλλομετράει.
— Άντε, καλό ταξίδι να έχουμε και σήμερα, είπε ο γέροντας χαριτολογώντας, και η Μαρία άρχισε να διαβάζει αργά την καινούρια ιστορία:
Στα παλιά χρόνια υπήρχε μια πανέμορφη χώρα, η Χώρα των Σοφών. Ήταν ξακουστή για τις πολλές φυσικές χάρες της και για τους σοφούς προγόνους της. Στη χερσόνησο που βρισκόταν στη μια άκρη της είχε φυτρώσει πριν από χιλιάδες χρόνια ένα σπάνιο ελαιόδεντρο που άνθιζε και έδινε πλούσια σοδειά καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Οι κάτοικοι της περιοχής το ονόμασαν «Γηραιά ελιά».
Ερευνητές απ’ όλα τα μέρη της Γης κατέφθαναν καθημερινά σε αυτό το μέρος της χώρας για να ερευνήσουν το έδαφος. Μάταια όμως προσπαθούσαν να εντοπίσουν το μυστηριώδες ισχυρό συστατικό που έθρεφε και δυνάμωνε τις ρίζες της ελιάς σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαπλώνονται σε όλη τη χώρα. Περνούσαν κάτω από δρόμους, κτίρια, χωριά και πόλεις κι έφταναν μέχρι τη θάλασσα, όπου και σταματούσαν.
Ένα φθινοπωρινό δειλινό, η θάλασσα μίλησε στη Γηραιά ελιά και της είπε:
«Αντέχεις μονάχη σου σε όλους τους καιρούς, στους εύκολους μα και στους δύσκολους, και τίποτα δεν σε σκιάζει. Στέκεσαι με θάρρος και γενναιότητα μπρος στους θερμούς και στους παγερούς ανέμους, στις σφοδρές καταιγίδες και στα πυκνά χιόνια, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Θαρρώ πως έμοιασες στους προγόνους αυτής της χώρας, οι οποίοι ήρθαν κάποτε από τον τόπο τον θαυμαστό, άπλωσαν γενναία το φως τους από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της και την κατέστησαν στο πέρασμα των αιώνων μια φλόγα γης. Το αλμυρό νερό μου δεν μπορεί να δροσίσει τις ρίζες σου, μήτε να θρέψει τους καλούς κι ευλογημένους καρπούς σου, μα να θυμάσαι πάντοτε πως, όποια βοήθεια κι αν χρειαστείς από μένα, θα την έχεις».
Η καλλίκαρπη ελιά αγνάντεψε με εκτίμηση τη θάλασσα και την ευχαρίστησε. Από εκείνη την ημέρα έπιαναν συχνά την κουβέντα οι δυο τους. Έλεγαν για τις δραστηριότητες των ανθρώπων της Χώρας των Σοφών, για τις γιορτές, τις χαρές, τις λύπες τους και για ό,τι άλλο συνύφαινε την καθημερινότητά τους. Τα ειρηνικά αερικά που φύσαγαν ολημερίς κι ολονυχτίς πάνω από τα χωριά και τις πόλεις σταματούσαν συχνά για να τις ακούσουν. Έτσι έγινε κι ένα καλοκαιριάτικο δειλινό.
Θάλασσα: Χθες, γηραιά ελιά, άκουσα την Αγέλαστη Αρχόντισσα να λέει στα παιδιά τα εξής λόγια: «Να αγαπάτε τις καλές ιστορίες, τα διηγήματα και τα παραμύθια και να παίρνετε όλα τα καλά μηνύματα και τις διδαχές τους, για να ενδυναμώσετε τις αρετές και τις αιώνιες αξίες σας, καθώς και άλλα διαχρονικά δώρα με τα οποία σας προίκισαν οι σοφοί πρόγονοι της χώρας μας. Με αυτό τον τρόπο, καρδούλες μου, θα χτίσετε ασφαλή προκοπή και θα ζήσετε πολλές στιγμές αληθινής ευτυχίας. Οι γονείς σας, οι γιαγιάδες και οι παππούδες σας, σας διηγούνταν όμορφες ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της ζωής σας. Έσμιγαν κάθε κουταλιά φαγητό που έβαζαν στο στόμα σας με τις περιπέτειες των ηρώων των παραμυθιών και των μύθων και γέμιζαν τις καρδιές σας με ενθουσιασμό και χαρά. Τα βράδια κλείνατε τα μάτια σας για να κοιμηθείτε και ήταν το μυαλό σας γεμάτο με τις απόκοσμες και μαγευτικές εικόνες τους. Γνωρίσατε την εξυπνάδα, το θάρρος και την επιμονή με το παραμύθι “Το παιδί και το ρόδο”. Εμπιστευτήκατε την τιμιότητα, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη με το παραμύθι “Το γενναίο θαλασσόκρινο”. Μάθατε για την καλοσύνη, τη συμπόνια και την κατανόηση με το διήγημα “Το μυστικό του βουνού”. Πιστέψατε στην εργατικότητα, την πρόνοια και την υπευθυνότητα με τον μύθο “Η μέρα και η νύχτα”. Γνωρίσατε το κουράγιο, την αισιοδοξία και την ελπίδα με το παραμύθι “Το θαυμαστό λιβάδι”. Πιστέψατε στον αλληλοσεβασμό, την αλληλεγγύη και την ευγνωμοσύνη με τον μύθο “Η ηλιαχτίδα και το ελάφι”. Μάθατε για την ταπεινοφροσύνη, την αθωότητα και την ομορφιά με το διήγημα“Τα δέντρα της ειρήνης”…»
Η γηραιά ελιά άκουγε μ’ ευχαρίστηση τη θάλασσα να της μεταφέρει τα λόγια της αγέλαστης αρχόντισσας. Τα πουλιά, που ξαπόσταιναν πάνω στα πυκνά κλαδιά της, μαζεύονταν το ένα κοντά στο άλλο για ν’ ακούσουν κι αυτά.
Γηραιά ελιά: Η Αγέλαστη Αρχόντισσα ήρθε πάλι χθες και κάθισε στον ίσκιο μου για να γράψει καινούριες ιστορίες, να τις διαβάσει στα μυριοχάριτα και να θρέψει τον σεβασμό και την ελπίδα τους. Άπλωνα εγώ τις ρίζες μου να πάνε παραπέρα, άπλωνε κι εκείνη την εμπιστοσύνη της στα πολύτιμα κληροδοτήματα των σοφών προγόνων της πατρίδας της. Όταν βασίλεψε ο ήλιος, άφησε κάτω το μολύβι της και σκέπασε τα μάτια της με τις παλάμες της. Έκλαψε πάλι σιγανά, κάτω από το αμυδρό φως που είχε απομείνει στην πλάση, την ώρα που έπεφτε η νύχτα στη Γη. Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτή, χαμήλωσα τα κλαδιά μου κι έγειρα τη φυλλωσιά μου πάνω στους ώμους της, για να την παρηγορήσω και να την καθησυχάσω.
Θάλασσα: Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που ορφάνεψε, μα η καρδιά της πονάει ακόμη.
Γηραιά ελιά: Δεν μαραζώνει για λόγου της, καλή μου φίλη, αλλά για τα παιδιά της πατρίδας της και για τις μύριες χάρες τους που σβήνουν. Δεν τα σέβονται. Πνίγουν τη φωνή τους. Τα φορτώνουν με αχρείαστες έγνοιες, τα τιμωρούν προτού γνωρίσουν τις βαθύτερες στεναχώριες τους, αδιαφορούν για τα συναισθήματά τους κι εξασθενούν τους οργανισμούς τους από την ψυχική κούραση, με αποτέλεσμα να φθίνει η αγάπη τους για τη γνώση, τη ζωή και την υγιή δράση. Τι θα καταναλώσουν, πώς και πού θα διασκεδάσουν και ποιους θα εντυπωσιάσουν. Αυτά είναι που κόφτουν πρώτα τους περισσότερους ενήλικες, και όχι η ασφαλής πρόοδος, η δική τους και των παιδιών της Χώρας των Σοφών. Μάλιστα, τ’ αηδόνια του Αρχέγονου Δάσους μού έφεραν τις προάλλες ένα λυπηρό μήνυμα, που μόλις τ’ άκουσα ευθύς πλάνταξαν από ανησυχία τα φύλλα μου. Μου φανέρωσαν πως, ακόμη και στους χώρους όπου ανθεί η γνώση και μεταλαμπαδεύεται η αρετή, πολλοί ενήλικες νοιάζονται πρωτίστως για το ποιος θα φορέσει τα πιο λαμπερά ρούχα και κοσμήματα, και ποιος θα κεράσει το πλουσιότερο γεύμα στις εορτές.
Η θάλασσα, όση ώρα άκουγε την ελιά, μονολογούσε ανήσυχη κάτω από τους αφρούς των κυμάτων της και ώρες ώρες φουρτούνιαζε και σήκωνε μεγάλα κύματα.
Θάλασσα: Άκουσα με προσοχή τα λόγια σου, καλή μου φίλη. Θα σου πω ένα σχέδιο που σκέφτηκα, και, άμα συμφωνείς κι εσύ, τότε θα προχωρήσουμε μαζί για να στηρίξουμε την Αρχόντισσα.
Γηραιά ελιά: Ανοίγω διάπλατα τα κλαδιά μου μπρος στην απεραντοσύνη σου, γαλανή μου φίλη, για ν’ ακούσω τα συνετά και πολύτιμά σου λόγια. Τα φύλλα μου θα μαζεύουν κάθε λέξη σου, και ούτε μία δεν θ’ αφήσω να χαθεί.
Θάλασσα: Άκουσε λοιπόν το σχέδιό μου. Ο δίκαιος βασιλιάς της Χώρας των Σοφών διασχίζει καθημερινά με το καράβι του τ’ αλμυρά νερά μου και κατεβαίνει στα χωριά και στις πόλεις για να συναντήσει τον λαό του και να κουβεντιάσει μαζί του. Χθες τον είδα που στεκόταν πάνω στο κατάστρωμα του καραβιού και συζητούσε με τους συμβούλους του. Κάποια στιγμή, τον άκουσα να τους λέει λυπημένος τα εξής λόγια: «Το πνεύμα του λαού μου είναι καταπονημένο και η ελπίδα σβήστηκε από τα βλέμματα τόσο των μικρών όσο και των μεγάλων. Όλες οι προσπάθειες που έκανα για να την επαναφέρω απέβησαν άκαρπες. Επιθυμώ διακαώς να βρω τη σωτήρια λύση και να λυτρώσω τον λαό μου». Οι σύμβουλοι του βασιλιά βυθίστηκαν σε μακρά περισυλλογή και, καθώς η ώρα περνούσε, ένας ένας εξέφραζαν τη γνώμη τους. «Στο πρόσωπο μιας ειρηνικής βασίλισσας θα βρει ξανά ο λαός τη χαμένη ελπίδα του, δίκαιε βασιλιά μας», τον συμβούλεψε ο παλαιότερος από τους συμβούλους του όταν καμία από τις απόψεις που εκφράστηκαν δεν τον είχε ικανοποιήσει.
Θάλασσα: Ήταν φρόνιμα και συνετά τα λόγια του συμβούλου, γηραιά ελιά. Η ελπίδα θ’ αναπτερωθεί όταν μια γενναία ειρηνική πνοή φυσήξει γύρω από τις καρδιές των ανθρώπων και τις σκεπάσει με την άδολη έγνοια της. Αυτή η δυνατή πνοή θα τις αναγεννήσει και θα τις μεγαλύνει.
Η γηραιά ελιά άκουγε με μεγάλη προσοχή όσα της έλεγε η θάλασσα και άνοιγε την πλούσια φυλλωσιά της κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό, να δροσιστεί απ’ το ψιλόβροχο. Έμεινε σιωπηλή να τα συλλογίζεται για κάμποση ώρα, μέχρι που η φωτεινή αέρια μάζα πάλι την γυρόφερε, και τότε ορισμένα λόγια διαχύθηκαν μέσα στο ξύλινο σώμα της, με τη μορφή μιας μυστηριώδους φωτεινής ουσίας.
Όταν τα σύννεφα παραμέρισαν και φάνηκε ξανά ο ήλιος, η ανέμη απομακρύνθηκε από το δέντρο και χάθηκε πίσω από τις ρόδινες αποχρώσεις του δειλινού.
Γηραιά ελιά: Κάποτε μου είπες πως τ’ αλμυρό νερό σου δεν μπορεί να θρέψει τις ρίζες μου και να τις δυναμώσει. Με διαβεβαίωσες όμως πως όποια βοήθεια και αν χρειαστώ από σένα, θα την έχω. Έφτασε λοιπόν η ώρα, καλή μου φίλη, να πραγματοποιήσεις την υπόσχεσή σου.
Θάλασσα: Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις, γηραιά ελιά, φτάνει να είναι για το καλό και κανείς να μην αδικηθεί.
Γηραιά ελιά: Να μου έχεις εμπιστοσύνη, θάλασσα. Απόκοσμη δυνατή πνοή διαπερνά το ξύλινο σώμα μου και ενδυναμώνει κάθε σπιθαμή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Θρέφει καθημερινά τις ρίζες μου και εμπλουτίζει αδιάλειπτα τους καρπούς μου. Δυναμώνει ολοένα τον γερό κορμό μου, χοντραίνει και κατευθύνει τα κλαδιά μου και λαμπρύνει διαρκώς τη φυλλωσιά μου.
Θάλασσα: Ακούω λοιπόν την πεθυμιά σου. Τι γυρεύεις από μένα, πολύτιμη φίλη;
Γηραιά ελιά: Αύριο, την ώρα του δειλινού, όταν η Αγέλαστη Αρχόντισσα έρθει πάλι να καθίσει στον ίσκιο μου για να πει ιστορίες στα μυριοχάριτα της γύρω περιοχής, θέλω να φουρτουνιάσεις και να σηκώσεις μεγάλα κύματα, για να σπρώξεις προς τα εδώ το καράβι του βασιλιά. Θ’ αναγκαστεί τότε εκείνος να κατεβεί στη στεριά μέχρι να κοπάσει η φουρτούνα. Καθώς θα κατευθύνεται προς το χωριό, θα περάσει από μπροστά μου και θα δει την Αγέλαστη Αρχόντισσα. Άκουσα πως ο βασιλιάς, εκτός από δίκαιος, είναι και ονειροπόλος. Θα τον σαγηνεύσουν λοιπόν οι θαυμαστές ιστορίες, οι μύθοι και τα παραμύθια που θα διηγείται η αρχόντισσα στα παιδιά, μα πιότερο θα τον εντυπωσιάσει η αγνή και άδολη ομορφιά που διέπει τον χαρακτήρα της.
Θάλασσα: Αποφάσισες λοιπόν να φέρεις την άνοιξη στις καρδιές των ανθρώπων της χώρας, για να τις ξεκουράσεις και να τις λυτρώσεις. Ο σκοπός σου είναι καλός και υψηλός. Θα πραγματοποιήσω λοιπόν την επιθυμία σου, καλλίκαρπη φίλη.
Το απομεσήμερο της επόμενης ημέρας φύσηξαν δυνατά τα ειρηνικά αερικά και η θάλασσα σήκωσε μεγάλη φουρτούνα. Το καράβι του βασιλιά, που έπλεε εκείνη την ώρα μεσοπέλαγα, παρασύρθηκε από τα ψηλά κύματα, και κατά το δείλι κατέληξε στο μέρος όπου βρισκόταν η γηραιά ελιά.
Μέχρι να γαληνέψει η θάλασσα, ο βασιλιάς κατέβηκε στη στεριά, για να συναντήσει τους κατοίκους της περιοχής και να κουβεντιάσει μαζί τους. Καθώς κατευθυνόταν προς τα πρώτα σπίτια, είδε την Aγέλαστη Aρχόντισσα να κάθεται κάτω από την ελιά και να διηγείται ιστορίες στα παιδιά. Τους πλησίασε ήσυχα ήσυχα και κάθισε μαζί τους.
Ορισμένα παιδιά που τον πήραν είδηση άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους:
«Πόπο! Ποιος είναι αυτός ο κύριος που ήρθε σήμερα στη συντροφιά μας;»
«Δεν ξέρω. Δεν τον έχω ξαναδεί στα μέρη μας».
«Πόπο! Και όλοι αυτοί που τον συνοδεύουν και στέκουν εκεί κάτω ποιοι να είναι άραγε;»
«Δεν ξέρω. Πάντως, κατέβηκαν όλοι από το μεγάλο καράβι που είναι στην ακροθαλασσιά, εκεί που φυτρώνουν τα κρινολούλουδα».
«Νομίζω πως… νομίζω πως κάπου το έχω ξαναδεί αυτό το μεγάλο καράβι».
«Πόπο! Εγώ το ξανάδα τότε που πήγαμε με τον πατέρα μου στην πρωτεύουσα. Θυμάμαι πως κάποια στιγμή τον είχα ρωτήσει να μου πει σε ποιον ανήκει αυτό το εντυπωσιακό καράβι, κι εκείνος μου απάντησε πως... κι εκείνος μου απάντησε πως…»
Το παιδί ξαφνικά σταμάτησε να μιλάει κι έμεινε να κοιτάζει σαστισμένο το καράβι που κουνιόταν πάνω στο αφρισμένο κύμα. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, το βλέμμα του άστραψε κι ένα μεγάλο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.
«Ο βασιλιάς της χώρας μας βρίσκεται στη συντροφιά μας! Ήρθε για ν’ ακούσει μαζί μας ιστορίες!» ξεφώνισε ενθουσιασμένο και άρχισε να χειροκροτεί δυνατά, μιας και είχε θυμηθεί την απάντηση που του είχε δώσει ο πατέρας του εκείνη την ημέρα.
Η Αγέλαστη Αρχόντισσα ευθύς σήκωσε το κεφάλι της ξαφνιασμένη και είδε τον βασιλιά να κάθεται σταυροπόδι καταγής, πλάι στα παιδιά. Χαμογέλασε μ’ ευχαρίστηση. Σήκωσε διακριτικά το χέρι της και τον χαιρέτησε, ενώ τα παιδιά συνέχισαν να χειροκροτούν χαρούμενα.
Από τότε, ο βασιλιάς σύχναζε στα μέρη εκείνα, για να μαθαίνει τα νέα των κατοίκων της περιοχής και ν’ ακούει τις διηγήσεις της αρχόντισσας. Λίγους μήνες αργότερα, το σχέδιο της γηραιάς ελιάς και της θάλασσας χάρισε στη Χώρα των Σοφών μια ειρηνική βασίλισσα, η οποία προστάτεψε τις μύριες χάρες των παιδιών και μεγάλυνε το πνεύμα του λαού της. Ένα όμορφο χαμόγελο εμφανιζόταν συχνά στο πρόσωπό της και απόκοσμη ζεστασιά χαρακτήριζε την όψη της.
Όταν η Μαρία τελείωσε τη διήγηση, έκλεισε το Βιβλίο των Αρετών και στράφηκε προς τον γέροντα Λουκιανό. Το ίδιο έκαναν ο Πίτερ και ο Λεύκιος. Όπως κάθε μέρα, έτσι κι εκείνη, ένας μακρύς διάλογος ξεκίνησε ανάμεσά τους:
— Παππού, η Αγέλαστη Αρχόντισσα συμβούλευσε τα μυριοχάριτα να ενδυναμώνουν τις αρετές, τις αιώνιες αξίες τους και τα άλλα διαχρονικά δώρα των καλών προγόνων τους, για να χτίσουν ασφαλή προκοπή και να ζήσουν πολλές στιγμές αληθινής ευτυχίας. Δηλαδή, όταν κάποιος άνθρωπος δεν έχει δυνατές αρετές και αξίες, δεν μπορεί να χτίσει ασφαλή προκοπή; ρώτησε απορημένος ο Πίτερ και σούφρωσε τα φρύδια του.
Ο γέροντας τον κοίταξε με καλοσύνη και του είπε στοχαστικά:
— Όλοι μπορούν να χτίσουν προκοπή, παιδί μου, μα όσο πιο δυνατές είναι οι αρετές και οι αξίες του ανθρώπου τόσο πιο ασφαλής είναι η προκοπή που κάνει και οι ουσιαστικές στιγμές ευτυχίας που ζει είναι περισσότερες.
Ο Πίτερ συνέχισε να τον κοιτάζει προβληματισμένος, γι’ αυτό και ο γέροντας πήρε ξανά τον λόγο.
— Όπως σας έχω πει πολλές φορές στο παρελθόν, εμείς άνθρωποι είμαστε προικισμένοι με θησαυρούς ανεκτίμητης αξίας. Η Αγέλαστη Αρχόντισσα του παραμυθιού τους αποκαλούσε «μύριες χάρες». Ο σεβασμός, η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η υπευθυνότητα, η τιμιότητα, η εργατικότητα, η πειθαρχία, η σύνεσή μας, καθώς και άλλα αιώνια αγαθά που φωλιάζουν στον χαρακτήρα μας, ανήκουν σε αυτούς τους θησαυρούς. Όσο τα εμπιστευόμαστε και τα δυναμώνουμε, οι μέρες μας κυλούν πιο ομαλά.
— Σε παρακαλώ να μας δώσεις ένα παράδειγμα, παππού, είπε η Μαρία και τον κοίταξε λιγάκι επίμονα.
Ο γέροντας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συνέχισε:
— Ας υποθέσουμε, Μαρία, πως παίρνεις από τις οικονομίες σου ένα χαρτονόμισμα των είκοσι ευρώ και πηγαίνεις σ’ ένα κατάστημα για ν’ αγοράσεις μια ομπρέλα. Καθώς περπατάς κατά μήκος του διαδρόμου και κατευθύνεσαι προς το ράφι με τις ομπρέλες, παρατηρείς τα προϊόντα που βρίσκονται πάνω στα άλλα ράφια. Σταματάς συχνά, παίρνεις ορισμένα από αυτά και τα βάζεις μέσα στο καλάθι. Συνεχίζεις να κάνεις το ίδιο, μέχρι που κάποια στιγμή διαπιστώνεις πως δεν πρέπει να πάρεις άλλα προϊόντα, γιατί η αξία τους θα ξεπεράσει το χρηματικό ποσό των είκοσι ευρώ που μπορείς να διαθέσεις. Πηγαίνεις λοιπόν στο ταμείο, πληρώνεις τα προϊόντα που βρίσκονται μέσα στο καλάθι και μετά φεύγεις από το κατάστημα.
Την επόμενη ημέρα, καθώς επιστρέφεις το μεσημέρι από το σχολείο, πιάνει δυνατή βροχή κι εσύ γίνεσαι μούσκεμα, διότι δεν έχεις ομπρέλα για να προστατευτείς. Το απόγευμα της ίδιας μέρας λοιπόν παίρνεις άλλα είκοσι ευρώ από τις οικονομίες σου και πηγαίνεις ξανά στο κατάστημα για ν’ αγοράσεις μια ομπρέλα. Εκεί επαναλαμβάνεται η ίδια κατάσταση. Βάζεις ένα σωρό προϊόντα της αρεσκείας σου μέσα στο καλάθι, τα οποία μάλιστα δεν είναι απαραίτητα στην καθημερινότητά σου, μα πάλι δεν παίρνεις ομπρέλα. Πηγαίνεις λοιπόν ξανά στο ταμείο, πληρώνεις τα προϊόντα που βρίσκονται μέσα στο καλάθι και φεύγεις από το κατάστημα.
Την τρίτη ημέρα, καθώς πηγαίνεις στο σχολείο, πιάνει ξαφνική βροχή κι εσύ πάλι γίνεσαι μούσκεμα, με αποτέλεσμα ν’ αρπάξεις ένα γερό κρυολόγημα, που σε ταλαιπωρεί για μέρες.
Εάν όμως, παιδί μου, μπαίνοντας στο κατάστημα την πρώτη ημέρα αποφασίσεις να ψωνίσεις αξιοποιώντας τη γνώση που σου παρέχουν τα αιώνια αγαθά, όπως είναι για παράδειγμα οι αρετές σου, τότε τα πράγματα θα γίνουν ως εξής:
Η «σύνεσή» σου, η «φρόνηση» και η «αποφασιστικότητά» σου θα σου υπενθυμίζουν διαρκώς πως δεν πρέπει να βάζεις άλλα προϊόντα μέσα στο καλάθι αν δεν πάρεις πρώτα αυτά που χρειάζεσαι.
Η «ψυχραιμία» σου, η «πειθαρχία» και η «εγκράτειά» σου θα σε παροτρύνουν να μη σταματήσεις στα άλλα ράφια, αλλά να προχωρήσεις μέχρι να φτάσεις πρώτα στο ράφι με τις ομπρέλες.
Η «παρατηρητικότητά» σου, η «συγκέντρωση» και η «εξυπνάδα» σου θα σε καθοδηγήσουν ώστε να διαλέξεις την καταλληλότερη ομπρέλα για σένα.
Η «τιμιότητα», ο «σεβασμός» και η «δικαιοσύνη» σου θα σου υπενθυμίσουν πως, προτού φύγεις από το κατάστημα, θα πρέπει να περάσεις από το ταμείο για να πληρώσεις τον λογαριασμό.
Έτσι λοιπόν οι ενάρετες δυνάμεις σου θα σε προσανατολίζουν προς ορθές κατευθύνσεις. Θα καθοδηγούν τη σκέψη σου, ώστε να παίρνεις τις σωστές αποφάσεις και να κάνεις τις καλύτερες επιλογές. Στο τέλος της ημέρας, θα διαπιστώσεις πως αγόρασες την ομπρέλα που χρειαζόσουν και πως με τα χρήματα που σου περίσσεψαν πήρες στη συνέχεια και ορισμένα άλλα χρήσιμα προϊόντα για σένα. Θα αισθανθείς περήφανη για τον εαυτό σου και θα αυξηθεί ο σεβασμός, η εκτίμηση και η πίστη σου σ’ αυτόν, γιατί κατάφερες να πετύχεις τον στόχο σου και ν’ αποδείξεις στον εαυτό σου πως έχεις δυνατότητες για να κάνεις πολλά καλά πράγματα. Η μεγαλύτερη νίκη σου όμως, παιδί μου, θα είναι το γεγονός ότι κατάφερες τελικά να πετύχεις τον στόχο σου, ακολουθώντας τους ειρηνικούς δρόμους που ανοίγουν πάντοτε μπροστά μας οι αρετές μας.
Η Μαρία, ο Πίτερ και ο Λεύκιος άκουγαν τον γέροντα με προσοχή και ενδιαφέρον, και συγχρόνως το μυαλό τους κατέληγε σε συμπεράσματα κι έπλαθε απορίες.
— Με λίγα λόγια, τα χρήματά μας αποκτούν ουσιαστική αξία όταν τα ξοδεύουμε ενάρετα, είπε η Μαρία.
Ο γέροντας άκουσε το συμπέρασμά της με ευχαρίστηση και χαμογέλασε στοχαστικά.
— Στο παράδειγμα που μας έδωσες προηγουμένως, παππού Λουκιανέ, αναφέρθηκες στα αναγκαία προϊόντα, είπε ο Πίτερ κοιτώντας τον με απορία.
Ο γέροντας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και είπε καλοσυνάτα:
— Όταν πεινάμε, παιδί μου, θ’ αγοράσουμε τρόφιμα, και όχι παιχνίδια. Όταν λαμβάνουμε τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος για το σπίτι μας, ή της υδατοπρομήθειας, ή όποιας άλλης οφειλής μας, δεν θα πάμε ν’ αγοράσουμε καινούρια έπιπλα εάν πρώτα δεν τους πληρώσουμε. Όταν χρειαζόμαστε ρούχα, παπούτσια, φάρμακα, δεν θα πάμε ν’ αγοράσουμε κοσμήματα. Θα σκεφτούμε και θα πράξουμε με σύνεση, φρόνηση, εγκράτεια, εξυπνάδα… με αρετή. Πρωτίστως, θ’ αγοράσεις τ’ αναγκαία και τ’ απαραίτητα αγαθά, έτσι ώστε η καθημερινότητά σου να κυλάει όσο το δυνατόν πιο εύκολα και ομαλά.
Η Μαρία και ο Πίτερ κούνησαν το κεφάλι τους με κατανόηση, μα ο Λεύκιος κοίταξε τον γέροντα προβληματισμένος και του είπε:
— Μας διαβεβαιώνεις συχνά, παππού, πως οι αρετές μας είναι διαχρονικά δώρα με τα οποία μας προίκισαν οι καλοί μας πρόγονοι, και πως εμείς τα θρέφουμε και τα αναπτύσσουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας, για να είναι ασφαλής η προκοπή που κάνουμε κι έτσι να ζούμε περισσότερες στιγμές ουσιαστικής ευτυχίας. Και καταλήγεις πάντοτε λέγοντάς μας πως πρέπει να εκτιμούμε αυτά τα πολύτιμα δώρα και πως πρέπει να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη προς τους καλούς προγόνους μας, που μας τα έδωσαν, αλλά και προς όλους τους άλλους ανθρώπους που μας βοηθούν να τα αυξάνουμε και να τα δυναμώνουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας.
Ο γέροντας άκουγε τον Λεύκιο με προσοχή, ενώ ο Πίτερ και η Μαρία τον κοιτούσαν με περιέργεια και προβληματισμό.
— Επομένως, αυτοί που σχεδιάζουν πολέμους μήτε σέβονται, μήτε εκτιμούν, μήτε ευγνωμονούν τους καλούς προγόνους τους. Για παράδειγμα, αντί να ενδυναμώνουν τις αρετές που κληρονόμησαν από εκείνους, τις πλήττουν, τις υποβιβάζουν και τις εξευτελίζουν. Και πρώτη και κυριότερη την ειρήνη, κατέληξε ο Λεύκιος.
— Ω! Συμφωνώ. Εκτός από την ειρήνη, πλήττουν και τη χαρά και τη δικαιοσύνη και τη χαρά και την ευτυχία. Είναι και αυτές αρετές που αποδυναμώνονται όταν γίνονται εμφύλιες διαμάχες και άλλες εχθροπραξίες σε μια χώρα, είπε η Μαρία.
— Συμφωνώ κι εγώ. Εκτός από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, τη χαρά και την ευτυχία, πλήττουν και τον σεβασμό και την πρόοδο, πρόσθεσε ο Πίτερ.
Οι δύο νεαροί συνέχισαν ν’ αναφέρουν κι άλλες αρετές των ανθρώπων, μέχρι που ο Λεύκιος ξαφνικά θυμήθηκε κάτι που τους είχε τάξει στο παρελθόν.
— Προτού φύγω για την πρωτεύουσα, σας μίλησα για μια αθλητική δραστηριότητα που μοιάζει με παιχνίδι, την οποία μου έμαθε κάποτε κι εμένα ο παππούς μου.
Ο γέροντας χαμογέλασε μ’ ευχαρίστηση και η καρδιά του σκίρτησε από συγκίνηση, που το εγγόνι του, ακόμη κι αν έλειπε μακριά του όλ’ αυτά τα χρόνια, προσπαθούσε να διαφυλάξει την πολύτιμη και ακριβή γνώση που του είχε μεταλαμπαδεύσει όσο ζούσε μαζί του.
— Αν θυμάστε, την τελευταία ημέρα κάθε μήνα ανεβαίναμε τρέχοντας το βουνό με τα έλατα, συνέχισε να τους λέει ο Λεύκιος. Κάθε φορά λέγαμε σιωπηλά μια επιθυμία, για να ενδυναμώσουμε τις αρετές μας:
«Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός».
«Θέλω να γίνω πιο δίκαιος».
«Θέλω να γίνω πιο εργατικός».
«Θέλω να γίνω πιο τίμιος».
«Θέλω να γίνω πιο συνετός».
Μια μέρα σας υποσχέθηκα πως θα σας φανέρωνα τον τρόπο με τον οποίο θ’ αποκτούσατε τη «διαχρονική ασπίδα», έτσι ώστε να διαρκούν αρκετό καιρό τα αποτελέσματα της δραστηριότητας αυτής. Το μυστικό λοιπόν βρίσκεται στις καλές επιθυμίες μας. Τις εντοπίζουμε και τις εκφράζουμε σιωπηλά. Όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο. Κάποτε διάβασα ένα εκτενές ποίημα που μοιάζει με μοιρολόι. Το απήγγελλαν μεταξύ τους οι «θρηνούσες γυναίκες», για τις οποίες θα σας μιλήσω μια άλλη φορά. Ορισμένοι στίχοι του φτιάχνουν μια καλή επιθυμία, η οποία λέει:
Θέλω,
ο χρόνος μου που σεργιανά μέσα στης γης τον κήπο
δικαιοσύνη να έχει στη ματιά και ειρήνη εις το ύφος.
Με αυτήν, και ορισμένες άλλες καλές σκέψεις που κάνω, συνηθίζω να κλείνω τα μάτια μου κάθε βράδυ για να κοιμηθώ.
— Γίνεται ολοένα και πιο περιπετειώδης αυτή η δραστηριότητα, φίλε. Αρχίζει να μ’ αρέσει, είπε ο Πίτερ και το βλέμμα του έλαμψε.
Η Μαρία ακούμπησε το Βιβλίο των Αρετών στο ράφι της βιβλιοθήκης, ενώ ο γέροντας πήγε στην κουζίνα κι επέστρεψε κρατώντας στα χέρια του έναν δίσκο σερβιρίσματος. Το υπνοδωμάτιο κατακλύστηκε από μια ευχάριστη μυρωδιά.
— Ω! Ο παππούς έφερε την αγαπημένη μας πίτα! είπε η Μαρία, και έλαμψε κι αυτηνής το βλέμμα.
Ο γέροντας τους πρόσφερε από ένα κομμάτι ζεστής παραδοσιακής πίτας. Την είχε φτιάξει η κυρία Γεωργία, η γειτόνισσα, χρησιμοποιώντας βουνίσιο μέλι, αναρή, κανέλα και αμύγδαλα. Τόσο αυτή όσο και η κυρία Βιολέτα και η κυρία Ελένη και η αδερφή της η κυρία Μαρία έφερναν καθημερινά στο σπίτι ό,τι καλούδι έφτιαχναν, και όλο ρωτούσαν να μάθουν αν καλυτέρευε η υγεία του Λεύκιου.
— Αυτή η πίτα είναι νοστιμότατη! είπε ο Πίτερ κι έβαλε ακόμα μία μεγάλη μπουκιά στο στόμα του.
— Αυτή η πίτα… αυτή η πίτα… με τον καιρό όλα θα περάσουν… αυτή η πίτα…, είπε ο Προκόπης (ο παπαγάλος του σπιτιού)!
Πετάριζε πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και ώρες ώρες έκανε φασαρία.
Ο γέροντας του έδωσε να φάει ένα μικρό κομματάκι, και ο παπαγάλος το άρπαξε αμέσως με το ράμφος του και άρχισε να το τρώει. Η Μαρία έμεινε να τον κοιτάζει χαμογελαστή.
— Ένα γλυκάκι την ημέρα μας φτιάχνει τη διάθεση. Έτσι δεν είναι, όμορφο παπαγαλάκι; του είπε και του έδωσε κι αυτή ένα κομματάκι από την πίτα.
Μόλις ο παπαγάλος το έφαγε, άρχισε να χτυπάει με το ράμφος του το κιγκλίδωμα του κλουβιού και να φωνάζει δυνατά:
— Ελευθερία… ελευθερία… με τον καιρό όλα θα περάσουν… ελευθερία…
— Χα, χα! Έφτασε η ώρα, είπε ο Πίτερ.
— Χα, χα! Έφτασε η ώρα… χα, χα, έφτασε η ώρα… με τον καιρό όλα θα περάσουν… χα, χα, έφτασε η ώρα…
Ο γέροντας άνοιξε τη μικρή πορτούλα και ο Προκόπης πέταξε έξω από το κλουβί, για να κάνει την καθημερινή του βόλτα μέσα στο σπίτι.
Η νόστιμη παραδοσιακή πίτα έφερε στο μυαλό της Μαρίας μια ακόμη ανάμνηση. Χαμογέλασε ελαφρώς και είπε:
— Τρεις μήνες προτού οι γονείς μου αποφασίσουν να τραβήξουν χωριστούς δρόμους, η μητέρα μου εξέφρασε μια επιθυμία, ν’ ανοίξει το δικό της εστιατόριο και να σερβίρει παραδοσιακά φαγητά και γλυκά. Θυμάμαι πως και μόνο στη σκέψη ότι η επιθυμία της θα γινόταν πραγματικότητα αισθανόταν μεγάλη ευτυχία. Ο πατέρας μου αποφάσισε να τη στηρίξει. Ήταν λοιπόν στο πλευρό της και τη βοηθούσε σε ό,τι χρειαζόταν. Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που μια συνάδελφός του, η κυρία Λίνα, του έκανε μια επαγγελματική πρόταση. Εκεί τα πράγματα μπερδεύτηκαν. Δεν έμαθα ποτέ τι ακριβώς είχε συμβεί, μα λίγες εβδομάδες αργότερα κατάλαβα πως η προσπάθεια της μαμάς μου ν’ ανοίξει το δικό της εστιατόριο τερματίστηκε. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, μα κατά καιρούς τη συλλογίζομαι. Ακόμη πιστεύω πως θα ήταν καλοτάξιδη εκείνη η επιθυμία. Κάποιες φορές περνάει ξαφνικά από το μυαλό μου η σκέψη πως η επιλογή των επιθυμιών που πραγματοποιούμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας είναι πιο σημαντική απ’ όσο νομίζουμε.
Τα λόγια της Μαρίας βρήκαν σύμφωνους τους υπόλοιπους, οι οποίοι την άκουγαν τόση ώρα με προσοχή.
Οι μορφές των γονιών της ήρθαν ξαφνικά στο μυαλό της, και η σκέψη της πέταξε κοντά τους. Ξαφνικά αισθάνθηκε λύπη και το ύφος της συννέφιασε. Σήκωσε το κεφάλι της κι έστρεψε το βλέμμα της έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο, για να μην την πάρει κανείς είδηση. Αγνάντεψε τη θάλασσα από μακριά και χαμογέλασε όταν είδε ένα μικρό περιστεράκι που ήρθε και κάθισε ήσυχα πάνω στο παντζούρι του παραθύρου.
Ο Πίτερ έκανε μια ερώτηση στον γέροντα Λουκιανό, ενώ ο Λεύκιος έμεινε να κοιτάζει τη Μαρία. Για πολλοστή φορά, συνειδητοποιούσε πως μπορούσε να συναισθάνεται τις λύπες της και πως η κάθε μια τους επηρέαζε και τον δικό του εσωτερικό κόσμο.
— Βοήθεια… βοήθεια… με τον καιρό όλα θα περάσουν… βοήθεια…, είπε ο Προκόπης.
Στράφηκαν όλοι προς το μέρος του παπαγάλου και τον κοίταξαν έκπληκτοι. Ως συνήθως, όταν το χαριτωμένο ζωντανό τελείωνε τη βόλτα του μέσα στο σπίτι, πήγαινε και τρύπωνε σ’ ένα από τα παπούτσια του Λεύκιου ή του γέροντα και αποκοιμιόταν εκεί μέσα. Έτσι έκανε και εκείνη τη μέρα. Την ώρα που ο γέροντας έβγαλε τα παπούτσια του για να ξεκουράσει τα πόδια του, ο Προκόπης μπήκε μέσα στο δεξί και κοιμήθηκε. Όταν όμως ο ανυποψίαστος γέροντας έκανε να το ξαναφορέσει, τον πάτησε άθελά του. Το αξιαγάπητο πουλί ευθύς λοιπόν τινάχτηκε πάνω και άρχισε να τρέχει πανικόβλητο μια εδώ και μια εκεί, κραυγάζοντας από φόβο παρά από πόνο. Έχανε τον προσανατολισμό του, έπεφτε πάνω στα έπιπλα, κουτουλούσε στους τοίχους και, όταν ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε στο πάτωμα. Έμεινε εκεί ακίνητος, σαν κοκαλωμένος, με τα δυο του πόδια σηκωμένα ψηλά και το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι.
Η Μαρία πήγε αμέσως κοντά του και τον παρηγόρησε λέγοντάς του χαριτωμένα λόγια και ντύνοντας τη φωνή της με γλυκύτητα.
— Εσύ θα γίνεις θεατρίνος, το ξέρεις; του είπε χαμογελώντας καλοσυνάτα, καθώς τον σήκωνε προσεκτικά από χάμω για να τον βάλει πάλι μέσα στο κλουβί του.
Οι υπόλοιποι γέλασαν μπρος στο απροσδόκητο θέαμα, ενώ ο Προκόπης επαναλάμβανε τα λόγια της Μαρίας, για να συνεχίσει να έχει όλη την προσοχή της στραμμένη επάνω του.
— Θεατρίνος… θεατρίνος… με τον καιρό όλα θα περάσουν… θεατρίνος…
Ήταν γνωστό σε όλους πως ο παπαγάλος είχε μεγάλη αδυναμία στη Μαρία. Τα μεσημέρια, όταν σχολούσε από το σχολείο και πήγαινε στο σπίτι του γέροντα, ο Προκόπης, και μόνο που άκουγε τη φωνή της, πεταγόταν επάνω και άρχιζε να πεταρίζει χαρούμενος μέσα στο κλουβί του. Σφύριζε τον ένα μουσικό σκοπό μετά τον άλλο και δεν σταματούσε μέχρι να τον πλησιάσει η Μαρία και να του γλυκομιλήσει.
Το ίδιο βράδυ, καθώς ο Πίτερ έκλεινε τα μάτια του για να κοιμηθεί, στο μυαλό του τριγύριζαν τα εξής λόγια:
«Πρωτίστως, θ’ αγοράσεις τ’ αναγκαία και τ’ απαραίτητα αγαθά, έτσι ώστε η καθημερινότητά σου να κυλάει όσο το δυνατόν πιο εύκολα και ομαλά».
Ένα περίπου χιλιόμετρο μακριά, σφάλισε και η Μαρία τα βλέφαρά της για να κοιμηθεί. Μέσα στη σκέψη της τριγυρνούσαν οι στίχοι που είχε αναφέρει ο Λεύκιος λίγες ώρες νωρίτερα, όταν σχολίαζαν την ιστορία της ημέρας:
Θέλω
ο χρόνος μου που σεργιανά μέσα στης γης τον κήπο
δικαιοσύνη να έχει στη ματιά και ειρήνη εις το ύφος.
Ο Λεύκιος εκείνη την ώρα κοιμόταν βαθιά κι έβλεπε ένα όνειρο.
Στεκόταν σ’ ένα ύψωμα, στις παρυφές μιας μεγάλης κοιλάδας. Μπροστά του υπήρχαν πολλοί δρόμοι, που οδηγούσαν σε διαφορετικούς προορισμούς.
Ο πρώτος δρόμος κατέληγε σ’ ένα μέρος όπου ο κάθε άνθρωπος προσπαθούσε ν’ αποδείξει με τα λόγια και τα έργα του πως είναι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί γύρω.
Ο δεύτερος δρόμος κατέληγε σ’ ένα μέρος όπου ο κάθε άνθρωπος προσπαθούσε ν’ αποδείξει πως είναι σημαντικότερος από τους άλλους.
Ο τρίτος δρόμος κατέληγε σ’ ένα μέρος όπου ο κάθε άνθρωπος προσπαθούσε ν’ αποδείξει πως είναι εξυπνότερος από τους άλλους.
Ο τέταρτος δρόμος κατέληγε σ’ ένα μέρος όπου ο κάθε άνθρωπος προσπαθούσε ν’ αποδείξει πως είναι σοφότερος από τους άλλους, και πάει λέγοντας.
Στην αρχή του κάθε δρόμου στέκονταν πολλά νεαρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Ανάμεσά τους ο Λεύκιος διέκρινε και τη Μαρία.
Όταν ανέτειλε ο ήλιος, άρχισαν όλοι να περπατούν τους δρόμους, ανάλογα με την επιλογή που είχε κάνει ο καθένας.
Η Μαρία, που δεν ήθελε ν’ ακολουθήσει κανέναν από αυτούς τους δρόμους, έμεινε να στέκει μονάχη της σ’ ένα σημείο της κοιλάδας το οποίο έμοιαζε με περιβόλι και ήταν γεμάτο πανέμορφα δεντράκια, όπως πορτοκαλιές, μηλιές και ροδιές. Κοιτούσε σκεφτική και προβληματισμένη τα άλλα παιδιά που περπατούσαν γρήγορα το ένα πίσω από το άλλο, μα δεν έπαιρνε την απόφαση να προχωρήσει κι αυτή.
Όταν έδυσε ο ήλιος κι έπεσε η νύχτα, άρχισε να κρυώνει και να φοβάται. Τοποθέτησε χιαστί τα χέρια της πάνω στους ώμους της, για να ζεστάνει το σώμα της, και προσπάθησε να διώξει μακριά τον φόβο της τραγουδώντας το αγαπημένο της τραγούδι:
Με την καρδιά μου αγνάντεψα
τον δρόμο της φιλίας,
νεράιδες τον στολίζανε
με γιασεμιά και κρίνα.
Σαν έφτασε το δειλινό
έπιασε ψιλοβρόχι,
τα δέντρα δροσιστήκανε
πλυθήκανε οι τόποι.
Στον ουρανό ανέτειλε
ήλιος δικαιοσύνης,
στο βάθος του φανήκανε
οι άνθρωποι της ειρήνης.
Κατανυκτική μουσικότητα γέμισε την πλάση απ’ άκρη σ’ άκρη, και τ’ αστέρια τ’ ουρανού εξέπεμψαν γλυκό φως. Τότε, ο Λεύκιος είδε μια φωτεινή αέρια μάζα να κινείται προς το μέρος της Μαρίας. Την πλησίασε αργά και ήσυχα. Ευχάριστα λόγια αντήχησαν ολόγυρα, από φωνή απόκοσμη, γεμάτη δικαιοσύνη και ειρήνη:
«Με την ελπίδα που φέγγει στη ματιά σου, άνοιξε τον δρόμο που αποζητά η καρδιά σου».
Η φωτεινή ανέμη απομακρύνθηκε τότε από κοντά της και κατευθύνθηκε προς την άκρη της κοιλάδας, στο ύψωμα όπου στεκόταν ο Λεύκιος. Σαν ζεστή ανέμη την αισθάνθηκε να τριγυρίζει το σώμα του, και τα παρακάτω λόγια αντήχησαν στ’ αυτιά του:
«Βρες τη φράση. Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Το πρώτο γράμμα της δεύτερης λέξης που γυρεύεις θα το βρεις στο πρώτο γράμμα του φυσικού αγαθού που χρειάζεσαι για ν’ αναπνέεις».
Ο Λεύκιος ξύπνησε απότομα. Ανάσαινε γρήγορα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Έστρεψε το κεφάλι του προς το παράθυρο και ασυναίσθητα η ματιά του στάθηκε πάνω στα δέντρα του περιβολιού. Το απαλό αεράκι που φυσούσε χόρευε μαζί με τις φυλλωσιές τους έναν γαλήνιο χορό.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το μενταγιόν του, που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι του. Για πολλοστή φορά εστίασε την προσοχή του στα γράμματα που ήταν χαραγμένα στην περίμετρό του και άρχισε να διαβάζει ψιθυριστά:
«Η Α Υ Ο Ο Δ Υ Ν Ι Ν Ι Ο Η Χ Ο Κ Σ Τ Ρ Υ»
Θυμήθηκε τότε πως σ’ ένα όνειρο που είχε δει στον ύπνο του παλιά, του είχε φανερωθεί το πρώτο γράμμα, το «Η». Σούφρωσε τα φρύδια από απορία κι έμεινε να κοιτάζει τα υπόλοιπα γράμματα που ήταν στη σειρά. Καθώς το βλέμμα του περνούσε από το ένα στο άλλο, τα λόγια που είχε ακούσει στον ύπνο του ήρθαν ξανά στον νου του:
«Βρες τη φράση. Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Το πρώτο γράμμα της δεύτερης λέξης που γυρεύεις θα το βρεις στο πρώτο γράμμα του φυσικού αγαθού που χρειάζεσαι για ν’ αναπνέεις».
— Το δέντρο! ψιθύρισε ο Λεύκιος, και σκίρτησε δυνατά η καρδιά του, καθώς κοιτούσε το έκτο κεφαλαίο γράμμα. Βρήκα τα πρώτα δύο γράμματα της φράσης, είπε από μέσα του αμέσως μετά, και σκίρτησε δυνατότερα η καρδιά του, από χαρά και αγωνία, καθώς τα κοιτούσε:
Η Δ…
Συνεχίζεται…