← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 — Η ΚΑΛΗ ΜΝΗΜΗ

Κάποτε, ζούσε σε μια όμορφη πόλη μια νεαρή μητέρα, η Ζωή, η οποία είχε χάσει νωρίς τον σύζυγό της, κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύρραξης. Ανέτρεφε μόνη τα δύο ανήλικα παιδιά της και συγχρόνως πάλευε να διαχειριστεί τη βαθιά λύπη που της είχε αφήσει ο χαμός του αγαπημένου της συζύγου.

Ένα ήσυχο δειλινό, που κάθονταν οι τρεις τους στην αυλή του σπιτιού τους, κάτω από τον καλοκαιριάτικο ήλιο, μια όμορφη ανάμνηση πρόβαλε από τη μνήμη της νεαρής μητέρας. Σκίρτησε δυνατά η καρδιά της από νοσταλγία, και δάκρυα συγκίνησης πλημμύρισαν τα μάτια της.

Σε αυτή την ανάμνησή της όλη η οικογένεια καθόταν μέσα σε μια μικρή βάρκα και διέσχιζε τη μεγάλη λίμνη που είχαν επισκεφτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων διακοπών τους. Στις όχθες της υπήρχαν μικρά γραφικά χωριουδάκια όπου κατοικούσαν φιλόξενοι άνθρωποι, μέσα σε ένα θαυμαστό φυσικό τοπίο, απαράμιλλης ομορφιάς. Η Ζωή, ο Βάιος και τα δύο παιδιά τους απολάμβαναν και χαίρονταν την κάθε τους στιγμή εκεί.

Μια έντονη εσωτερική παρόρμηση έκανε ξαφνικά τη νεαρή μητέρα να πάρει στα χέρια της ένα μολύβι και μια άδεια σελίδα και να ζωγραφίσει την ανάμνησή της. Όσο περνούσε η ώρα, αισθανόταν τη λύπη της να καταλαγιάζει και την ελπίδα της να σκιρτά δυνατά, σαν να ξυπνούσε από βαθύ λήθαργο. Αγάλι αγάλι ζεστάθηκε η καρδιά της κι έφεξε πάλι έπειτα από αρκετό καιρό το βλέμμα της, γεγονός που χαροποίησε πολύ τα παιδιά της.

«Η μαμά χαμογελά!» είπε το ένα, και χαμογέλασε κι εκείνο, πλατιά.

«Πόπο! Είχα ξεχάσει πόσο όμορφο είναι το χαμόγελο της μαμάς μας!» είπε το άλλο και την αγκάλιασε σφιχτά.

Από εκείνη την ημέρα, όταν η Ζωή αισθανόταν τη βαθιά λύπη για τον χαμό του συζύγου της να την κυριεύει, αποτύπωνε στο χαρτί ή στον καμβά τις όμορφες αναμνήσεις τους, κι ένιωθε ξανά τη χαρά και την ευτυχία τους.

Διάβηκαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, και η φιλήσυχη μητέρα εργάστηκε σκληρά και ανέθρεψε τα παιδιά της, εμφυσώντας τους τις αρετές και τις αξίες που είχε καλλιεργήσει και η ίδια από νωρίς στον χαρακτήρα της, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην επιδίωξη της ειρήνης.

Ένα βράδυ, όταν η ζωή της έγερνε πια προς το δείλι της, έψαξε ανάμεσα στις σελίδες και τους καμβάδες της και βρήκε την πιο αγαπημένη απ’ όλες τις ζωγραφιές της. Κάθισε στον κήπο του σπιτιού της, κάτω από τον έναστρο ουρανό του Αυγούστου, και έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλή, με βλέμμα γεμάτο νοσταλγία. Στη ζωγραφιά αυτή, είχε αποτυπώσει τη στιγμή που ο σύζυγός της έφευγε για να πάει στον πόλεμο και την αποχαιρετούσε δίνοντάς της μια ακριβή υπόσχεση.

Στη θύμηση της υπόσχεσης τα μάτια της Ζωής γέμισαν δάκρυα και μια επιθυμία κατέκλυσε το μυαλό της, η οποία γινόταν εντονότερη στο πέρασμα της ώρας. Ένα δάκρυ που κύλησε ξαφνικά πάνω στα μάγουλά της κατέληξε πάνω στον καμβά, στο σημείο όπου βρισκόταν η μορφή του συζύγου της, του Βάιου.

Η Ζωή, εν αγνοία της, είχε θέσει σε ισχύ μια από τις Ανατρεπτικές Συμπαντικές Επιθυμίες. Οι φύλακες της Φωτεινής Συμπαντικής Ύλης λοιπόν κατέγραψαν μέσα στο Βιβλίο των Οικογενειακών Ανατροπών τα εξής:

Έτος: Αναγεννησιακό

Μέλος οικογένειας: Σύζυγος

Επιθυμία: Η πραγματοποίηση μιας υπόσχεσης

Αριθμός οικογενειακής ανατροπής: 50


Ευθύς τότε ταράχτηκε η πλάση και άστραψαν οι ουρανοί! Οι θάλασσες φουρτούνιασαν και μέσα από τ’ ανήσυχα νερά τους υψώθηκαν μεγάλα κύματα. Τα πρωτότοκα παιδιά των θαλασσών κλήθηκαν από τους Ουράνιους Φύλακες ν’ ανοίξουν τον δρόμο για την πραγματοποίηση της υπόσχεσης που είχε δοθεί στη Ζωή πολλά χρόνια πριν από τον σύζυγό της. Καταδύθηκαν λοιπόν στα μεγαλύτερα βάθη του βυθού της θάλασσας, για ν’ αντιμετωπίσουν τα στοιχειά που φύλαγαν την Πύλη των Μαρμαρωμένων.

Μια φοβερή μάχη άρχισε τότε να εκτυλίσσεται στα βάθη του αλμυρού νερού. Τα παιδιά των θαλασσών αντλούσαν φως από τ’ ολόγιομο φεγγάρι, διείσδυαν δυνατά μέσα στ’ αφρισμένα κύματα και στη συνέχεια ρίχνονταν ορμητικά στα βάθη της θάλασσας, για να νικήσουν τα στοιχειά και να τ’ απομακρύνουν από την πύλη.

Ανέβαιναν και κατέβαιναν τα κύματα, αναδύονταν και καταδύονταν μαζί τους τα παιδιά των θαλασσών. Ρίχνονταν με γενναιότητα κάτω από τους μανιασμένους αφρούς τους, βυθίζονταν ξανά στα μεγάλα βάθη και συνέχιζαν ν’ αντιπαλεύονται τ’ αποκρουστικά στοιχειά.

Άξαφνα, φύσηξε ο ειρηνικός άνεμος και σηκώθηκε το Κύμα της Ανατροπής! Ορθώθηκε πάνω από την επιφάνεια του νερού, σαν πελώριος γίγαντας, και σκόρπισε ολόγυρα το ηλιοστάλαχτο φως. Τα παιδιά των θαλασσών ντύθηκαν το απόκοσμο φως του και κατευθύνθηκαν προς τον πυρήνα του.

Όταν τον πλησίασαν, σχημάτισαν γύρω του έναν κύκλο και απήγγειλαν τον Ύμνο της Ελπίδας. Παρέμειναν ακίνητοι στη θέση τους αναμένοντας την επόμενη αντίδραση του Κύματος της Ανατροπής, η οποία θα ήταν καθοριστική για την έκβαση της μάχης.

Ο πυρήνας του άρχισε τότε να πάλλεται δυνατά και να εκπέμπει ήχο, ίδιο με της ανθρώπινης καρδιάς τον χτύπο. Ήταν η στιγμή που η έντονη επιθυμία της Ζωής να πραγματοποιηθεί η υπόσχεση που της είχε δώσει κάποτε ο σύζυγός της έσμιξε με τα χτυποκάρδια της.

Ένα ισχυρό τράνταγμα ανασήκωσε τότε τα πρωτότοκα παιδιά των θαλασσών και τους έσπρωξε στην κορυφή του κύματος, την ώρα που το φεγγάρι είχε φωτιστεί ολόκληρο από τον ήλιο και είχε γίνει ένα τέλειο φωτεινό ουράνιο σώμα. Μόλις το φως του έπεσε πάνω στα σώματά τους, η εξυπνάδα τους, η συγκέντρωση, η γενναιότητα, η αποφασιστικότητα και η τόλμη τους έγιναν πιο ισχυρές από ποτέ. Τότε, το Φωτεινό Κύμα της Ανατροπής όρμησε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και τους έριξε ξανά στη μάχη.

Βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα στοιχειά για ύστερη φορά. Πάλεψαν μαζί τους με θαυμαστό σθένος, μέχρι που κατάφεραν να τα νικήσουν και να τ’ απομακρύνουν από την Πύλη των Μαρμαρωμένων.

Κάτι εκπληκτικό συνέβη τότε. Πρωτόφαντο βουητό συντάραξε τη θάλασσα κι έσκιαξε τα ζωντανά πλάσματα που ζούσαν μέσα της! Τα νερά άρχισαν να μαζεύονται, όλο να μαζεύονται, μέχρι που σιγά σιγά απομακρύνθηκαν από την πύλη και φάνηκε ο πυθμένας.

Ήχησαν τότε δυνατά οι σάλπιγγες της ελπίδας, προαναγγέλλοντας την άφιξη της Πνοής της θάλασσας! Και πρόβαλε εκείνη μέσα από τον στέρεο βυθό, παίρνοντας τη μορφή ενός μεγάλου θαυμαστού θαλασσόκρινου. Τα κατάλευκα πέταλά του ακτινοβόλησαν απόκοσμη λάμψη κι εξέπεμψαν τριγύρω την Αγγελία της Ευτυχίας:

«Η καλή μνήμη τους θ’ αφυπνιστεί, και τους λογισμούς τους θα διαφεντέψουν οι αλήθειες που τους κληροδότησαν πρόγονοι δίκαιοι και ειρηνικοί. Η αφοσίωση, η αγάπη, η πίστη και η υπομονή τους θ’ ανταμειφθούν. Τα αισθήματα θα ξανασμίξουν και θ’ αναγεννηθούν. Όσα είναι τα πλάσματα που ζουν μέσα στο αλμυρό νερό μου, και όσοι οι κόκκοι της άμμου που σκεπάζουν τον βυθό μου, τόσες θα είναι και οι στιγμές που θα τους φέρνουν τις μικρές και τις μεγάλες χαρές».

Όταν η Πνοή της θάλασσας εκφώνησε την Αγγελία, το πανέμορφο θαλασσόκρινο έκλεισε τα πέταλά του και χάθηκε ξανά κάτω από τον πυθμένα της.

Η Πύλη των Μαρμαρωμένων άνοιξε τότε διάπλατα κι ένας ανθόσπαρτος δρόμος εμφανίστηκε μπροστά στα πρωτότοκα παιδιά των θαλασσών. Χωρίς να χάσουν χρόνο, τον ακολούθησαν. Τα μεγάλα εντυπωσιακά άνθη που συναντούσαν στο διάβα τους τους καλωσόριζαν ανοιγοκλείνοντας τ’ αστραφτερά πέταλά τους, ενώ εξέπεμπαν προς το μέρος τους τις «καλές ευχές», για να τους φυλάνε μέχρι εκείνοι να καταφέρουν να φτάσουν με ασφάλεια στον Κήπο των Μαρμαρωμένων.

«Σας ευχόμαστε θάρρος και γενναιότητα».

«Σας ευχόμαστε επιμονή και αποφασιστικότητα».

«Σας ευχόμαστε ενότητα και επιτυχία».

«Σας ευχόμαστε...»

Μέσα στο μυαλό της Ζωής συνέχιζε ν’ αντηχεί δυνατά η υπόσχεση που της είχε δώσει ο σύζυγός της φεύγοντας για τον πόλεμο:

«Σου υπόσχομαι πως, όπου κι αν χαθώ, θα βρίσκω πάντοτε τον δρόμο για τον γυρισμό».


Ο κύριος Λουκιανός ξαπόσταινε καθισμένος πλάι στη μεγάλη τζαμόπορτα του σαλονιού και διάβαζε την ιστορία. Μια ακαθόριστη εσωτερική παρόρμηση τον έκανε να σηκώσει αυθόρμητα το κεφάλι του και να κοιτάξει προς την αυλή. Το βλέμμα του απλώθηκε πάνω από τ’ ανθισμένα δέντρα και τα λουλούδια και ύστερα έφτασε ψηλότερα, εκεί που είχαν μαζευτεί τα μαύρα πυκνά σύννεφα.

Συγχρόνως, άκουγε τη Μαρία, τον Πίτερ και τον Λεύκιο που μιλούσαν και αστειεύονταν μεταξύ τους στο διπλανό δωμάτιο, και ακόμα μια φορά αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη που το εγγόνι του ήταν καλύτερα στην υγεία του και ανάρρωνε με γοργό ρυθμό. Είχε ανακτήσει πλήρως τη μνήμη του και τα τραύματά του μέρα με τη μέρα επουλώνονταν.

Ο δυνατός αγέρας που φύσηξε, προμηνύοντας την άφιξη της μεγάλης καταιγίδας που αναμενόταν να φτάσει στην πόλη από το μεσημέρι, έκανε τον γέροντα να σπρώξει σιγανά τη μισάνοιχτη τζαμόπορτα για να την κλείσει. Μια ανάμνηση πρόβαλε τότε από τη μνήμη του.

Θυμήθηκε την κόρη του, τη Δάφνη, η οποία συνήθιζε κατά τη διάρκεια των εφηβικών της χρόνων να φωτογραφίζει με τις φίλες της τις ήπιες καταιγίδες που περνούσαν από την περιοχή τους. Τα κορίτσια είχαν βγάλει πάνω από τριάντα φωτογραφίες και τις είχαν φυλάξει όλες μέσα σ’ ένα μεγάλο άλμπουμ. Πού και πού επέστρεφαν σε αυτό και αναπολούσαν τα απρόοπτα που είχαν ζήσει, όταν η καταιγίδα τις έβρισκε μεσοστρατίς κι έτρεχαν με την ψυχή στο στόμα γυρεύοντας μέρος για να προστατευτούν. Πίσω από κάθε φωτογραφία ήταν γραμμένη μια μικρή ιστορία, που περιέγραφε, εν συντομία, την περιπέτεια των τριών νεαρών κοριτσιών.

Ο κύριος Λουκιανός άνοιξε το συρτάρι της σιφονιέρας που βρισκόταν δίπλα του κι έβγαλε από μέσα το άλμπουμ της κόρης του. Το ακούμπησε πάνω στα γόνατά του και το φυλλομέτρησε. Άρχισε να περιεργάζεται μία μία τις φωτογραφίες και να χαμογελάει ελαφρώς με συγκίνηση.

Κάποια στιγμή, η στοχαστική ματιά του στάθηκε σε μια από αυτές. Ένα ψηλό ελαιόδεντρο απεικονιζόταν στο κέντρο της, και στην είσοδο της μεγάλης κουφάλας του υπήρχε ένα καφετί κουνελάκι.

Πήρε τη φωτογραφία στα χέρια του, τη γύρισε από την άλλη μεριά και άρχισε να διαβάζει την περιγραφή της περιπέτειας που είχαν ζήσει τα κορίτσια εκείνη τη χειμωνιάτικη μέρα. Η Δάφνη είχε γράψει:

«Η καταιγίδα ξέσπασε νωρίτερα απ’ ό,τι αναμέναμε και μας βρήκε στο μέσο της διαδρομής προς τα σπίτια μας. Καθώς ψάχναμε ένα μέρος για να προφυλαχθούμε, βρεθήκαμε μπροστά σε μια όμορφη ελιά! Μέσα στη μεγάλη κουφάλα της καθόταν ήσυχο ένα χαριτωμένο κουνελάκι. Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, πέσαμε και οι τρεις καταγής και συρθήκαμε γρήγορα μέσα στην κουφάλα. Το ζωάκι τρόμαξε και αποτραβήχτηκε στο βαθύτερο σημείο της. Είχαμε εισβάλει κυριολεκτικά στη φωλιά του. Δεν φερθήκαμε ειρηνικά, κι αισθανόμασταν και οι τρεις άσχημα γι’ αυτό, μα δεν είχαμε άλλη επιλογή. Για να το αποζημιώσουμε λοιπόν, του χαρίσαμε από ένα κομμάτι χαρτόνι, από εκείνα τα χρωματιστά που είχαμε μέσα στις σχολικές μας τσάντες και τα χρησιμοποιούσαμε στο μάθημα της τέχνης. Του άρεσε! Ροκάνισε και το κόκκινο και το κίτρινο και το πράσινο χαρτόνι που του δώσαμε, κι εμείς το κοιτούσαμε και χαμογελούσαμε από ευχαρίστηση. Στο τέλος, γίναμε φίλοι! Φεύγοντας από εκεί, το έβγαλα μια φωτογραφία».

Το άλμπουμ της κόρης του, γεμάτο φωτογραφίες, σκέψεις και συναισθήματα, όλα δικά της, έφερε μεγάλη συγκίνηση στον γέροντα. Ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη να της πει ορισμένα λόγια, με τη φωνή της καρδιάς του:

— Κόρη μου, δεν θα λείψει τίποτα στον Λεύκιο. Την επόμενη εβδομάδα, που θα πάρω τα χρήματα της σύνταξής μου, θα του ψωνίσω ό,τι άλλο χρειάζεται. Θα συνεχίσω να φροντίζω με περίσσια έγνοια για τη διατροφή του. Να είναι η καλύτερη, για να δυναμώσει ο οργανισμός του το συντομότερο.

— Τον επόμενο μήνα, όταν σταθεί καλά στα πόδια του, σκοπεύω να περάσω από διάφορα καταστήματα της περιοχής για ν’ αγοράσω τα υλικά που χρειαζόμαστε για την κατασκευή του μικρού θερμοκηπίου. Θυμάμαι καλά πως λίγες ημέρες προτού φύγει το παιδί για την πρωτεύουσα μου εκμυστηρεύτηκε την επιθυμία του να φτιάξουμε ένα θερμοκήπιο δίπλα στο περιβόλι της αυλής του σπιτιού μας. Θα είναι δύσκολο για τον Λεύκιο να συμμετέχει στην κατασκευή του, μα η υγιής δραστηριοποίηση θα ενισχύσει την πίστη του στον εαυτό του και θα δυναμώσει την αγάπη του για ζωή.

Άνοιξε το συρτάρι της σκαλιστής σιφονιέρας και τοποθέτησε το άλμπουμ στη θέση του. Τα διακοσμητικά αντικείμενα που υπήρχαν στα ράφια της τράβηξαν την προσοχή του. Είχε το καθένα τη δική του θέση, εκεί όπου επιθυμούσε η κυρία Αθηνά, η κυρά της καρδιάς του.

Η ματιά του γέροντα στάθηκε στο φλάουτο. Ένα ελαφρύ νοσταλγικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Σηκώθηκε από τη θέση του, το πήρε προσεκτικά στα χέρια του και το ψηλάφισε για λίγο με τις άκρες των δαχτύλων του.

Ύστερα, άρχισε να παίζει μια παλιά μελωδία, την αγαπημένη της κυρίας Αθηνάς. Θυμήθηκε που καθόντουσαν οι δυο τους εκεί, στο σαλόνι του σπιτιού, κι έπαιζαν μαζί διάφορα κομμάτια, την ώρα που βασίλευε ο ήλιος. Με γαλήνιο ύφος και βαθύ βλέμμα, ακουμπούσε απαλά τα δάχτυλά της πάνω στις χορδές της άρπας και τον συνόδευε στο φλάουτο.

Έσμιγαν οι γλυκοί ήχοι και μια θαυμαστή μελωδία απλωνόταν τριγύρω. Γέμιζε τον χώρο του σαλονιού, πέρναγε από το μισάνοιχτο τζάμι κι έβγαινε παραέξω. Απλωνόταν ήσυχα στην πλάση, γυρόφερνε τα σπιτικά της γειτονιάς και αντάμειβε με αισθήματα αισιοδοξίας και ελπίδας τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να ζουν ειρηνικά.