Και ειρήνη εις το ύφος…
Αγγελιαφόρος:
Αρετές!
Με τις οδηγίες που πήρατε από την αρχαιότερη Μοίρα των θαλασσών και με το ισχυρό γνωστικό φως σας, καταφέρατε ν’ ανατρέψετε το σχέδιο που εφάρμοσαν οι Σκιές στη Γη, προκειμένου να κρατήσουν τον Πρώτο Αθάνατο Ειρηνικό Αναγεννητή μακριά από την ψυχή του. Η επανένωσή τους θα επαναφέρει πλήρως τη μνήμη του, και στον σωστό καιρό η Αρχέγονη Γνώση θα του αποκαλυφθεί και θα του παράσχει την Υπέρτατη Ισχύ. Τότε, θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αθάνατους Αναγεννητές και όλοι μαζί θα καταστούν ακατανίκητοι στις μάχες που θα δίνουν για την επικράτηση της ειρήνης στον πλανήτη.
Συνεχίστε να προστατεύετε τη ζωή και ό,τι άλλο αιώνιο και πολύτιμο αναπτύχθηκε και διαφυλάχθηκε από τους ανθρώπους μέσα στους αιώνες. Εισχωρήστε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, για να τους διαφωτίσετε και να τους αναγεννήσετε με το ισχυρό φως της γνώσης σας.
Οι Φωτεινοί Πρωτοπόροι αποκάλυψαν τα νέα σχέδια που πρόκειται να εφαρμόσουν οι Σκιές για να ενισχύσουν τη διχόνοια πάνω στη Γη και να προκαλέσουν εμφύλιες διαμάχες και πολέμους. Θα σας τα φανερώσουν σύντομα, έτσι ώστε να μπορέσετε να τα αποτρέψετε. Αγωνιστείτε σθεναρά και νικήστε. Οι απεσταλμένοι του Χρόνου θα σας στηρίζουν και θα σας καθοδηγούν αδιάλειπτα.
Εκείνο το ανοιξιάτικο απομεσήμερο, ο δεκαπεντάχρονος Λεύκιος κοιμόταν βαθιά. Την ίδια ώρα στην πρωτεύουσα μια συνομιλία εκτυλισσόταν ανάμεσα στον θείο και στη θεία του.
— Δεν το χωράει το μυαλό μου, Νέαρχε. Εμείς του προσφέραμε στέγη, φαγητό, προστασία, μια καινούρια ζωή στη σπουδαιότερη πόλη της χώρας μας και αυτός κάνει πείσματα και αρνείται να επιστρέψει. Είναι ένας αχάριστος νεανίσκος.
— Είναι και αχάριστος και ανάγωγος, καλή μου. Είχε μάλιστα το θράσος να μας ζητήσει να του στείλουμε τα πράγματά του στο σπίτι του παππού του.
— Ποιος ξέρει πόσα ψέματα είπε στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό, όταν συνήλθε στο νοσοκομείο, και πόσα ακόμα είπε στον παππού του, όταν στη συνέχεια τον πήγαν σ’ εκείνον. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι. Αν μας διέσυρε, πάει να πει πως έκανε ζημιά στην καλή μας φήμη. Πρέπει να κάνεις κάτι γι’ αυτό, Νέαρχε, και μάλιστα το συντομότερο, γιατί, ως γνωστόν, θα είσαι υποψήφιος στις επόμενες δημοτικές εκλογές και αυτό το γεγονός δεν πρέπει να σου χαλάσει τη δημόσια εικόνα.
— Μην ανησυχείς, Πένυ. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τον αφήσω ατιμώρητο. Θα του δώσω ένα γερό μάθημα, που θα το θυμάται σε όλη του τη ζωή.
— Αυτό να κάνεις. Τέτοιου είδους συμπεριφορές πρέπει να πατάσσονται από νωρίς.
— Συμφωνώ, καλή μου, γι’ αυτό και έχω ήδη καταστρώσει το σχέδιό μου.
— Δηλαδή; Τι σκέφτεσαι να κάνεις;
— Θα φροντίσω ο Λεύκιος να μη μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα στη γενέτειρά του. Εξ όσων γνωρίζω, ο Λουκιανός ζει από μια σύνταξη. Άλλα εισοδήματα δεν έχει. Θα βασιστώ λοιπόν στην οικονομική του κατάσταση και θα δράσω.
— Και… πώς θα συνδέσεις τη σύνταξη του γέρου με την τιμωρία του ανιψιού σου; Γίνε πιο σαφής, σε παρακαλώ. Μη με εκνευρίζεις!
— Ηρέμησε, καλή μου. Θα σου εξηγήσω και θα καταλάβεις αμέσως τι εννοώ. Αν ο γέρος σταματήσει να λαμβάνει το χρηματικό ποσό που αναλογεί μηνιαίως στη σύνταξή του, για λίγο καιρό, τουλάχιστον, τότε δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα με τα έξοδα του Λεύκιου, οπότε θ’ αναγκαστεί να τον στείλει πίσω σ’ εμάς.
— Δηλαδή, σκοπεύεις να διακόψεις τη σύνταξή του;
— Ακριβώς, Πένυ! Είναι προφανές πως τον υπεραγαπάει τον αυθάδη νεαρό, αν αναλογιστείς τι στοργικά λόγια έγραφε μέσα στα γράμματα που του έστελνε κάθε μήνα μαζί με τα χρήματα. Δεν θ’ αντέξει λοιπόν να τον βλέπει να στερείται το ένα και τ’ άλλο.
— Ο γέρος τον κακόμαθε πολύ τον ανιψιό σου, Νέαρχε. Και με ποιον τρόπο λογαριάζεις να διακόψεις τη σύνταξη;
— Όπως γνωρίζεις, καλή μου, έχω καταφέρει να κάνω πολλές και αξιόλογες γνωριμίες, κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Ένας γνωστός μου λοιπόν εργάζεται στην Υπηρεσία Συντάξεων. Θα μιλήσω μαζί του και θα του ζητήσω να διακόψει προσωρινά τη σύνταξη του Λουκιανού. Θα βρει αυτός κάποια δικαιολογία, φυσικά! Ίσως το αποδώσει σε κάποιο σφάλμα του συστήματος πληρωμών. Πάντως, είναι βέβαιο πως δεν θα μου αρνηθεί τη χάρη, διότι, όταν πρωτοήρθε με την οικογένειά του στην πρωτεύουσα, πριν από περίπου δύο χρόνια, του έκανα μια μεγάλη εξυπηρέτηση.
— Μπράβο, Νέαρχε! Είναι ένα ευφυές σχέδιο. Τις γνωριμίες που κάνουμε οφείλουμε πάντοτε να τις αξιοποιούμε προς όφελος της οικογένειάς μας.
— Πολύ σωστά. Πρωτίστως το οικογενειακό μας συμφέρον.
— Επομένως, αύριο το πρωί θα επικοινωνήσω τηλεφωνικά με τον εν λόγω γνωστό μου και θα διευθετήσω άμεσα το ζήτημα. Εντός διμήνου, το αργότερο, ο γέρος θα μας ικετεύει να δεχτούμε ξανά τον Λεύκιο στο σπίτι μας. Θα τον στρώσω τότε εγώ στη δουλειά τον επαναστάτη ανιψιό μου και θα αποπληρώσει όσα του προσφέραμε τα τελευταία χρόνια. Και αν θέλει να ολοκληρώσει τη φοίτησή του, ας εγγραφεί σε νυχτερινό σχολείο. Θα μεριμνήσω ώστε κατά τη διάρκεια της ημέρας η προσοχή του να είναι αποκλειστικά στραμμένη στη δουλειά και στον μισθό που θα αποκομίζει από αυτήν.
— Σωστά θα κάνεις, Νέαρχε. Η αχαριστία είναι μεγάλο ελάττωμα. Ο Λεύκιος πρέπει να πάρει το μάθημά του και να την αποβάλει όσο είναι νωρίς ακόμα. Για το δικό του καλό.
— Συμφωνώ, Πένυ. Για το δικό του καλό.
— Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα, Νέαρχε.
— Μην ανησυχείς, καλή μου. Όπως σου είπα και πριν, θα το τακτοποιήσω αύριο.
Ο Λεύκιος ξύπνησε απότομα λουσμένος στον ιδρώτα. Κάποιες λέξεις, σαν ηχώ από το όνειρο που μόλις είχε δει, στριφογύριζαν ακόμα στο μυαλό του, προκαλώντας του μεγάλη αναστάτωση:
Τότε, θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αθάνατους Αναγεννητές και όλοι μαζί θα καταστούν ακατανίκητοι στις μάχες που θα δίνουν για την επικράτηση της ειρήνης στον πλανήτη…
— Λεύκιε… το χέρι σου, Λεύκιε… πάγωσε ξαφνικά! είπε η Μαρία με σφιγμένη καρδιά, καθώς του έδινε τη βιταμίνη και το νερό.
Ο Πίτερ και ο κύριος Λουκιανός, που κάθονταν δίπλα του, άγγιξαν σχεδόν ταυτόχρονα το μέτωπό του, για να δουν αν είχε πυρετό.
— Μην ανησυχείτε. Θα μου περάσει γρήγορα. Όταν έμενα στην πρωτεύουσα, μου συνέβαινε πότε πότε, τους διαβεβαίωσε κοιτώντας τους με σιγουριά.
Μια αόριστη ανησυχία κυρίευσε το μυαλό του παππού του. Σηκώθηκε, πήγε σιγά σιγά στο παράθυρο και έκλεισε το μισάνοιχτο τζάμι.
— Φύσηξε βοριάς, είπε αργά και κοίταξε μακριά τη βαθυγάλανη θάλασσα.
Η Μαρία πήρε το φλιτζάνι της με το ζεστό τσάι και το έδωσε στον Λεύκιο.
— Κράτησέ το μέχρι να ζεσταθούν τα χέρια σου, του είπε με έγνοια και τραβώντας μια καρέκλα κάθισε κι αυτή πλάι του.
— Μήπως να πάω να φέρω το όργανο του οποίου η λειτουργία βασίζεται στη θερμική διαστολή ενός υγρού ή αερίου που περιέχεται σε έναν διαφανή σωλήνα με χαραγμένη θερμομετρική κλίμακα; ρώτησε ο Πίτερ με προσποιητή σοβαρότητα.
Ο Λεύκιος ευθύς γέλασε, ενώ η Μαρία κοίταξε τον Πίτερ απορημένη.
— Όργανο; Θερμική διαστολή; Διαφανής σωλήνας; Πίτερ, τι λες; Δεν κατάλαβα τίποτε.
Ο Λεύκιος ξαναγέλασε σιγανά και της είπε:
— Μας περιέγραψε το θερμόμετρο, Μαρία.
— Το θερμόμετρο; Πίτερ, όλο παίζεις με τις λέξεις, του αποκρίθηκε γελώντας σιγανά και άρχισε να φυλλομετράει το Βιβλίο των Αρετών.
Στις πρώτες σελίδες βρήκε τα ονόματα των αρετών και τα κοίταξε για λίγο σκεπτική. Θέλω να ενδυναμώσω τις αρετές μου, σκέφτηκε σιωπηλά, όπως πάντα.
Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Σεβασμός, Ελευθερία, Υγεία, Αγάπη, Στοργή, Ελπίδα, Τιμιότητα, Ειλικρίνεια, Πίστη, Σοφία, Σύνεση, Φρόνηση, Σεμνότητα, Μετριοφροσύνη, Ταπεινοφροσύνη, Ευγνωμοσύνη, Εκτίμηση, Αξιοπρέπεια, Διορατικότητα, Πρόνοια, Αφοσίωση, Θέληση, Πειθαρχία, Αποφασιστικότητα, Εργατικότητα, Υπευθυνότητα, Ψυχραιμία, Μάθηση, Μελέτη, Εξάσκηση, Δημιουργικότητα, Εξυπνάδα, Ευρηματικότητα, Οικονομία, Άθληση, Ευγένεια, Κατανόηση, Καλοσύνη, Συμπόνια, Φιλευσπλαχνία, Φιλανθρωπία, Γενναιοδωρία, Φιλία, Φιλοπατρία, Γενναιότητα, Θάρρος, Τόλμη, Αγωνιστικότητα, Συνεργασία, Επικοινωνία, Πειθώ, Εχεμύθεια, Αλληλεγγύη, Μεταμέλεια, Συγχώρηση, Βελτίωση, Πρόοδος, Επιτυχία, Ευημερία, Αξιοσύνη, Ψυχαγωγία, Χαρά, Ευφροσύνη, Ευτυχία, Ομορφιά, Αγνότητα…
Η Μαρία συνέχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο μέχρι που βρήκε τη σελίδα όπου είχε σταματήσει την προηγούμενη φορά. Οι άλλοι σώπασαν και περίμεναν να την ακούσουν. Άρχισε να διαβάζει αργά την ιστορία, με την καρδιά της ανοιχτή και τη σκέψη της προσεκτική, για να καταλάβει καλά τα μηνύματά της:
Στα παλιά τα χρόνια, ο βασιλιάς της Ανήλιας και οι στρατηγοί του έκαναν συχνά πολέμους και επιτίθονταν στις γειτονικές χώρες για να τις κατακτήσουν. Πολλοί άντρες της Ανήλιας δούλευαν σε εργοστάσια που έφτιαχναν όπλα και ακόμα περισσότεροι πήγαιναν μαζί με τον βασιλιά στους πολέμους. Όλο και περισσότερες οικογένειες έχαναν τους άντρες τους στις μάχες. Γι’ αυτό, πλήθος κόσμου, έβγαιναν συχνά στους δρόμους ζητώντας τον τερματισμό των κατακτητικών εκστρατειών και την αποκατάσταση της ειρήνης.
Ο βασιλιάς και οι στρατηγοί του, οι οποίοι είχαν κάποτε πάρει στα χέρια τους την εξουσία με τη βία, αγνοούσαν τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις των πολιτών και συνέχιζαν να καταστρώνουν τα πολεμικά τους σχέδια, ακολουθώντας συγκεκριμένες αρχές.
Ορισμένες από αυτές ήταν οι εξής:
- Έσπερναν τη διχόνοια σε κάθε χώρα που σκόπευαν να κατακτήσουν, προκαλώντας εμφύλιες διαμάχες και συγκρούσεις ανάμεσα στους κατοίκους της. Στη συνέχεια, ο κατακτητής βασιλιάς εισέβαλλε στη χώρα, επικαλούμενος την αποκατάσταση της ειρήνης και τον εκπολιτισμό του λαού, και έτσι έθετε υπό την κυριαρχία του τα εδάφη που είχε στοχεύσει εξαρχής. Ύστερα μετέφερε ένα μέρος του πληθυσμού στην Ανήλια, για να υπηρετούν τον βασιλιά και τους υπηκόους του, αλλά και για να εργάζονται στις βιομηχανίες κατασκευής οπλικού εξοπλισμού ή όπου αλλού υπήρχε ανάγκη εργατικού δυναμικού.
- Ανέπτυσσαν καλές σχέσεις με εύπορους και επιφανείς πολίτες της κάθε χώρας που κατακτούσαν, έτσι ώστε να γνωρίζουν κάθε σημαντική κίνηση που γινόταν σε αυτήν, και σε συνεργασία με αυτούς να τη σταματούν εάν έπληττε ακόμη και στο ελάχιστο τα συμφέροντα της Ανήλιας.
- Επέβαλλαν βαριά φορολογία και οδηγούσαν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα στην εξαθλίωση. Πολλοί άνδρες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα μηνιαίο εισόδημα και να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, εντάσσονταν στα στρατεύματα της Ανήλιας και ακολουθούσαν τον βασιλιά στις εκστρατείες του.
- Έπαιρναν στυγνές αποφάσεις που αφορούσαν την εκπαίδευση των παιδιών στα σχολεία, τη συμπεριφορά και την ηθική τους καθοδήγηση. Παρότρυναν, αλλά και εξανάγκαζαν, τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους γονείς να ασκούν λεκτική και σωματική βία και να επιβάλλουν σκληρές και βασανιστικές τιμωρίες στα παιδιά, στους μαθητές και στις μαθήτριες όλων των ηλικιών, για να τους συνετίζουν και να τους βοηθούν να ωριμάσουν.
Κάποτε, ο βασιλιάς και οι στρατηγοί του αποφάσισαν να εισβάλουν στη Χώρα των Σοφών. Μια διορατική κάτοικος που ζούσε σ’ ένα μακρινό ορεινό χωριό της Ανήλιας, μόλις άκουσε την είδηση, ταράχτηκε πολύ. Έβαλε μέσα σ’ ένα σακίδιο νερό και φαγητό και κίνησε για το παλάτι. Δρόμο έπαιρνε δρόμο άφηνε και πέντε μέρες μετά έφτασε στον προορισμό της. Παρουσιάστηκε τότε μπροστά στον βασιλιά και του είπε με φωνή γεμάτη ανησυχία:
— Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, ο στρατός μας είναι καταπονημένος από τις συνεχείς επιδρομές, ενώ ο πόνος της απώλειας έχει σκεπάσει πολλά σπιτικά, αφήνοντας πίσω του ορφάνια και δυστυχία. Σε συμβουλεύω λοιπόν να μην επιτεθείς στη Χώρα των Σοφών και ν’ ακούσεις τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του λαού σου για παύση των εκστρατειών και για επιστροφή στα χρόνια της ειρήνης. Κανένας λαός δεν εκπολιτίζεται με τη χρήση απάνθρωπων αποφάσεων και απολίτιστων ενεργειών, όπως είναι οι πολεμικές επιδρομές και η βία που αυτές φέρνουν, μήτε η ανάπτυξη και η πρόοδος είναι ασφαλείς όταν επιτυγχάνονται με αυτούς τους τρόπους. Αν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου, η Ανήλια θα γνωρίσει μεγάλη άνθηση και ο κόσμος θα ζήσει καλύτερες μέρες, διότι το βλέμμα του ήλιου θα ακουμπήσει ξανά με στοργή πάνω της. Εάν όμως αψηφήσεις τα λόγια μου, η ιστορία μας θα καταγράψει σωρεία δυσάρεστων γεγονότων, που θα επιφέρουν πρωτοφανείς και δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνίας μας. Κοιτώντας μάλιστα μακρύτερα στο μέλλον, είδα την ολοκληρωτική καταστροφή, τη δική σου και των στρατηγών σου, από τους τελευταίους απογόνους των Σοφών Αυτοκρατόρων, οι οποίοι ζουν σε ένα μυστικό προστατευμένο μέρος στη Χώρα των Σοφών. Έχουν πνευματική και διεισδυτική ευφυΐα και είναι προικισμένοι με απόκοσμες ισχυρές δυνάμεις, γιατί στηρίζονται αδιάλειπτα από τα λαμπρότερα πνεύματα που διαφεντεύουν τους ουρανούς. Τα σημάδια των καιρών δείχνουν πως έχει ήδη ξεκινήσει στη Γη η διαδικασία ανάληψης της εξουσίας από τους Σοφούς Αυτοκράτορες.
Ο κατακτητής βασιλιάς θύμωσε πολύ όταν άκουσε τα λόγια της διορατικής γυναίκας και αποφάσισε να την τιμωρήσει. Διέταξε λοιπόν αμέσως τους φρουρούς του παλατιού να την οδηγήσουν στο πιο απομακρυσμένο μέρος της Ανήλιας και να την εγκαταλείψουν εκεί χωρίς φαγητό και νερό. Στη συνέχεια, άρχισε να καταστρώνει μαζί με τους στρατηγούς του ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα εκθρόνιζαν τον βασιλιά της Χώρας των Σοφών. Διέταξε μάλιστα τους απεσταλμένους του να συνεργαστούν κρυφά με συγκεκριμένους επιφανείς κατοίκους της χώρας, παραχωρώντας τους μεγάλα προνόμια και δύναμη, έτσι ώστε να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το σχέδιο του βασιλιά της Ανήλιας, οι απεσταλμένοι του, με θεατρινισμούς και σκηνοθετημένες εντυπώσεις, θα προσποιούνταν τους καλοθελητές και θα έπειθαν με διάφορους τρόπους τον δίκαιο και ειρηνικό βασιλιά της Χώρας των Σοφών πως νοιάζονταν ειλικρινά για το καλό και την πρόοδο του λαού του. Παράλληλα, θα διέδιδαν διάφορες αναλήθειες εις βάρος του ίδιου και των καλών συνεργατών του, με σκοπό να πλήξουν την αξιοπιστία τους, να σπείρουν τη διχόνοια και να προκαλέσουν αναταραχές στη χώρα.
Ο επικεφαλής των απεσταλμένων του κατακτητή βασιλιά, που είχε ακούσει τα καλύτερα λόγια για τον βασιλιά της Χώρας των Σοφών, αποφάσισε να κάνει κι αυτός μια προσπάθεια να πείσει τον βασιλιά της Ανήλιας να το ξανασκεφτεί. Του είπε λοιπόν:
— Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, ο λαός της Χώρας των Σοφών δεν θα παρασυρθεί εύκολα μπρος στις αναλήθειες που θα εξαπολύσουμε εναντίον του βασιλιά τους, γιατί αυτός κατάφερε στο πέρασμα του χρόνου να εξυψώσει και να μεγαλύνει τόσο πολύ την ύπαρξή του που η καρδιά του γέμισε με την ατελεύτητη αγάπη. Μ’ αυτήν φροντίζει αδιάλειπτα τα σπιτικά ολονών, κάνοντας ένα σωρό καλά έργα, που τους οδηγούν στην ασφαλή πρόοδο και στην ευημερία. Μάλιστα, η διορατική γυναίκα που σας παρότρυνε να μη βλάψετε με κανέναν τρόπο τη Χώρα των Σοφών, καθώς έφευγε από το παλάτι, προειδοποίησε με τα εξής λόγια: «Οι αιώνες και η ιστορία μάς έχουν δείξει πως οι άνθρωποι που ξεχωρίζουν για την αρετή τους, και κυρίως για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη τους, βρίσκονται ήδη υπό την προστασία πανίσχυρων ουρανίων δυνάμεων. Οποιαδήποτε βλάβη σε αυτούς θεωρείται ιεροσυλία και θα επιφέρει τραγικές συνέπειες».
— Τότε, μην αργείτε! απάντησε ευθύς ο βασιλιάς της Ανήλιας, οργισμένος, και η φωνή του αντήχησε τρομακτική σ’ όλο το παλάτι. Σπεύστε στη Χώρα των Σοφών και εφαρμόστε όσο πιο γρήγορα γίνεται το σχέδιο που σας δόθηκε. Χτυπήστε ασταμάτητα και ανελέητα τον βασιλιά της από πολλές πλευρές. Προσεγγίστε τους στενούς συνεργάτες και συμβούλους του και στρέψτε τους εναντίον του με κάθε τρόπο και μέσο. Αν χρειαστεί, δωροδοκήστε τους. Σας διατάζω να τους φέρετε με το μέρος μας, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν τον στόχο μας. Όσοι από αυτούς αρνηθούν να συνεργαστούν θα βρεθούν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της απόφασής τους. Στη συνέχεια, με μυστικές μεθοδεύσεις, να διαπομπεύσετε τον βασιλιά της Χώρας των Σοφών και να στρέψετε τον λαό του εναντίον του. Προκαλέστε σωρεία προβλημάτων και ρίξτε το φταίξιμο και τις ευθύνες σ’ εκείνον. Οδηγήστε την ύπαρξή του στην καταστροφή και στο χάος. Δώστε του τόσο πόνο που θα πληγώσει πολύ βαθιά την καρδιά του και θα συνρίψει την ατελεύτητη αγάπη που την κατοικεί. Όταν η καρδιά του σταματήσει να χτυπά, φροντίστε να είστε εκεί. Ξεριζώστε την και φέρτε τη σ’ εμένα το συντομότερο δυνατό. Η καρδιά αυτή θα γίνει αντικείμενο μελέτης και θα υποβληθεί σε λεπτομερή ανάλυση από τους ερευνητές μας. Τα ευρήματα θα χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια προς όφελος της χώρας μας και των συμμάχων μας.
Ο δεύτερος στην ιεραρχία των απεσταλμένων, πήρε τότε τον λόγο και είπε:
— Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, φοβόμαστε ότι το βάρος των συνεπειών μιας τέτοιας ασεβούς ενέργειας θα πέσει στις πλάτες του λαού μας, και κυρίως η ντροπή που θα μας φέρει, την οποία θα κληρονομήσουν και οι επόμενες γενιές. Θα υποφέρουν αθώοι, πληρώνοντας ένα λάθος που δεν θα είναι δικό τους.
— Εκτελέστε αμέσως τη διαταγή μου και μην προσπαθείτε να με μεταπείσετε με φοβέρες! φώναξε τότε, πιο αγριεμένος από πριν, ο βασιλιάς, και το βλέμμα του άστραψε από οργή και μίσος.
Καθώς η Μαρία διάβαζε την ιστορία, ένα δυνατό κουδούνισμα, σαν υπενθύμιση, αντήχησε στο υπνοδωμάτιο.
— Λεύκιε, είναι ώρα για το καθημερινό σου περπάτημα, είπε ο Πίτερ, κοιτώντας την οθόνη του κινητού του που αναβόσβηνε ρυθμικά.
— Άντε, παιδιά μου, πηγαίνετε να κάνετε τη βόλτα σας προτού πέσει η νύχτα, τους παρότρυνε καλοσυνάτα, ο παππούς Λουκιανός, και άπλωσε το χέρι του για να πιάσει τις πατερίτσες και να τις δώσει στο εγγόνι του. Σε λίγες μέρες δεν θα χρειάζεται να στηρίζεσαι σ’ αυτές για να περπατάς, παιδί μου. Θα γίνεις εντελώς καλά και θα περπατάς κανονικά, όπως και πριν, είπε στον Λεύκιο με φωνή γεμάτη ελπίδα και με βλέμμα γεμάτο έγνοια και καλοσύνη.
Η Μαρία τσάκισε την άκρη της σελίδας και έκλεισε το βιβλίο.
— Θα σας διαβάσω άλλη φορά τη συνέχεια της ιστορίας, είπε χαμογελώντας ελαφρά και προχώρησε προς το μέρος του Λεύκιου.
— Παρόλο που την έχουμε ακούσει ξανά, η συγκεκριμένη ιστορία καταφέρνει πάντα να μας δώσει κάτι καινούριο, τόνισε ο Πίτερ.
— Όλες οι ιστορίες που περιέχει το Βιβλίο των Αρετών, όσες φορές κι αν τις ακούσω, μου προκαλούν πάντα νέα συναισθήματα και μου δείχνουν ενδιαφέροντα νοήματα. Με απορροφούν πλήρως, και ακόμα και μετά το τέλος της κάθε ιστορίας οι χαρακτήρες συνεχίζουν να ζουν μέσα στο μυαλό μου και ορισμένοι να με εμπνέουν. Θαρρώ πως επηρεάζουν την καθημερινότητά μου, μα και τη ζωή μου γενικότερα, μ’ έναν τρόπο μαγευτικό, πρόσθεσε η Μαρία.
— Η αλήθεια είναι πως κάθε φορά νιώθουμε και μαθαίνουμε κάτι διαφορετικό από αυτές τις ιστορίες. Διευρύνουν διαρκώς τους ορίζοντές μας, μεταμορφώνουν τον εσωτερικό μας κόσμο και τον εμπλουτίζουν. Μοιάζει με ένα συναρπαστικό ταξίδι που θες να το κάνεις ξανά και ξανά, συμπλήρωσε ο Λεύκιος.
— Ω! Να μια λευκή λεμονιά! Δείτε πόσο όμορφη είναι! Τριγυρίζει την κληματαριά! είπε άξαφνα η Μαρία με ενθουσιασμό, μόλις βγήκαν στην αυλή.
— Μια λευκή λεμονιά τριγυρίζει την κληματαριά; απόρησε ο Πίτερ.
— Ναι! Μόλις τώρα πήγε και στάθηκε πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι.
— Μια λευκή λεμονιά τριγύριζε την κληματαριά και πήγε και στάθηκε πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι; απόρησε και ο Λεύκιος.
— Χα, χα! Μικρή, μήπως προσπαθείς να με ξεπεράσεις στα λογοπαίγνια; Αν ναι, τότε πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο. Χα, χα! Ακούς εκεί «μια λευκή λεμονιά τριγυρίζει την κληματαριά»! την πείραξε ο Πίτερ και γέλασε.
— Μα αλήθεια σας λέω. Μια λευκή λεμονιά τριγύριζε την κληματαριά και πήγε και στάθηκε πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι. Και, Πίτερ, δεν είμαι μικρή.
— Είσαι σχεδόν ένα χρόνο μικρότερη από εμάς, επομένως είσαι η μικρή της παρέας μας. Χα, χα! Και σταμάτα να επιμένεις πως μια λευκή λεμονιά πήγε και στάθηκε πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι. Πειραχτήρι. Έχουμε μάτια και βλέπουμε πως οι λεμονιές του περιβολιού βρίσκονται όλες στη θέση τους, παραταγμένες η μια δίπλα στην άλλη και φορτωμένες μεγάλα ζουμερά λεμόνια.
— Μια λευκή λεμονιά στέκει πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι, επέμεινε η Μαρία.
— Για να επιμένεις τόσο πολύ, πάει να πει πως βλέπεις κάτι που εμείς δεν μπορούμε να δούμε, είπε ο Λεύκιος χαμογελώντας της με νόημα, σαν να την προσκαλούσε σιωπηλά να φανερώσει το μυστικό της.
— Χα, χα! Αν είναι δυνατόν! Δεν μου λες, Μαρία, ισχύει αυτό που λέει ο Λεύκιος;
— Αμέ!
— Χα, χα! Δηλαδή τώρα βλέπεις μια λευκή λεμονιά να στέκει πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι;
— Αμέ!
— Χα, χα! Είσαι απίστευτη!
— Λεύκιε, μην την ενθαρρύνεις. Δεν βλέπεις πως μας κάνει πλάκα;
— Αλήθεια σας λέω. Δεν σας κάνω πλάκα.
— Χα, χα! Το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Για συνέχισε, Μαρία. Ο επιμένων νικά.
— Λεύκιε, κάνει καλαμπούρι σου λέω. Μικρή, μαζέψου. «Μια λευκή λεμονιά στέκει πάνω σ’ ένα τσαμπί σταφύλι;» Χα, χα! Τι άλλο θ’ ακούσουμε από σένα! Πάντως, πρέπει να παραδεχτώ πως μας έφτιαξες για τα καλά τη διάθεση.
— Λοιπόν, αφού επιμένετε πως σας κάνω πλάκα, σας λέω με απόλυτη βεβαιότητα πως η λευκή λεμονιά μόλις πέταξε μακριά από το σταφύλι και πήγε και στάθηκε πάνω στον αριστερό ώμο του Λεύκιου.
Οι δύο δεκαπεντάχρονοι αμέσως ταράχτηκαν και οι καρδιές τους σκίρτησαν δυνατά από αγωνία. Έστρεψαν σχεδόν ταυτόχρονα τα κεφάλια τους προς τον ώμο του Λεύκιου κι έμειναν να κοιτούν σαστισμένοι την πανέμορφη πεταλούδα με τα έντονα κίτρινα φτερά να στέκει ακίνητη πάνω στην μπλούζα του, σάμπως να είχε γαντζωθεί σ’ αυτήν.
— Δεν σας το είπα πως σας έλεγα την αλήθεια; Ορίστε! Μια λευκή λεμονιά στεκόταν πριν από λίγο πάνω στο τσαμπί και τώρα στέκει πάνω στον ώμο του Λεύκιου.
Τα δύο αγόρια έμειναν να κοιτούν άφωνα την πεταλούδα, που είχε ξεθαρρέψει και τώρα ανοιγόκλεινε απαλά τα φτερά της, γεμίζοντας τον αέρα με μια αίσθηση θαυμασμού.
— Η πεταλούδα αυτή λέγεται «λευκή λεμονιά»; ρώτησε έκπληκτος ο Πίτερ.
— Ακριβώς. Και αν κοιτάξετε λίγο πιο πέρα, θα δείτε ότι πάνω στους βασιλικούς στέκει μια γαλαζοπεταλούδα. Δείτε πώς λαμπυρίζει κάτω από τον ήλιο!
Κοίταξαν ευθύς προς τα κει όπου βρίσκονταν οι βασιλικοί και τα γιασεμιά και ανασήκωσαν πάλι τα φρύδια τους, από ενθουσιασμό, όταν αντίκρισαν μία ακόμα πανέμορφη πεταλούδα, με μικρές αλλά λαμπερές μπλε πιτσιλιές, να στέκει πάνω στη βαθυπράσινη φυλλωσιά του βασιλικού και να κουνάει αργά τα φτερά της.
— Πόπο! Τελικά είχε δίκιο. Γι’ ακόμα μια φορά μας έβαλε τα γυαλιά, είπε ο Πίτερ, και χαμογέλασε αμήχανα.
— Χα, χα! Ο επιμένων, φίλε. Να το θυμάσαι αυτό, είπε ο Λεύκιος.
— Νομίζω πως μετά το σημερινό θα μου είναι πολύ δύσκολο να το ξεχάσω, φίλε. Δεν μου λες, Μαρία, η λευκή λεμονιά, εκτός από την ξαδέρφη της, την γαλαζοπεταλούδα, μήπως έχει και καμιά άλλη συγγενή που της αρέσει να βολτάρει μέσα στο περιβόλι του παππού και να κουβεντιάζει με το σταφύλι και τους βασιλικούς;
— Χα, χα! Πιθανόν να έχει και μια αδερφή που έχει γίνει φίλη με τις ροδιές και τους αφηγείται ιστορίες.
Αρκετούς μήνες μετά το ατύχημα, έπειτα από μια σταθερά προοδευτική πορεία ανάρρωσης, ο Λεύκιος είχε γίνει σχεδόν καλά. Επανήλθε σταδιακά στις περισσότερες καθημερινές του δραστηριότητες, μα κάποιες φορές χρειαζόταν βοήθεια από τον παππού Λουκιανό και τους δύο φίλους του, τον Πίτερ και τη Μαρία, οι οποίοι έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τον δουν και πάλι γερό και δυνατό. Σύμφωνα με τους θεράποντες ιατρούς, η πλήρης αποκατάσταση της υγείας του τραυματία δεν θα αργούσε.