ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 — ΣΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ
Κατά τις οκτώ το βράδυ, ο γέροντας Λουκιανός βρήκε τη Μαρία και τον Πίτερ να κοιμούνται καθιστοί πλάι στον εγγονό του. Το κεφάλι του Πίτερ ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο και της Μαρίας γερμένο πάνω στον ώμο του Λεύκιου.
Πήρε δύο κουβέρτες και τους σκέπασε ήσυχα, μην τους ξυπνήσει, και μετά τηλεφώνησε στη μητέρα της Μαρίας, για να την ενημερώσει πως η κόρη της βρισκόταν εκεί, ώστε να μην ανησυχεί. Ύστερα πήρε τηλέφωνο και στο σπίτι του Πίτερ. Ο οδηγός της οικογένειας είπε στον γέροντα πως θα περνούσε για να πάρει και τα δύο παιδιά, μιας και η ώρα ήταν περασμένη, και πως στην επιστροφή θα άφηνε τη Μαρία στο σπίτι της.
Είχαν περάσει τρεις ημέρες από τότε που ο Λεύκιος είχε επιστρέψει στη γενέτειρά του, μα δεν είχε ανακτήσει ακόμα τη μνήμη του. Πού και πού άνοιγε τα μάτια του, κοιτούσε τριγύρω παραξενεμένος, σαν να μην αναγνώριζε τον χώρο όπου βρισκόταν, κι ύστερα πάλι τα ξανάκλεινε. Ο γέροντας τον φρόντιζε ολημερίς κι ολονυχτίς με υπομονή κι επιμονή, ενώ η Μαρία και ο Πίτερ έρχονταν στο σπίτι καθημερινά, μόλις σχολούσαν από το σχολείο, κι έμεναν εκεί ως το βράδυ.
Έκαναν και οι δύο πολλές φιλότιμες προσπάθειες για να βοηθήσουν όσο περισσότερο μπορούσαν ώστε η υγεία του Λεύκιου να βελτιωθεί. Το γεγονός ότι δεν αναγνώριζε μήτε τα πρόσωπά τους έκανε τη Μαρία να βγαίνει συχνά έξω στην αυλή και να κλαίει κρυφά. Ωστόσο, δεν παράτησε το σχέδιό της ούτε μια στιγμή. Ήταν αποφασισμένη ν’ ανεβάσει ξανά τον ήλιο στον ουρανό του παιδικού της φίλου. Εμπιστευόταν λοιπόν καθημερινά την ελπίδα της και την ειρηνική επιμονή της και καταδυόταν στα φωτεινότερα μέρη της μνήμης της, για να εντοπίσει όσο το δυνατόν περισσότερες καλές παιδικές αναμνήσεις. Τις αφηγούνταν με κεφάτο ύφος και εμψυχωτική διάθεση, και στην πορεία ο Πίτερ αναθάρρευε κι έκανε κι αυτός το ίδιο.
Ο γέροντας έλεγξε ξανά τη θερμοκρασία του Λεύκιου, τακτοποίησε προσεκτικά τα σκεπάσματά του και κίνησε να πάει στην κουζίνα για να φτιάξει μια σούπα, να φάνε τα παιδιά όταν θα ξυπνούσαν.
Θα πρέπει να συνεχίσει να τρέφεται καλά για να δυναμώσει και ν’ αναρρώσει γρήγορα, συλλογιζόταν καθώς μαγείρευε. Αύριο θα πάω πάλι πρωί πρωί στο παντοπωλείο, για να πάρω κι άλλα τρόφιμα. Χρειαζόμαστε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, για να στύβω χυμό, που είναι δυναμωτικός. Να μην ξεχάσω τις μπανάνες. Να θυμηθώ ν’ αγοράσω και φρέσκα αυγά και χαρουπόμελο και…
Καθώς ο γέροντας Λουκιανός προγραμμάτιζε τα ψώνια της επόμενης μέρας, η μυρωδιά του φαγητού πλημμύρισε όλο το σπίτι. Ο Λεύκιος ανοιγόκλεισε αργά τα μάτια του δυο τρεις φορές και το βλέμμα του περιπλανήθηκε εξεταστικά στον χώρο.
Λίγα λεπτά αργότερα ο γέροντας μπήκε στο υπνοδωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Έβαλε το μπουκαλάκι με το φάρμακο κι ένα ποτήρι νερό πάνω στο κομοδίνο. Μισάνοιξε το τζάμι του παραθύρου και αγνάντεψε από μακριά τη θάλασσα.
— Σήκωσε κύμα. Όπου να ’ναι θα μαζευτούν οι ψαρόβαρκες στον μόλο, μονολόγησε ψιθυριστά.
Τι όνειρο κι αυτό! συλλογίστηκε ο Λεύκιος καθώς τον κοιτούσε να πηγαινοέρχεται ήσυχα μέσα στο δωμάτιο. Και όπου να ’ναι θα ξυπνήσω και θα χαθούν όλα από μπροστά μου… ο παππούς μου, το ξύλινο γραφείο όπου μελετούσα τα μαθήματά μου προτού φύγω για την πρωτεύουσα, οι παιδικές ζωγραφιές μου πάνω στον τοίχο, η όμορφη λεμονιά που στέκει περήφανη έξω από το παράθυρο… όλα θα χαθούν… τίποτε δεν θ’ απομείνει.
— Πώς αισθάνεσαι, παιδί μου; τον ρώτησε άξαφνα ο γέροντας Λουκιανός με φωνή αργόσυρτη, γεμάτη χαρά, και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του. Άγγιξε το μέτωπό του και έλεγξε τη θερμοκρασία του σώματός του.
Ο δεκατετράχρονος αισθάνθηκε το άγγιγμα του παππού του και ταράχτηκε. Μα… αφού ο παππούς μου δεν είναι πραγματικός… είναι μέσα στ’ όνειρό μου… πώς γίνεται να αισθάνθηκα το άγγιγμά του; αναρωτήθηκε σιωπηλά και συνέχισε να τον κοιτάζει σαστισμένος.
— Όλα θα πάνε καλά, παιδί μου, του είπε εκείνος συγκινημένος και του χαμογέλασε με θέρμη.
Τι μου συμβαίνει; αναρωτήθηκε πάλι σιωπηλά. Όλα μοιάζουν πραγματικά, ακόμα και ο παππούς, και καταρρίπτουν κάθε αντίθετο ενδεχόμενο που περνάει από το μυαλό μου.
Ο γέροντας πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και πήγε και κάθισε δίπλα του. Ο Λεύκιος τον κοίταξε με την άκρη του ματιού του, καθώς δυσκολευόταν να κινήσει το κεφάλι του. Το βλέμμα του θολό, σαν ζαλισμένο, άρχισε να εξετάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κουρασμένου ηλικιωμένου άντρα.
— Όλα θα πάνε καλά, παιδί μου, του ξανάπε εκείνος και τον κοίταξε με συμπόνια και στοργή.
Ο Λεύκιος συνειδητοποίησε πως δεν έβλεπε όνειρο και πως ό,τι τον περιέβαλλε δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Είχε ήδη αναγνωρίσει τον χώρο όπου βρισκόταν, μα αδυνατούσε να προσδιορίσει τον χρόνο. Έκανε μια προσπάθεια να γυρίσει το κεφάλι του προς τα δεξιά. Ένα σιγανό βογκητό του ξέφυγε. Συνέβη το ίδιο όταν προσπάθησε να στρέψει το κεφάλι του προς τ’ αριστερά.
Σήκωσε αργά το αλώβητο χέρι του και άγγιξε το κεφάλι του. Αντιλήφθηκε πως ήταν τυλιγμένο μ’ έναν μεγάλο χοντρό επίδεσμο. Στη συνέχεια, άγγιξε το αριστερό του χέρι και διαπίστωσε πως ήταν κι αυτό τυλιγμένο μ’ έναν επίδεσμο. Ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τα τραύματα που είχε στο πρόσωπο και τον λαιμό του, και ταράχτηκε.
— Τι μου συνέβη; ψέλλισε αργά, με δυσκολία, και κοίταξε τον παππού του με βλέμμα γεμάτο αγωνία.
— Ησύχασε, παιδί μου. Θα τα πούμε όταν αισθανθείς καλύτερα. Τώρα πρέπει να ξεκουραστείς, για ν’ αναρρώσεις.
Ένας λυγμός συγκίνησης ανέβηκε από την καρδιά του Λεύκιου. Βρισκόταν ξανά μαζί με τον παππού του, μετά από τόσα χρόνια, και η χαρά του ήταν ανείπωτη.
— Εσύ, παππού… είσαι καλά στην υγεία σου; τον ρώτησε, και μεγάλη έγνοια καθρεφτίστηκε στο βλέμμα του.
— Είμαι καλά, παιδί μου. Κι άμα σε δω να τρέχεις ξανά στο βουνό, όπως έκανες παλιά, να πηγαίνεις στο σχολείο, να πιάνεις την καλή κουβέντα με τους γείτονες και να κάνεις ένα σωρό άλλα πράγματα που σ’ έκαναν να αισθάνεσαι ευτυχισμένος, τότε θα γίνω ακόμη καλύτερα, του αποκρίθηκε και άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος του Λεύκιου, για να τον σκεπάσει καλύτερα με την κουβέρτα που είχε απλώσει επάνω του από πριν.
Η Μαρία και ο Πίτερ άκουσαν ομιλίες και μισάνοιξαν τα μάτια τους. Στράφηκαν προς το μέρος του τραυματία και τινάχτηκαν επάνω μόλις αντιλήφθηκαν πως εκείνος είχε ανοιχτά τα μάτια του. Η αντίδρασή τους τον έκανε να χαμογελάσει ελαφρώς.
— Κάνατε λες και είδατε φάντασμα, τους πείραξε, μιλώντας με δυσκολία, κι ένα ελαφρύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε ξανά στα χείλη του.
Η Μαρία άπλωσε αυθόρμητα τα χέρια της προς το μέρος του και τον αγκάλιασε προσεκτικά, για να μην τον πονέσει.
— Μας τρόμαξες όλους… μα όλα θα πάνε καλά, του είπε με συγκίνηση.
— Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω, φίλε μου, μετά από τόσα χρόνια. Καταλαβαίνω πως πονάς σε όλο σου το σώμα, μα πιστεύω κι εγώ πως όλα θα πάνε καλά, του είπε ο Πίτερ και τον αγκάλιασε κι αυτός.
Η μνήμη του γέροντα ανέτρεξε στα χρόνια εκείνα που είχε το εγγόνι του κοντά του και το μεγάλωνε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του και άρχισε να συλλογίζεται:
— Τότε ήταν ομορφότερη η ζωή, παιδί μου. Χαιρόμουν να ξυπνάω το πρωί, να κάνω ένα σωρό πράγματα μ’ εσένα, για σένα, για τους άλλους. Το φως της ελπίδας μου άναβε ολημερίς κι ολονυχτίς, και τ’ όνειρό μου να σε δω να μεγαλώνεις, να προκόβεις, να φτιάχνεις τη δική σου οικογένεια και να ευτυχείς ήταν ο σκοπός της ζωής μου. Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που είσαι εδώ, ξανά, στο σπίτι μας. Βέβαια, δεν περίμενα να επιστρέψεις κοντά μου σε αυτή την κατάσταση, μα μην έχεις καμιά έγνοια γι’ αυτό. Θα τον βρούμε και τούτη τη φορά τον δρόμο μας. Θα τον βρούμε και τούτη τη φορά.
Ο γέροντας Λουκιανός κοίταξε στη συνέχεια ένα ένα τα τρία παιδιά στοργικά. Στο μυαλό του ήρθε μια συμβουλή που του είχε δώσει ο δικός του πατέρας πολλές δεκαετίες πριν: «Να μεγαλύνεις διαρκώς την ψυχή σου, γιε μου, μέχρι να αισθανθείς την πατρική έγνοια για τα παιδιά όλου του κόσμου». Ευθύς συναισθάνθηκε τη συγκίνηση και τη χαρά των τριών παιδιών και τους είπε με καλοσύνη:
— Κάποτε ζήσατε μεταξύ σας την αληθινή φιλία, γι’ αυτό και ο χρόνος τη διαφύλαξε. Σας ένωσαν οι εύκολες μα κυρίως οι δύσκολες στιγμές, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής σας. Σμίξατε τα καλοκαίρια και τους χειμώνες σας, τις χαρές και τις λύπες σας, τις απογοητεύσεις και τις επιτυχίες σας. Αποκτήσατε ακριβές και πολύτιμες αναμνήσεις που σας συντροφεύουν αδιάλειπτα, γι’ αυτό και, όταν ανατρέχετε σε αυτές, θ’ ανοίγονται πάντοτε μπροστά σας οι δρόμοι της χαράς.
Οι τρεις νεαροί τον άκουγαν με προσοχή. Τα μάτια τους συχνά γέμιζαν δάκρυα, και πρωτόγνωρα αισθήματα σκιρτούσαν εντός τους.
— Ζήσαμε την αληθινή φιλία και γεμίσαμε τη μνήμη μας με όμορφες και πολύτιμες αναμνήσεις, παππού Λουκιανέ, μα δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς, είπε ο Πίτερ χαμογελώντας και έδειξε με το χέρι του τη Μαρία. Αυτή εδώ η δεσποινίς μάς έκοβε και την καλημέρα, μα και κάθε άλλη χαιρετούρα, όταν έπεφτε στην αντίληψή της πως συμπεριφερόμασταν μικροπρεπώς, και μάλιστα ηθελημένα. Όταν μάλιστα έπαιρνε χαμπάρι πως πλήτταμε με οποιονδήποτε τρόπο την ειρήνη, τότε μας ζάλιζε με τη μουρμούρα της. Δεν έφτανε που ήταν μικρότερη σε ηλικία από μας, μας παίδευε κι αποπάνω, είπε ο Πίτερ με προσποιητή αγανάκτηση, κι ευθύς το χαμόγελό του πλάτυνε.
Η Μαρία γέλασε με τα καμώματά του. Ο γέροντας είπε τότε στοχαστικά:
— Μα αυτό κάνει ο καλός φίλος, παιδιά μου. Όταν αντιλαμβάνεται πως λοξοδρομούμε, μας επαναφέρει στους ασφαλείς δρόμους της ειρήνης, επειδή επιθυμεί την ασφαλή προκοπή μας και την ευτυχία μας. Όσο μακριά κι αν φτάσουμε, ο αληθινός φίλος πάντοτε θα συνυφαίνει τον γυρισμό μας. Αυτό να το θυμάστε πάντοτε.
Ο Λεύκιος ταράχτηκε και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Τα λόγια που συνήθιζε να τους λέει η Μαρία πολλά χρόνια πριν κατέκλυσαν το μυαλό του και μέσα στα επόμενα λεπτά η μνήμη του άρχισε να επανέρχεται:
«Λεύκιε, Πίτερ, τα ειρηνικά παιδιά είναι δυνατά. Τον νου μας λοιπόν. Μήτε να λαχταρούμε τους καβγάδες, μήτε να τους προκαλούμε για να βγούμε δυνατοί».
«Τα ειρηνικά παιδιά δεν ευχαριστιούνται όταν βλέπουν καβγάδες και τσακωμούς».
«Τα ειρηνικά παιδιά θέλουν ν’ ακούνε αλήθειες και να τις ακολουθούν. Μήτε τις περιγελούν μήτε τις αποδιώχνουν».
«Κάθε αλήθεια που ακούμε είναι ένα αιώνιο αγαθό. Τα αιώνια αγαθά δεν έχουν ηλικία. Έτσι λέει ο παππούς Λουκιανός».
«Και τι πειράζει που είμαι μικρότερή σας; Το καλαθάκι που έχω στο τιμόνι του ποδηλάτου μου είναι μεγαλύτερο από τα δικά σας, μα δεν σας το χτυπάω. Επίσης, εσείς έχετε κοντύτερα μαλλιά από μένα, μα ούτε αυτό σας το χτυπάω. Και ακόμα, εγώ ξέρω πώς να φτιάχνω μόνη μου σπιτικό παγωτό, ενώ εσείς δεν ξέρετε. Πόπο! Λυπάται η καρδιά μου όταν κάνω συγκρίσεις ανάμεσα σ’ εσάς και σ’ εμένα. Δεν θέλω να κάνω αυτές τις συγκρίσεις. Δεν μ’ αρέσουν. Τελικά, ούτε η μουρμούρα βοηθάει. Θα βρω έναν καλύτερο τρόπο για να σας πείσω πως πρέπει να προστατεύουμε την ειρήνη».
Καθώς τα λόγια της επαναλαμβάνονταν στο μυαλό του Λεύκιου, η διάθεσή του ολοένα και καλυτέρευε. Το βλέμμα του σιγά σιγά ξεθόλωσε και η ζάλη που τον παίδευε τις τελευταίες ημέρες άρχισε να υποχωρεί.
Ο γέροντας, που πρόσεξε την αλλαγή στο ύφος και στην όψη του εγγονιού του, αναστέναξε από ανακούφιση. Τα τρία τελευταία βράδια, που ο Λεύκιος παραμιλούσε στον ύπνο του, αυτός καθόταν πλάι του και άκουγε όλα όσα ξεστόμιζε. Τα περισσότερα λόγια του βέβαια ήταν ασαφή, μα ορισμένες προτάσεις που είχε καταφέρει ν’ ακούσει καθαρά του επιβεβαίωναν πως το εγγόνι του είχε περάσει δύσκολα στο σπίτι του θείου του.
— Θα πάω να σας φέρω ζεστή σούπα να φάτε. Τη μαγείρεψα ενώ κοιμόσασταν, τους είπε κάποια στιγμή κι έκανε να σηκωθεί.
— Θα φέρουμε εμείς το φαγητό. Εσύ, παππού, μείνε κοντά στον Λεύκιο, μιας και συνήρθε. Ίσως θέλει να σου πει κάποια πράγματα κατ’ ιδίαν, είπε η Μαρία και σηκώθηκε από τη θέση της για να πάει στην κουζίνα να φέρει τη σούπα.
Ο Πίτερ την ακολούθησε.
Ο γέροντας έμεινε λοιπόν στη θέση του. Έδωσε λίγο νερό ακόμη στον Λεύκιο και μετά άνοιξε λιγάκι παραπάνω το παράθυρο, να φανεί περισσότερος ουρανός.
— Τελευταία… έμαθα πως μου έστελνες χρήματα… κάθε μήνα, άρχισε να του λέει ο Λεύκιος αργά, με δυσκολία. Ελπίζω… ελπίζω… να μη στερήθηκες πράγματα που σου ήταν αναγκαία. Έμαθα ακόμη πως μου έστελνες και γράμματα… Και αυτό… τελευταία το έμαθα…
Τα λόγια του Λεύκιου στεναχώρησαν τον γέροντα, μα δεν το έδειξε. Ανέτρεξε όμως σ’ εκείνες τις ατελείωτες νύχτες που ανέμενε πώς και πώς να διαβούν για να φανεί η καινούρια μέρα. Μόλις ρόδιζε η αυγή, αναθάρρευε, γιατί θα έπαιρνε ξανά τηλέφωνο στην πρωτεύουσα για να μιλήσει με τον Λεύκιο.
«Δεν είναι εδώ τώρα… Κάπου θα πήγε με τους φίλους του… Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψει… Πάρτε αργότερα…»
Αυτές και άλλες παρόμοιες ήταν οι απαντήσεις που έπαιρνε κάθε φορά που τηλεφωνούσε στο σπίτι του κυρίου Νέαρχου. Μέχρι που μια μέρα του είπαν πως είχε καλέσει λάθος αριθμό. Πήρε άλλη μία φορά, μα του έδωσαν την ίδια απάντηση. Από τότε, ο γέροντας σταμάτησε να χαίρεται όταν ρόδιζε η αυγή και όταν άνθιζαν τα δέντρα και τα λουλούδια του περιβολιού του. Η μόνη παρηγοριά του ήταν πλέον η σκέψη πως ο Λεύκιος ζούσε μια καλύτερη ζωή στην πρωτεύουσα.
Ήταν λοιπόν η πρώτη έγνοια του, και έκτοτε προσηλώθηκε στο να βάζει στην άκρη όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα από τη σύνταξή του για να τα στέλνει στο εγγόνι του. Κρατούσε για τον εαυτό του μόνο όσα χρήματα χρειαζόταν για τ’ απαραίτητα έξοδά του.
— Λυπάμαι πολύ γι’ αυτά που μόλις μου είπες, παιδί μου. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχουμε πολλά να κουβεντιάσουμε μεταξύ μας εμείς οι δύο. Πρώτα όμως βάλε τα δυνατά σου ν’ αναρρώσεις. Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στην πορεία.
— Αυτό θα κάνω… Σου το υπόσχομαι…, του αποκρίθηκε ο Λεύκιος σιγανά, και το βλέμμα του γέμισε πίστη και αποφασιστικότητα.
Ο Πίτερ μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα μπολ γεμάτο σούπα και πήγε και κάθισε κοντά στο παράθυρο. Η Μαρία τον ακολουθούσε κρατώντας στα χέρια της δύο ακόμα μπολ. Πρόσφερε το ένα στον γέροντα και το άλλο το ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο. Έβαλε προσεκτικά το χέρι της πίσω από τον λαιμό του Λεύκιου και πρόσθεσε ακόμη ένα μαξιλάρι για να μπορέσει να ανασηκωθεί. Μετά πήρε το μπολ με την αχνιστή σούπα και άρχισε να τον ταΐζει αργά και προσεκτικά.
Πίτερ: Ας σουπάρουμε λοιπόν!
Μαρία: Ω! Είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτή τη λέξη.
Πίτερ: Την άκουσα κάποτε που είχα πάει σε μια κοσμική εκδήλωση μαζί με τους γονείς μου, πριν από αρκετά χρόνια.
Μαρία: Πώς και τη θυμήθηκες;
Πίτερ: Φροντίζω να διατηρώ γερό το τμήμα του εγκεφάλου μου στο οποίο φυλάω τις γνώσεις και τις εντυπώσεις μου, για να τις ανακαλώ όποτε θέλω.
Μαρία: Τμήμα του εγκεφάλου σου; Γνώσεις και εντυπώσεις; Δεν κατάλαβα τίποτα! Σε τι ακριβώς αναφέρεσαι, Πίτερ;
Λεύκιος: Την περιέγραψες πολύ καλά, φίλε.
Μαρία: Την; Μπερδεύτηκα. Σε ποια αναφέρεσαι, Λεύκιε;
Πίτερ: Θα σου δώσω ορισμένες φράσεις κλειδιά για να βρεις μόνη σου τη λέξη.
Μαρία: Χα, χα! Καλά.
Πίτερ: «Το συμβάν έμεινε βαθιά χαραγμένο στη … της». «Τον γέλασε η … του». «Δεν με βοηθάει η … μου». «Έχει … ελέφαντα».
Μαρία: Μη συνεχίζεις. Τη βρήκα! Είναι η λέξη «μνήμη».
Λεύκιος: Σωστά!
Πίτερ: Σωστά. Και, ως γνωστόν, φίλοι μου, εγώ είμαι τέρας μνήμης. Δεν ξεχνάω τίποτε. Όλα τα θυμάμαι.
Μαρία: Σήμερα, Πίτερ, στις δέκα το πρωί είχες προγραμματισμένη συνάντηση με την καθηγήτρια επαγγελματικής καθοδήγησης του σχολείου μας.
Πίτερ: Πόπο! Το ξέχασα τελείως!
Μαρία: Χα, χα!
Λεύκιος: Πού και πού δεν μας βοηθάει η μνήμη μας, φίλε.
Μαρία: Ω! Κάποτε μας είπε αυτά τα λόγια και η κυρία Αργυρώ, η δασκάλα που είχαμε στην έκτη τάξη. Όμως, θυμάμαι πως είχε προσθέσει και τα εξής: Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ενδυναμώσουμε τη μνήμη μας. Ένας από αυτούς είναι να αυξήσουμε την αγάπη και την πίστη μας στον εαυτό μας.
Πίτερ: Πόπο! Καλά λες. Κι εγώ θυμάμαι πως ρώτησα την κυρία Αργυρώ να μας πει τι να κάνουμε για να αυξήσουμε την αγάπη και την πίστη μας στον εαυτό μας.
Μαρία: «Να κάνετε καλές πράξεις, ξεκινώντας από το σπίτι σας και τα άτομα της οικογένειάς σας». Αυτή ήταν η πρώτη συμβουλή που μας έδωσε. Γι’ αυτό κι εγώ, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου εκείνη την ημέρα, έπλυνα όλα τα πιατικά που υπήρχαν μέσα στον νεροχύτη, καθάρισα την κουζίνα κι έβαλα μπουγάδα, για να έχει περισσότερο χρόνο η μαμά για την ξεκούρασή της όταν θα επέστρεφε από τη δουλειά. Ύστερα πήγα κι έκανα λίγη παρέα στην κυρία Μερόπη, την καλοσυνάτη ηλικιωμένη γυναίκα και φίλη της μαμάς μου, η οποία μένει μόνη στο διαμέρισμα δίπλα στο δικό μας. Της διάβασα ορισμένες σελίδες από το βιβλίο που είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του σχολείου μας και αναφερόταν στην καθημερινότητα των ανθρώπων της πατρίδας μας σε προηγούμενες εποχές. Συγκινούνταν συχνά η κυρία Μερόπη και τα μάτια της όλο γέμιζαν δάκρυα.
— Μαρία, να έχεις την ευχή μου, κορίτσι μου, που ήρθες σήμερα εδώ με το βιβλίο σου και με ταξίδεψες σ’ εκείνα τα χρόνια τα παλιά, τότε που ήμουν κι εγώ μικρό παιδί, σαν κι εσένα, μου είπε καλοσυνάτα καθώς έφευγα από το σπίτι της εκείνη τη μέρα. Από τότε, την επισκέπτομαι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Της διαβάζω βιβλία κι εκείνη μου λέει όμορφες ιστορίες από το παρελθόν.
Πίτερ: Εγώ θυμάμαι πως εκείνη τη μέρα που η δασκάλα μας, η κυρία Αργυρώ, μας είπε να κάνουμε καλές πράξεις για ν’ αυξήσουμε την πίστη μας στον εαυτό μας και να ενδυναμώνουμε τη μνήμη μας, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου από το σχολείο, έφτιαξα για μένα ένα διπλό σάντουιτς κι έβαλα μέσα ένα σωρό νόστιμα παραδοσιακά καλούδια. Ύστερα έφτιαξα για μένα ένα δροσερό ρόφημα από φρέσκα φρούτα της εποχής και τα απόλαυσα όλα παρακολουθώντας την αγαπημένη μου σειρά στην τηλεόραση.
Μαρία: Με λίγα λόγια, έκανες καλές πράξεις, αλλά μόνο για τον εαυτό σου. Κάτι… δεν… μ’ αρέσει.
Πίτερ: Κι εσύ έκανες καλές πράξεις, αλλά μόνο για τους άλλους. Κάτι… δεν… μ’ αρέσει.
Λεύκιος: Να κάνετε και τα δύο, καλές πράξεις για τον εαυτό σας και καλές πράξεις για τους άλλους.
Πίτερ: Δηλαδή, θα φτιάχνω διπλά σάντουιτς με νόστιμα παραδοσιακά καλούδια και για άλλα άτομα της οικογένειάς μου; Μου βάζεις δύσκολα, φίλε!
Μαρία: Χα, χα! Μπα σε καλό σου!
Οι τρεις φίλοι συνέχισαν να τρώνε τη νόστιμη σούπα που είχε φτιάξει ο κύριος Λουκιανός και να κουβεντιάζουν για ένα σωρό θέματα. Τα χωρατά και τα πειράγματα δεν έλειπαν, γι’ αυτό και η διάθεση της μικρής παρέας ανέβαινε ολοένα και περισσότερο στο πέρασμα της ώρας.
Μαρία: Λεύκιε, ο Πίτερ τρέχει.
Πίτερ: Αυτό είναι αλήθεια. Όλο τρέχω, μα δεν φτάνω.
Μαρία: Εννοώ πως τρέχει στον στίβο.
Πίτερ: Τρέχω γενικώς, φίλε. Στον στίβο, στο σχολείο, στο διαδίκτυο… Είναι δύσκολος ο αγώνας.
Λεύκιος: Χα, χα!
Μαρία: Πήρε και μετάλλιο.
Πίτερ: Ναι. Δεν θυμάμαι όμως σε ποιο συρτάρι το έβαλα.
Μαρία: Εγώ, Λεύκιε, πηγαίνω στην Παιδική Στέγη δύο απογεύματα την εβδομάδα, ως εθελόντρια. Βρήκα κι ένα αναρρωτήριο ζώων στα δυτικά προάστια της πόλης μας πριν από έναν περίπου χρόνο. Εκεί πηγαίνω δύο φορές τον μήνα. Με τον γιατρό και τους βοηθούς του φροντίζουμε τα τραυματισμένα ζώα και στη συνέχεια τ’ αφήνουμε ελεύθερα να επιστρέψουν στο φυσικό τους περιβάλλον.
Πίτερ: Τελευταία πηγαίνει και βλέπει τη φίλη της τη Νόρα, την πέρδικα. Της επιτέθηκε μια αλεπού πριν από τρεις μήνες και την ξεπουπούλιασε. Βέβαια, τώρα δεν είναι πλέον μαδημένο το πτηνό. Τέτοια περιποίηση που του έκανε η δεσποινίς φίλη μας από δω, έβγαλε πάλι πούπουλα, και μάλιστα τα διπλά.
Η Μαρία ακούμπησε το μπολ πάνω στο κομοδίνο, πήρε το κινητό της και έψαξε να βρει τη συλλογή με τις φωτογραφίες που είχε βγάλει στο αναρρωτήριο ζώων.
Μαρία: Λεύκιε, θα σου δείξω τη Νόρα. Της έβγαλα ορισμένες φωτογραφίες.
Το βλέμμα της έλαμψε από χαρά. Μόλις τις εντόπισε, έστρεψε την οθόνη της συσκευής προς το μέρος του.
Ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε του Λεύκιου όταν αντίκρισε την πέρδικα. Η απροσδόκητη ευχαρίστηση που αισθάνθηκε καθώς κοιτούσε το όμορφο στρουμπουλό πουλί να ποζάρει με χάρη μπροστά στον φακό τον έκανε να ξεχάσει προς στιγμή πως και η παραμικρή κίνησή του προκαλούσε πόνο στο τραυματισμένο του σώμα.
Μαρία (χαμογελώντας πλατιά): Η Νόρα δεν έχει καθόλου τρακ μπροστά στον φακό.
Ο Λεύκιος συνέχισε να κοιτάζει τη χαριτωμένη πέρδικα με τις κοντές φτερούγες, η οποία στεκόταν πάνω στο κλαδί ενός δέντρου με το μικρό κεφάλι της ελαφρώς γερμένο στο πλάι.
Μαρία: Είναι μια αξιαγάπητη περδικούλα. Όλο ομορφιά και χάρη.
Πίτερ: Χα, χα! Με πιάνουν τα γέλια κάθε φορά που τη βλέπω στις φωτογραφίες. Μαρία, τι θα έλεγες να την πας κάποια μέρα στο ίδρυμα που έχει ως σκοπό την εκπαίδευση, τη μόρφωση και την αγωγή των παιδιών και των εφήβων, και λειτουργεί με βάση ένα επίσημα αναγνωρισμένο πρόγραμμα;
Η Μαρία ανασήκωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε απορημένη, ενώ ο Λεύκιος, που θυμήθηκε πως ο Πίτερ απολάμβανε να παίζει με τις λέξεις, χαμογέλασε.
Μαρία: Δεν κατάλαβα τι είπες. Σε ποιο ίδρυμα αναφέρεσαι; Πόπο! Όλο με μπερδεύεις, Πίτερ.
Πίτερ: Για σκέψου, Μαρία. Οι λέξεις «εκπαίδευση, μόρφωση, αγωγή» τι σου θυμίζουν;
Μαρία: Χα, χα! Πάλι έπιασες τα λογοπαίγνια. Μπα σε καλό σου!
Πίτερ: Τα λογοπαίγνια βοηθούν στην ανάπτυξη της φαντασίας μας. Έτσι λέει ο παππούς.
Ο γέροντας σταμάτησε για λίγο να τρώει τη σούπα του και συμφώνησε με τον Πίτερ κουνώντας το κεφάλι του πάνω κάτω.
Γέροντας Λουκιανός: Τα λογοπαίγνια προσφέρουν ψυχαγωγία, διασκέδαση, ακονίζουν τον νου σας, αναπτύσσουν τη φαντασία σας, ασκούνε τη μνήμη σας. Είναι πολλά τα καλά που σας προσφέρουν.
Μαρία: Ω! Νομίζω πως βρήκα την απάντηση. Είναι η λέξη «σχολείο», σωστά;
Πίτερ: Σωστά.
Η Μαρία χαμογέλασε χαρούμενη.
Πίτερ: Μπράβο, μικρή!
Μαρία: Δεν είμαι μικρή, Πίτερ. Είμαι δεκατριών χρονών!
Πίτερ: Όμως εγώ και ο Λεύκιος είμαστε δεκατεσσάρων, επομένως είσαι η μικρή της παρέας μας.
Ο Λεύκιος χαμογέλασε ελαφρώς και η καρδιά του σκίρτησε δυνατά από ευτυχία και από ευγνωμοσύνη, που βρισκόταν ξανά κοντά στα αγαπημένα του πρόσωπα, τα οποία είχε πεθυμήσει τόσο πολύ. Ξαφνικά, τη σκέψη του πλημμύρισαν οι στίχοι κάποιου παιδικού τραγουδιού, από κείνα που έλεγαν κάποτε οι τρεις τους στις μεγάλες βόλτες τους:
Η τρίτη ευχή μου έφερε μια μεγάλη αλήθεια
«ο φίλος είναι στήριγμα και ακριβή βοήθεια».
Έκανα τέταρτη ευχή και μου ’φερε μια συμβουλή
«κράτα τον φίλο τον καλό, να ’χεις ελπίδα στη ζωή».