ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 — ΣΤΟΝ ΣΩΣΤΟ ΚΑΙΡΟ
Η Μαρία μπήκε σχεδόν αθόρυβα μέσα στο σπίτι, από την πλαϊνή είσοδο της κουζίνας. Ο Πίτερ, μόλις την πήρε είδηση, έτρεξε κοντά της. Τον είδε λυπημένο και φοβισμένο και τον αγκάλιασε για συμπαράσταση. Αντάλλαξαν ορισμένα ψιθυριστά λόγια και μετά η Μαρία πήρε δύο ποτήρια από το ντουλάπι και τα γέμισε νερό. Κράτησε το ένα για τον εαυτό της και πρόσφερε το άλλο στον Πίτερ.
— Πιες. Θα σε βοηθήσει να ηρεμήσεις, του είπε σιγανά, με έγνοια.
Ίσα που πρόλαβαν να πιουν μια γουλιά και είδαν τον γέροντα να βγαίνει από το υπνοδωμάτιο του Λεύκιου και να κατευθύνεται αργά προς το μέρος τους.
Η Μαρία πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε.
— Όλα θα πάνε καλά, παππού, του είπε και τον κοίταξε με ελπίδα.
Σκίρτησε δυνατά η καρδιά του γέροντα από συγκίνηση, που είδε τη λύπη βαθιά μέσα στο βλέμμα του παιδιού, μα συναισθάνθηκε και τη μεγάλη προσπάθεια που έκανε να την αποδιώξει και να κρατήσει μόνο την ελπίδα.
— Όλα θα πάνε καλά, παιδί μου, συμφώνησε μαζί της, χαμογελώντας καλοσυνάτα, και πήρε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσει τα στήθη του με κουράγιο.
Ο γέροντας μιλούσε αργά και σιγανά, λόγω της ψυχικής και σωματικής του κούρασης. Είχε περάσει τη νύχτα του ξύπνιος στο νοσοκομείο και δεν είχε φύγει ούτε λεπτό από το πλευρό του Λεύκιου. Κατά το ξημέρωμα είχε αποκοιμηθεί καθιστός για δύο περίπου ώρες, μα ακόμη και τότε ο ύπνος του ήταν ελαφρύς.
Η Μαρία τού πρόσφερε ένα ποτήρι δροσερό νερό. Όταν το ήπιε, του έδωσε μια καρέκλα να καθίσει και τον ρώτησε ψιθυριστά:
— Τι συνέβη στον Λεύκιο, παππού; Πες μου, σε παρακαλώ, και με τρώει η αγωνία.
Ο γέροντας την κοίταξε καλοσυνάτα και της είπε:
— Όπως μου είπε ο γιατρός, παιδί μου, ο Λεύκιος ανασύρθηκε λιπόθυμος και τραυματισμένος από ένα ποτάμι, πολλές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του θείου του. Τον μετέφεραν στο πλησιέστερο νοσοκομείο, όπου και νοσηλεύτηκε για αρκετές ημέρες. Όταν συνήρθε, δεν θυμόταν τίποτε άλλο εκτός από τη διεύθυνση του σπιτιού μου. Τους είπε μάλιστα πως ζει εδώ. Έψαξαν λοιπόν, με εντόπισαν και με ενημέρωσαν πως θα τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της πόλης μας. Εκτός από τις οδηγίες αποθεραπείας που μου έδωσε ο θεράπων ιατρός, μου ανέφερε πως η αμνησία που έχει ο Λεύκιος είναι προσωρινή και πως προκλήθηκε από τις κακώσεις που υπέστη στο κεφάλι του ενώ βρισκόταν μέσα στο ποτάμι και παρασυρόταν από το νερό προς άγνωστη κατεύθυνση.
Η Μαρία άκουγε τον γέροντα με προσοχή, μα κάποια στιγμή τον ρώτησε απορημένη:
— Ο Λεύκιος ζούσε για τόσα χρόνια με την οικογένεια του θείου του. Δεν σε παραξενεύει, παππού, το γεγονός ότι δεν θυμόταν τίποτα απολύτως για εκείνους; Ούτε καν τα ονόματά τους! Μήπως… μήπως δεν ζούσε καλά μαζί τους; Εμείς ξέραμε πως ήταν ευτυχισμένος στην πρωτεύουσα. Μήπως… μήπως ήταν αλλιώς τα πράγματα;
— Όταν η μνήμη του επανέλθει πλήρως, θα πάρεις κι εσύ τις απαντήσεις που γυρεύεις, θα πάρω κι εγώ τις δικές μου, παιδί μου. Τώρα, ας πάμε κοντά του, να τον δείτε, να σας δει κι εκείνος. Ίσως θυμηθεί κάποιον από σας ή, ακόμη καλύτερα, ίσως θυμηθεί και τους δυο σας.
— Θα πάμε, παππού. Εσύ όμως θα κάνεις καλά αν πας να ξεκουραστείς. Θα μαζέψεις δυνάμεις για να φροντίζεις τον Λεύκιο κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ. Πήγαινε, παππού. Μέχρι να επιστρέψεις, θα είμαστε εμείς στο πλευρό του Λεύκιου και θα φροντίσουμε για ό,τι χρειαστεί, τον παρότρυνε η Μαρία.
Ο Πίτερ συμφώνησε μαζί της μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού του.
Ο γέροντας κοίταξε με καλοσύνη τα δύο παιδιά.
— Καλώς. Θα πάω να ξεκουραστώ για λίγο και όταν ξυπνήσω θα μαγειρέψω μια δυναμωτική σούπα να φάμε όλοι μαζί. Έφερε και η κυρία Βιολέτα ένα ζεστό ψωμί που το ζύμωσε σήμερα το πρωί, έφερε και ο κύριος Άνθιμος μια σακούλα γεμάτη μήλα και αχλάδια, που τα μάζεψε από το περιβόλι του στο χωριό. Να είναι καλά οι γείτονες, που μας έδειξαν έγνοια, τους είπε και κίνησε να πάει στο υπνοδωμάτιό του.
Ο Πίτερ και η Μαρία πήγαν και στάθηκαν στη μισάνοιχτη πόρτα και είδαν τον Λεύκιο που κοιμόταν στο κρεβάτι του. Η καρδιά της Μαρίας σκίρτησε δυνατά από λύπη, κι ένας λυγμός ανέβηκε στον λαιμό της.
Μπήκαν όσο πιο ήσυχα μπορούσαν στο δωμάτιο, πήραν από μία καρέκλα και κάθισαν πλάι στον Λεύκιο, ο Πίτερ στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού και η Μαρία στην αριστερή. Έμειναν και οι δύο να τον κοιτούν χωρίς να βγάζουν μιλιά.
Η έντονη δυσφορία που αισθάνθηκε ο Πίτερ καθώς το βλέμμα του περνούσε αργά πάνω από τα τραύματα και τους επιδέσμους του Λεύκιου τον έκανε κάποια στιγμή να σηκωθεί πάνω ανήσυχος και να βγει γρήγορα έξω από το υπνοδωμάτιο. Βγήκε στην αυλή του σπιτιού και πήγε και κάθισε στο μεγάλο τραπέζι, κάτω από την κληματαριά. Έμεινε εκεί σιωπηλός, με το κεφάλι του χαμηλωμένο και τον εσωτερικό του κόσμο βυθισμένο σε μια πρωτόγνωρη στεναχώρια. Χρειάστηκε ένα τέταρτο περίπου για να τη διαχειριστεί. Όταν αισθάνθηκε καλύτερα, πήρε μια βαθιά ανάσα και επέστρεψε ξανά κοντά στον Λεύκιο και τη Μαρία.
Εκείνη την ώρα η Μαρία κοιτούσε περίλυπη την ανθισμένη λεμονιά που στεκόταν καμαρωτή έξω από το μισάνοιχτο παράθυρο. Στο μυαλό της σεργιάνιζαν οι στίχοι από ένα αγαπημένο της ποίημα που καλωσόριζε την άνοιξη και το είχαν διδαχθεί την προηγούμενη εβδομάδα στο σχολείο:
Μα χτες, καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Μαρτιού,
και τράβηξα να ξαναβρώ τ’ αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού,
μου δάκρυσαν τα μάτια.6
Μια όμορφη ανάμνηση που ήρθε ξαφνικά στη σκέψη της την έκανε να χαμογελάσει μ’ αισιοδοξία.
«Η ξεχωριστή μυρωδιά των λεμονανθών!» είπε θαρρετά από μέσα της, και το βλέμμα της φωτίστηκε. «Είναι μια από τις πολυτιμότερες αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων».
Στράφηκε προς το μέρος του Λεύκιου και του είπε σιωπηλά, με τη σκέψη της: «Θα εφαρμόσω το σχέδιο των καλών αναμνήσεων, Λεύκιε, όπως κάναμε τότε που ήμασταν μικρά παιδιά. Ίσως καταφέρω να σε κάνω να θυμηθείς».
Η Μαρία άρχισε λοιπόν ν’ αφηγείται αργά και σιγανά, με φωνή γεμάτη ελπίδα:
— Ήταν Απρίλης, Λεύκιε. Επιστρέψαμε και οι τρεις από το σχολείο και παίρναμε το μεσημεριανό μας μαζί με τον παππού. Κάθε Παρασκευή συνήθιζε να μας δίνει κάποιες προτάσεις κλειδιά και να ζητάει από μας να βρούμε τη «λέξη της εβδομάδας». Θυμάμαι ακόμη τις όμορφες προτάσεις που μας είχε πει εκείνη την ανοιξιάτικη Παρασκευή για να μας βοηθήσει να βρούμε τη λέξη:
Μητέρα, δώσε μου την ευχή σου.
Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου.
Πατέρα, άφησέ μου μια ευχή, να αισθανθώ και σήμερα ασφαλής.
Σου αφήνω ευχή, παιδί μου, να κάνεις και σήμερα καλή προκοπή.
Παππού, ποια ευχή θα μου δώσεις σήμερα;
Η ευχή μου είναι να είσαι ένας χρήσιμος κι ευτυχισμένος άνθρωπος, παιδί μου.
Γιαγιά, δώσε μου, σε παρακαλώ, την ευχή σου.
Η ευχή μου είναι να έχεις ψυχική και σωματική υγεία, καρδούλα μου.
Όλα βαίνουν κατ’ ευχή.
Είναι ευχής έργο.
Κάθε φορά λοιπόν που ο παππούς Λουκιανός μάς έδινε μια καινούρια πρόταση για να μας βοηθήσει να βρούμε την απάντηση, εμείς οι τρεις, Λεύκιε, πασχίζαμε να σκεφτούμε όσο περισσότερες λέξεις μπορούσαμε, ώσπου να καταλήξουμε σ’ αυτή που γυρεύαμε. Αγωνιούσαμε, παιδεύαμε το μυαλό μας, απογοητευόμασταν, γκρινιάζαμε, κατσουφιάζαμε, μα ώρες ώρες λέγαμε και κανένα αστείο, για να γελάσουμε και ν’ αναθαρρέψουμε.
«Εμπιστευτείτε τις ενάρετες δυνάμεις σας», μας τόνιζε διαρκώς ο παππούς χαμογελώντας στοχαστικά και με σιγουριά. «Εμπιστευτείτε την παρατηρητικότητά σας, τη συγκέντρωση, την εξυπνάδα, την ευρηματικότητά σας. Εμπιστευτείτε τες για να βρείτε την απάντηση».
Θυμάμαι, Λεύκιε, τις λέξεις που μας έρχονταν στο μυαλό εκείνη την Παρασκευή και τις φωνάζαμε δυνατά και με ενθουσιασμό, πότε εσύ, πότε εγώ και πότε ο Πίτερ.
Ζωή
Χρόνος
Μητέρα
Πατέρας
Παππούς
Γιαγιά
Φίλος
Ευχή
Έργο
Καλός
Θαυμαστός
Ασφαλής
Προκοπή
Ευτυχία
Είδαμε κι αποείδαμε μέχρι να εντοπίσουμε τη ζητούμενη λέξη εκείνη τη μέρα. Τελικά, Λεύκιε, τη βρήκες εσύ, και δεν ήταν άλλη από τη λέξη «ευχέτης».
«Ευχέτης είναι αυτός που δίνει ευχές», μας εξήγησε τότε ο παππούς και μας είπε κι άλλες ευχές.
Εμείς οι τρεις, που λατρέψαμε τη συγκεκριμένη λέξη, μείναμε να τη συλλογιζόμαστε σιωπηλοί για λίγη ώρα.
Άξαφνα, φύσηξε ένα απαλό αεράκι, και μια έντονη μυρωδιά κατέκλυσε την κουζίνα. Εγώ σηκώθηκα αμέσως πάνω και πήγα κοντά στο μισάνοιχτο παράθυρο. Ήθελα να διαπιστώσω εάν σφουγγάριζε η κυρία Μόρφω, η οποία έριχνε υπέροχα αρωματισμένα καθαριστικά μέσα στο νερό κι ευωδίαζε ολόκληρη η γειτονιά. Τελικά, διαπίστωσα πως η κυρία Μόρφω έλειπε από το σπίτι εκείνη την ώρα.
«Από πού έρχεται αυτή η μυρωδιά;» ρώτησα τότε εγώ απορημένη. Εσύ, Λεύκιε, με κοίταξες με μεγάλη αμηχανία και, αφού έριξες μια γρήγορη ματιά στα παπούτσια σου, μου είπες ντροπαλά:
«Θα πάω να πω δυο λόγια στη γατούλα και θα επιστρέψω».
Εγώ και ο Πίτερ σε κοιτάξαμε απορημένοι.
Όταν επέστρεψες, ο παππούς έβγαλε το σκουφάκι του και το γύρισε ανάποδα. Βγήκε στην αυλή και πλησίασε τη λεμονιά. Πάνω στα κλαδιά της είχαν ξεπροβάλει μικρά λευκά ανθάκια, που σκορπούσαν ολόγυρα μια θεσπέσια μυρωδιά! Μάζεψε λοιπόν ορισμένα ανθάκια, τα έβαλε μέσα στο σκουφάκι του και μετά επέστρεψε πάλι κοντά μας.
«Σε αυτήν εδώ τη μυρωδιά αναφέρεται η Μαρία, αγόρι μου», σου είπε ο παππούς, Λεύκιε, και σου έδειξε τους λευκούς βελούδινους ανθούς που ήταν μέσα στο σκουφί.
Εσύ άρχισες να γελάς, γιατί κατάλαβες πως είχε γίνει μπέρδεμα με τις μυρωδιές. Για μία ολόκληρη εβδομάδα, πατούσες τα περιττώματα της Περσεφόνης. Δεν σου είχε μείνει παπούτσι για παπούτσι καθαρό! Μάλιστα, μόλις έπαιρνες είδηση πως πάλι την είχες πάθει, έλεγες στη γατούλα ένα σωρό λόγια για να την καλοπιάσεις και να σε λυπηθεί:
«Περσεφόνη, δεν μπορώ να πλησιάσω τ’ άλλα παιδιά αυτές τις μέρες, γιατί όλα μου τα παπούτσια μυρίζουν άσχημα. Με φέρνεις σε πολύ δύσκολη θέση και αισθάνομαι μεγάλη αμηχανία. Πρέπει να με συμπονέσεις, γατούλα. Σε παρακαλώ, μπορείς να με συμπονέσεις; Χθες, ο συμμαθητής μου ο Πάρης ήρθε κοντά μου και με ρώτησε πόσες φορές τον χρόνο κάνω μπάνιο. Ντράπηκα! Προχθές, η συμμαθήτριά μου η Λουίζα μου είπε πως στο φαρμακείο του κυρίου Κώστα πουλάνε πολύ ωραία αρώματα, και μάλιστα μου πρότεινε να πάω ν’ αγοράσω τώρα που έχουν εκπτώσεις…»
Όση ώρα εσύ, Λεύκιε, ζητούσες την κατανόηση της Περσεφόνης, εγώ και ο Πίτερ γελούσαμε. Η γατούλα καθόταν στα δύο πισινά της πόδια και σ’ άκουγε με προσοχή, λες και ήταν άνθρωπος και καταλάβαινε όλα όσα της έλεγες. Πού και πού, εγώ σταματούσα το γέλιο και σου έλεγα: «Λεύκιε, να της τα πεις νιαουριστά. Δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες η Περσεφόνη». Ευθύς τότε σιωπούσες κι έβαζες κι εσύ τα γέλια.
Δεν σας είχα πει τίποτε, Λεύκιε, μα εγώ το είχα μεγάλη ανάγκη το γέλιο εκείνη την ανοιξιάτικη Παρασκευή, γιατί το προηγούμενο βράδυ είχα βρει το έγγραφο του διαζυγίου των γονιών μου μέσα στο συρτάρι της σιφονιέρας στο σαλόνι. Είχα μείνει να το κοιτάζω περίλυπη για κάμποση ώρα και η λύπη έσφιγγε την καρδιά μου μέχρι το επόμενο μεσημέρι, που βρεθήκαμε όλοι στο σπίτι σου για να γευματίσουμε.
Ο Πίτερ, που άκουγε σιωπηλός τη Μαρία, συγκινήθηκε και τα μάτια του υγράνθηκαν.
— Μη στεναχωριέσαι. Θα φέρουμε τον χρόνο πίσω και θα ξυπνήσουμε τη μνήμη του Λεύκιου, του είπε τότε η Μαρία.
Ο Πίτερ σάστισε μόλις την άκουσε.
— Μαρία, τι είναι αυτά που λες; Θες να με αγχώσεις περισσότερο; τη ρώτησε ανήσυχος.
Η δεκατριάχρονη του χαμογέλασε καθησυχαστικά.
— Πίτερ, θέλω να με βοηθήσεις ν’ ανεβάσουμε ξανά τον ήλιο στον ουρανό του Λεύκιου. Για να το καταφέρουμε, πρέπει να φέρουμε τον χρόνο πίσω, του ξανάπε με σιγουριά.
Ο Πίτερ σκιάχτηκε ακόμα περισσότερο και γούρλωσε τα μάτια του.
— Μαρία, σύνελθε, σε παρακαλώ! Τι είναι αυτές οι παράλογες σκέψεις που κάνεις; Η συμπεριφορά σου με τρομάζει.
— Να μη φοβάσαι. Και οι σκέψεις μου δεν είναι παράλογες, του είπε χαμογελώντας. Πρέπει να θυμηθούμε τις καλές αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων και να τις μοιραστούμε με τον Λεύκιο. Αυτό πρέπει να κάνουμε, Πίτερ. Να αισθανθεί πάλι τη χαρά τους, για να ζωντανέψει η ελπίδα του και να δυναμώσει η θέλησή του για ζωή και για καλή δράση.
Ο Πίτερ συλλογίστηκε για λίγο τα λόγια της και, αφού τον έκαναν να αισθανθεί σιγουριά, αποφάσισε να την εμπιστευτεί. Πήρε λοιπόν μια βαθιά ανάσα και αφέθηκε στις οδηγίες της.
Η Μαρία ανέτρεξε λοιπόν ξανά στα φωτεινότερα μέρη της μνήμης της, εκεί όπου είχε φυλαγμένες τις ομορφότερες παιδικές αναμνήσεις της, στις οποίες πρωταγωνιστούσε η ίδια, ο Λεύκιος και ο Πίτερ, και άρχισε ν’ αφηγείται σιγανά την επόμενη ανάμνηση που της ήρθε στο μυαλό:
— Θυμάσαι, Λεύκιε, τότε που ορισμένοι μαθητές με κορόιδευαν και με φώναζαν μοσχαράκι, κι εγώ κρυβόμουν πίσω από τον κορμό του μεγάλου πλατάνου που βρισκόταν στην αυλή του σχολείου κι έκλαιγα; Μάθε λοιπόν πως και τώρα πάλι με φωνάζουν μοσχαράκι, αλλά εγώ δεν κλαίω πια όταν τους ακούω, και αυτό το οφείλω σ’ εσένα, επειδή κάποτε μου είπες: «Να προσπαθούμε να βελτιώνουμε τον εαυτό μας αγαπώντας τον». Από τότε λοιπόν έπαψα να ντρέπομαι για μένα. Καθημερινά μαθαίνω να κάνω καινούρια πράγματα και τον βελτιώνω, αγαπώντας τον. Ακόμη κι αν άργησα, αισθάνομαι την ανάγκη να σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για το καλό που μου έκανες όταν μοιράστηκες μαζί μου αυτή τη σημαντική φράση, να σου πω ότι το εκτιμώ. Ο παππούς Λουκιανός μού είπε πως πρέπει να εκτιμούμε το καλό που μας κάνουν οι συνάνθρωποί μας και να το ανταποδίδουμε όταν μπορούμε.
Ο Πίτερ, ακούγοντας τη Μαρία ν’ αφηγείται μία ακόμη παιδική ανάμνησή τους, αποφάσισε ν’ ανατρέξει κι αυτός στις δικές του. Βρέθηκε λοιπόν ξανά αντιμέτωπος με τη σκληρή μοναξιά των παιδικών του χρόνων και αισθάνθηκε πάλι την ψυχική και σωματική κούραση που του προκαλούσαν τότε οι καθημερινοί πονοκέφαλοι. Στη συνέχεια, εντόπισε τις καλές αναμνήσεις του και ξεχώρισε εκείνες στις οποίες πρωταγωνιστούσαν αυτός, η Μαρία και ο Λεύκιος. Σκίρτησε ακόμα μια φορά η καρδιά του από συγκίνηση όταν διαπίστωσε πως, προτού ο Λεύκιος φύγει για την πρωτεύουσα, υπήρξε ένας πολύ καλός φίλος γι’ αυτόν, μα και για τη Μαρία. Τους νοιαζόταν, χαιρόταν στις χαρές τους και τους στήριζε πάντοτε στις δύσκολες στιγμές τους.
Ο Πίτερ στράφηκε προς το μέρος του Λεύκιου και του είπε:
— Η Μαρία κι εγώ έχουμε στη ζωή μας και τους γονείς και τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας, ενώ εσύ, Λεύκιε, έχεις μόνο τον γέροντα Λουκιανό. Παρ’ όλα αυτά, ευχαριστιόσουν που μας καλοδεχόταν πάντοτε στο σπιτικό σας, μας νοιαζόταν, μας συμβούλευε και μας καθοδηγούσε, σαν να ήμασταν κι εμείς δικά του εγγόνια. Δεν επέτρεπες στη ζήλια και στον εγωισμό να σε παρασύρουν σε μικροπρεπείς συμπεριφορές. Αντιστεκόσουν σε αυτά και τα νικούσες. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν που μοιραζόσουν μαζί μου όσα καλά είχες στη ζωή σου, κι ας ήταν πάντοτε πολύ λιγότερα απ’ όσα είχα και απολάμβανα εγώ. Σου στέλνω λοιπόν τη δύναμη της εκτίμησής μου για να σε βοηθήσει να γίνεις καλά, φίλε μου.
Τα λόγια του Πίτερ θύμισαν στη Μαρία ένα ευχάριστο περιστατικό, που έγινε στη συνέχεια μια πολύτιμη ανάμνηση των παιδικών τους χρόνων. Χαμογέλασε νοσταλγικά και άρχισε να εξιστορεί:
— Θυμάσαι, Λεύκιε, τότε που έχασα το σχολικό μου πουκάμισο; Εκείνο το λευκό, το μακρυμάνικο, που φορούσαμε όλα τα παιδιά στις σχολικές γιορτές και στις επίσημες εκδηλώσεις. Είχα στη διάθεσή μου μόνο μισή ώρα για να βρω ένα άλλο να φορέσω, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να παρουσιάσω το πρόγραμμα στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου μας. Εκείνο το βράδυ εγώ κι εσύ ήμασταν οι δύο παρουσιαστές του προγράμματος.
Ψάξαμε όλο το σχολείο για να βρούμε το πουκάμισό μου, το οποίο είχα αφήσει από πριν στ’ αποδυτήρια, όπως έκαναν όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στη γιορτή. Δεν μπορέσαμε όμως να το εντοπίσουμε. Λες και είχε ανοίξει η γη και το είχε καταπιεί. Τότε εσύ, Λεύκιε, πρότεινες να φοράμε εναλλάξ το δικό σου πουκάμισο. Εγώ στην αρχή δίστασα, μα εσύ επέμεινες. Έτσι λοιπόν το τολμήσαμε!
Φορούσες το λευκό σου πουκάμισο κι έβγαινες στη σκηνή. Όταν τελείωνες την παρουσίαση του προγράμματος, έτρεχες αμέσως στ’ αποδυτήρια των αγοριών, το έβγαζες γρήγορα γρήγορα και το έδινες στον Πίτερ για να το φέρει σ’ εμένα. Εγώ έμπαινα τότε στ’ αποδυτήρια των κοριτσιών, φόραγα το πουκάμισό σου και ανέβαινα στη σκηνή. Όταν τελείωνε η δική μου παρουσίαση, επέστρεφα ξανά στ’ αποδυτήρια των κοριτσιών, έβγαζα το πουκάμισο και το έδινα στον Πίτερ, ο οποίος έτρεχε γρήγορα για να το φέρει πάλι σ’ εσένα. Μοιάζαμε με κουρδισμένα ανθρωπάκια που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα από τα αποδυτήρια στη σκηνή, μέχρι να τελειώσει η γιορτή.
Ήταν μεγάλη η χαρά που κάναμε και οι τρεις μας όταν λίγες ώρες αργότερα συνειδητοποιήσαμε πως τίποτα δεν είχε πάει στραβά και πως κανείς δεν είχε καταλάβει ότι κατά τη διάρκεια της χριστουγεννιάτικης γιορτής εγώ κι εσύ, Λεύκιε, μοιραζόμασταν το ίδιο πουκάμισο. Σ’ ευχαριστώ που γι’ ακόμα μια φορά ήσουν εκεί για μένα. Σου στέλνω κι εγώ τη δύναμη της εκτίμησής μου, για να σε βοηθήσει να γίνεις καλά.
Ο Πίτερ, που είχε βρει τελικά λυτρωτικό και για τον εαυτό του το ταξίδι των καλών αναμνήσεών τους, αισθάνθηκε την ανάγκη να θυμίσει στον Λεύκιο ακόμα ένα περιστατικό που είχαν ζήσει, όταν ήταν εφτά περίπου χρονών. Άρχισε λοιπόν να το εξιστορεί αργά και σιγανά:
— Θυμάσαι, φίλε, τότε που παραπονιόσουν πως όλα τα παιδιά της ηλικίας μας μπορούσαν να δένουν τα κορδόνια των παπουτσιών τους εκτός από εσένα; Μια μέρα λοιπόν από εκείνες τις ζόρικες που οι δικοί μου έλειπαν στο εξωτερικό κι εγώ υπέφερα πάλι από δυνατό πονοκέφαλο, πρότεινες να πάμε βόλτα μέχρι τη μεγάλη πλατεία. Εγώ, που φοβόμουν τον πονοκέφαλο, δεν ήθελα να βγω από το σπίτι, μα εσύ επέμεινες. Μου είπες το ένα, μου είπες τ’ άλλο και τελικά μ’ έπεισες. Δυσκολευόμουν όμως να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών μου, γιατί ο δυνατός πονοκέφαλος μου έφερνε πάντοτε ζαλάδα και μια θολούρα στα μάτια. Αποφάσισες λοιπόν να τα δέσεις εσύ για μένα.
Έδενες τα κορδόνια των παπουτσιών μου και αμέσως μετά τα έλυνες, γιατί αντιλαμβανόσουν πως δεν τα είχες δέσει σωστά. Καθόσουν στο πάτωμα, γονάτιζες, σηκωνόσουν πάνω, ύστερα πάλι γονάτιζες και πάλι προσπαθούσες, μάταια, να τα καταφέρεις.
Από το πολύ γέλιο που είχα κάνει κοιτώντας σε να παιδεύεσαι με τα κορδόνια των παπουτσιών μου, πέρασε ο πονοκέφαλος και αισθάνθηκα καλύτερα. Έτσι λοιπόν εγώ γλίτωσα από τον δικό μου πονοκέφαλο κι εσύ από τον δικό σου, που σε ζόριζε για καιρό, και δεν ήταν άλλος από το να μάθεις επιτέλους να δένεις τα κορδόνια των παπουτσιών σου. Θυμάμαι πως αισθάνθηκες ανείπωτη χαρά εκείνη τη μέρα. Τελικά, κάναμε τη βόλτα μας μέχρι την πλατεία με μία ώρα καθυστέρηση, μα δεν μας ένοιαξε καθόλου, γιατί εκείνη τη μέρα συνειδητοποιήσαμε και οι δύο πως η αληθινή φιλία έχει τη δύναμη να διώξει λύπες, φόβους, ανησυχίες, να προστατέψει τη σωματική και την ψυχική μας υγεία, ακόμη και να τη βελτιώσει.
Θυμάμαι ακόμη πως περάσαμε πολύ ωραία εκείνο το καλοκαιριάτικο απόγευμα στην πλατεία. Παρακολουθήσαμε μια ταινία στον υπαίθριο κινηματογράφο, για πρώτη φορά, και στη συνέχεια κατεβήκαμε στην παραλία και απολαύσαμε ψητό καλαμπόκι από τα χέρια του κυρίου Μηνά και της κυρίας Χαντάν. Ύστερα ο κύριος Λουκάς, ο βαρκάρης, που έπαιρνε βαρκάδα τους τουρίστες και μας είδε που καθόμασταν στην αποβάθρα κι αγναντεύαμε τη θάλασσα, μας πήρε μαζί του μέχρι τον κόλπο με τη χρυσή άμμο και μας γύρισε πίσω δύο ώρες μετά.
Σ’ ευχαριστώ, φίλε μου, που ήσουν δίπλα μου στις χαρές, μα κυρίως στις λύπες μου. Εγώ, σε αντίθεση μ’ εσένα, αποδείχτηκα ένας επιφανειακός φίλος. Δεν φρόντισα να μάθω αν ήσουν πραγματικά ευτυχισμένος στην πρωτεύουσα. Έτσι απλά, πίστεψα όσα έγραφαν τα δύο γράμματα που έστειλε στον παππού Λουκιανό ο θείος σου, ο κύριος Νέαρχος, ο οποίος μας διαβεβαίωνε πως περνούσες πολύ καλά εκεί και πως θα ήταν καλύτερα ν’ απέφευγες όσους και ό,τι σου θύμιζε το λυπηρό παρελθόν σου.
Ένα ελαφρύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της Μαρίας. Στράφηκε προς το μέρος του Πίτερ και του είπε:
— Μόλις θυμήθηκα που ο Λεύκιος έσπρωχνε τα ποτήρια που υπήρχαν πάνω στο τραπέζι.
Χαμογέλασε και ο Πίτερ στη θύμηση αυτού του περιστατικού, και η Μαρία, χωρίς δεύτερη σκέψη, άρχισε να το διηγείται:
— Θυμάσαι, Λεύκιε, τ’ απογεύματα που καθόμασταν στην αυλή οι τρεις μας και μελετούσαμε τα μαθήματά μας; Εσύ, ως συνήθως, έσπρωχνες κατά λάθος τα ποτήρια και τα έριχνες, με αποτέλεσμα να καταβρέχονται πολλά αντικείμενα που υπήρχαν πάνω στο τραπέζι. Ένα από εκείνα τ’ απογεύματα λοιπόν, αποφάσισες ν’ απαλλαγείς μια και καλή από αυτή την αδεξιότητά σου, γιατί αισθανόσουν άσχημα όταν κοιτούσες τη ζημιά στα τετράδια και τα βιβλία μας. Έβαλες λοιπόν πάνω στο τραπέζι ορισμένα ποτήρια και προσπάθησες να εξασκηθείς στην προσεκτικότερη κίνηση του χεριού σου. Εμπιστεύτηκες τη συγκέντρωσή σου, την προσοχή, την αποφασιστικότητα, την επιμονή, την υπομονή και άλλες αρετές σου και ξεκίνησες. Μετά από προσπάθεια μισής περίπου ώρας, βελτιώθηκες σε μεγάλο βαθμό. Συνέχισες, μέχρι που κάποια στιγμή έσπρωχνες κι έριχνες κάτω μόνο ένα ποτήρι. Ο Πίτερ σού είχε πει εκείνη την ώρα αστειευόμενος:
«Για κάποιον άγνωστο λόγο, φίλε, το χέρι σου δεν θα πάψει να σπρώχνει και να ρίχνει κάτω τουλάχιστον ένα από τα ποτήρια που υπάρχουν πάνω στο τραπέζι».
Γελάσαμε με το σχόλιό του. Εσύ θυμήθηκες τότε ένα γνωμικό που είχες μάθει εκείνες τις μέρες. Μας είπες πως «Όσο περισσότερο προσπαθεί και κοπιάζει κανείς τόσο περισσότερο αισιοδοξεί και ελπίζει».
Θυμάμαι πως τα λόγια σου μίλησαν αμέσως στην καρδιά μου και θέλησα να αποκτήσω κι εγώ μεγαλύτερη αισιοδοξία και ελπίδα, για να μη φοβάμαι μπροστά στα άγνωστα της ζωής. Ήθελα να πατάξω την απαισιοδοξία μου. Αποφάσισα λοιπόν να εμπιστευτώ κι εγώ τις ενάρετες δυνάμεις μου: την προσπάθειά μου, την εξάσκηση, την εργατικότητα, την αποφασιστικότητα, τη δημιουργικότητα, την υπομονή, την επιμονή μου, όπως έκανες κι εσύ. Στην πορεία, διαπίστωσα πως η απόφαση που είχα πάρει ήταν πολύ σωστή και με ωφέλησε στα κατοπινά χρόνια.
Έμαθες από νωρίς να ενδιαφέρεσαι για τις καλές συμβουλές, τα ευεργετικά διδάγματα και τις σοφές ρήσεις, Λεύκιε. Γύρευες την αλήθεια μέσα σε κάθε τι, επειδή ήθελες να βελτιώνεις διαρκώς τον χαρακτήρα σου κι έτσι να σε βρίσκει η επόμενη μέρα έναν καλύτερο άνθρωπο. Σ’ ευχαριστώ που νοιαζόσουν για την ασφαλή πρόοδο και την ευτυχία μας και τα μοιραζόσουν όλα μ’ εμάς.
Η τελευταία αφήγηση της Μαρίας θύμισε στον Πίτερ μια δραστηριότητα που τους είχε μάθει κάποτε ο Λεύκιος. Στράφηκε λοιπόν προς το μέρος του και του είπε σιγανά:
— Θυμάμαι, φίλε μου, κάποιο σαββατιάτικο πρωινό που μας ζήτησες ν’ ανεβούμε τρέχοντας το βουνό με τα έλατα. Είχες πει σ’ εμένα και τη Μαρία να επαναλαμβάνουμε σιωπηλά μια επιθυμία μας σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής.
«Θέλω να γίνω πιο δίκαιος», έλεγα λοιπόν εγώ.
«Θέλω να γίνω πιο δίκαιη», έλεγε και η Μαρία.
«Συνεχίστε να την επαναλαμβάνετε μέσα σας μέχρι να φτάσουμε στην κορυφή του βουνού», μας υπενθύμιζες διαρκώς.
Σαράντα περίπου λεπτά αργότερα φτάσαμε και οι τρεις στο ψηλότερο σημείο του βουνού. Τότε, μας είπες να κλείσουμε τα μάτια μας και να φωνάξουμε σιωπηλά την ίδια επιθυμία με όλη μας τη δύναμη, μέχρι να σμίξουν οι λέξεις με τους χτύπους της καρδιάς μας. Εμείς κάναμε ό,τι μας είπες.
Φωνάζαμε από μέσα μας όσο πιο δυνατά μπορούσαμε. Συνταράζαμε όλη μας την ύπαρξη και θαρρούσαμε πως η φωνή μας έφτανε, μ’ έναν απόκοσμο τρόπο, μέχρι τα επουράνια.
Όταν στη συνέχεια κατηφορίζαμε το βουνό, ακούγαμε αυτές τις λέξεις ν’ αντηχούν δυνατά στ’ αυτιά μας, σαν να είχαν διαφεντέψει το μυαλό μας. Θυμάμαι πως εγώ είχα εντυπωσιαστεί.
«Να την επαναλάβουμε αυτή τη δραστηριότητα», σου είχα πει, γιατί είχα αισθανθεί πρωτόγνωρη ευχαρίστηση και ωφέλεια. Βρήκα μάλιστα και την επόμενη επιθυμία που θα έλεγα σιωπηλά, όταν θ’ ανηφορίζαμε το βουνό την επόμενη φορά: «Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός».
Βέβαια, μόλις η Μαρία άκουσε τη συγκεκριμένη επιθυμία, σκέπασε αμέσως τα μάτια της με τις παλάμες των χεριών της και άρχισε να κλαίει σιγανά. Εμείς οι δύο, Λεύκιε, μείναμε να την κοιτάμε άναυδοι. Σφίχτηκαν οι καρδιές μας από λύπη, μα δεν γνωρίζαμε μήτε τι να πούμε μήτε τι να κάνουμε. Ευτυχώς που η Μαρία δεν άργησε να ηρεμήσει και, όπως πάντα, φόρτωσε το κλάμα της στην αλλεργία των ματιών της.
Η Μαρία χαμογέλασε αμήχανα.
— Δεν το έχω φανερώσει σε κανέναν μέχρι σήμερα, μα από την ημέρα που ο Λεύκιος μας έμαθε τη δραστηριότητα αυτή, ανεβαίνω το βουνό τρέχοντας μία φορά κάθε μήνα και εκφράζω σιωπηλά την επιθυμία μου: «Θέλω να γίνω πιο ειρηνική». Όταν φτάνω στην κορυφή του και κλείνω τα μάτια μου για να τη φωνάξω δυνατότερα, τυλίγει την καρδιά μου η ίδια πάντα συγκίνηση και γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα, σαν την πρώτη πρώτη φορά που ανεβήκαμε οι τρεις μας εκεί ψηλά, γιατί από τότε το μυαλό μου κάνει ολοένα και περισσότερες ειρηνικές σκέψεις, οι οποίες με κατευθύνουν σε ειρηνικές πράξεις.
Ο Πίτερ σούφρωσε τα φρύδια του, καθώς μια λεπτομέρεια που αφορούσε τη συγκεκριμένη δραστηριότητα ήρθε ξαφνικά στη σκέψη του.
— Μόλις τώρα θυμήθηκα πως, καθώς κατηφορίζαμε το βουνό εκείνη τη μέρα, μας μίλησες και για μια «ασπίδα προστασίας» που είχες. Μας είπες μάλιστα πως θα μας έδινες ορισμένες οδηγίες ώστε να την αποκτήσουμε κι εμείς. Δεν πρόλαβες όμως, γιατί ο παππούς Λουκιανός έπαθε το δεύτερο έμφραγμα κι εσύ έφυγες άρον άρον για την πρωτεύουσα. Άντε να συνέλθεις, Λεύκιε, να μας δώσεις τις οδηγίες που μας υποσχέθηκες. Σου υπενθυμίζω πως εσύ δεν αθετείς ποτέ τις υποσχέσεις σου.
Ξαφνικά, στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή. Ο Πίτερ, φανερά κουρασμένος, ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα και σφάλισε τα μάτια του, ενώ η Μαρία σηκώθηκε από τη θέση της, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου που βρισκόταν πλάι στο κρεβάτι κι έβγαλε από μέσα ένα μεγάλο τετράδιο. Πήρε και ορισμένα χρωματιστά μολύβια και άρχισε να ζωγραφίζει σε μια άδεια σελίδα.
Ο Πίτερ σηκώθηκε ήσυχα ήσυχα από τη θέση του και πήγε και στάθηκε μπροστά από το παράθυρο. Ορισμένοι στίχοι από το ποίημα που είχαν διαβάσει και μελετήσει στο σχολείο την προηγούμενη μέρα ήρθαν στο μυαλό του. Σκίρτησε δυνατά η καρδιά του από συγκίνηση. Οι λέξεις και οι προτάσεις γαλήνεψαν τη σκέψη του και δυνάμωσαν την ελπίδα του:
— Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά σιγά θα ’ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.7
Ο Πίτερ έκλεισε το μισάνοιχτο τζάμι και αγνάντεψε την απεραντοσύνη της θάλασσας, που φαινόταν στο βάθος. Οι στίχοι κάποιου τραγουδιού που συνήθιζαν να τραγουδούν μαζί οι τρεις τους, προτού ακόμη ο Λεύκιος φύγει για την πρωτεύουσα, ήρθαν κι αυτοί απροσδόκητα στο μυαλό του. Χαμογέλασε αυθόρμητα στη θύμησή τους:
Μια ευχή που έκανα μου έφερε ένα φίλο,
η ζεστασιά που αισθάνθηκα απόδιωξε το κρύο.
Έκανα δεύτερη ευχή και μου ’φερε μια φίλη,
μ’ ελπίδα συντροφεύει με και φρόνηση μου δίνει.
Η Μαρία τελείωσε τη ζωγραφιά της και έκοψε τη σελίδα από το τετράδιο. Ανασήκωσε ελαφρώς την άκρη του μαξιλαριού στο οποίο ακουμπούσε ο Λεύκιος το κεφάλι του και την έβαλε από κάτω με προσοχή, για να μην τον πονέσει. Είχε ζωγραφίσει μια εντυπωσιακή γέφυρα που από κάτω της περνούσε ένα μεγάλο ποτάμι, και στο βάθος τη φωτεινή άχνη της αντηλιάς. Καθώς η δεκατριάχρονη φιλοτεχνούσε προσεκτικά το ελπιδοφόρο ειρηνικό τοπίο, σιγοτραγουδούσε ένα αγαπημένο της τραγούδι, από εκείνα που έλεγαν παλιά οι τρεις τους στις απογευματινές βόλτες τους.
Η τρίτη ευχή μού έφερε μια μεγάλη αλήθεια,
«ο φίλος είναι στήριγμα και ακριβή βοήθεια».
Η τέταρτή μου η ευχή, μου ’φερε μια συμβουλή
«κράτα τον φίλο τον καλό, να ’χεις ελπίδα στη ζωή».
6 Κωστής Παλαμάς, «Ρόδου μοσκοβόλημα».
7 Γιώργος Σεφέρης, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου».