← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 05 — ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΜΑΝΤΗΛΙ

Το λευκό μαντίλι

— Εργάζεται για σένα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, για να μπορείς να χαίρεσαι το πολύτιμο δώρο της ζωής. Για να ονειρεύεσαι, να θέτεις στόχους και να δρας. Για να κάνεις ασφαλή προκοπή, να ζεις πολλές ουσιαστικές στιγμές ευτυχίας, να αναπτύσσεσαι και να εξελίσσεσαι.

Προωθεί το οξυγονωμένο αίμα και τις θρεπτικές ουσίες σε όλο το σώμα σου και το δυναμώνει. Αφουγκράζεται τις λύπες που βιώνεις στην καθημερινότητά σου, απορροφά τις ανησυχίες σου, τις αγωνίες και τους φόβους σου.

Γιατί λοιπόν χρησιμοποιείς ουσίες που τη βάζουν σε κίνδυνο; Κάθε φορά που ρίχνεις αλόγιστα μέσα στον οργανισμό σου τη νικοτίνη, το αρσενικό, το υδροκυάνιο και άλλα χημικά στοιχεία, πλήττεις την καθαρότητα και την καλή λειτουργία της και εμποδίζεις το πολύτιμο έργο που επιτελεί μέσα στον οργανισμό σου.

Κάνε της το χατίρι να τρέφεσαι υγιεινά και να πίνεις αρκετή ποσότητα νερού καθημερινά. Να αθλείς το σώμα και το πνεύμα σου, ώστε να έχεις εξωτερική και εσωτερική ομορφιά. Για να είναι θαυμαστά τα λόγια και τα έργα σου και να είναι γεμάτες ευτυχία οι μέρες που σε περιμένουν, στο κοντινό, μα και στο μακρινό, μέλλον σου.

Σε φροντίζει.

Σε θρέφει.

Σε προστατεύει.

Φρόντισέ την κι εσύ.

Προστάτεψέ τη.

Διατήρησέ τη γερή και δυνατή,

την καρδιά σου.

— Μπράβο, Μαρία! Πολύ καλή η εργασία σου. Μας οδήγησες στα εσωτερικά μας μονοπάτια, για να εκτιμήσουμε ορισμένα ακριβά αγαθά που έχουμε στη ζωή μας, τα οποία δεν μπορούμε να δούμε με γυμνό μάτι, της είπε με σύνεση η καλοσυνάτη εκπαιδευτικός. Ποιοι άλλοι γράψατε με ύφος λογοτεχνικό για τη βλάβη που προκαλεί η αλόγιστη χρήση ουσιών στον οργανισμό μας;

— Εγώ, κυρία.

— Σε ακούμε λοιπόν, Πίτερ.

— Εργαζόμαστε ακατάπαυστα και αφιλοκερδώς για σένα, χωρίς να κάνουμε διάλειμμα ούτε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Ως πιστοί και αφοσιωμένοι φίλοι σου που είμαστε, σε διατηρούμε στη ζωή εκτελώντας μέσα στον οργανισμό σου δύο σημαντικές λειτουργίες:

Πρώτον, παρέχουμε οξυγόνο στο αίμα σου και, δεύτερον, απομακρύνουμε το διοξείδιο του άνθρακα από αυτό. Για όσο χρονικό διάστημα εκτιμάς το έργο μας και μας διατηρείς υγιείς, εμείς εκτελούμε τα καθήκοντά μας απέναντί σου χωρίς δυσκολία. Όταν όμως βάζεις σε δεύτερη μοίρα την υγεία σου και καταφεύγεις στην αλόγιστη χρήση ουσιών, μας εκθέτεις σε μεγάλους κινδύνους. Αποκτούμε διάφορες παθήσεις, όπως είναι η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, το άσθμα, διάφορες λοιμώξεις κ.ά.

Η ζωή είναι όμορφη!

Για να τη ζεις, πρέπει ν’ αναπνέεις.

Για ν’ αναπνέεις, πρέπει να μας διατηρείς γερούς και δυνατούς.

Φρόντισέ μας, για να μπορούμε να φροντίζουμε κι εμείς εσένα.

Οι πνεύμονές σου!

— Μπράβο, Πίτερ! είπε η καθηγήτρια, κι ένα ευγενικό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Ποιος άλλος θα μας διαβάσει την εργασία του;

— Εγώ, κυρία! Έγραψα για την αρνητική επίδραση που έχει η αλόγιστη χρήση ουσιών στο νευρικό μας σύστημα.

— Σε ακούμε λοιπόν, Αλέξη.

Εκεί όμως που ο μαθητής ετοιμαζόταν ν’ αρχίσει την ανάγνωση, χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα. Μάζεψαν λοιπόν όλοι τα πράγματά τους και κίνησαν για τα σπίτια τους.

Η Μαρία διέσχισε τη μεγάλη λεωφόρο και μετά πήρε την πάροδο που οδηγούσε στην Παιδική Στέγη. Σταμάτησε για λίγο στην αγορά, για να πάρει γάλα και μακαρόνια, και αφού περπάτησε για άλλα δέκα λεπτά έφτασε στον προορισμό της. Στάθηκε στην είσοδο του μεγάλου διώροφου κτιρίου κι έμεινε να κοιτάζει με θαυμασμό τα φρεσκοβαμμένα ξύλινα παράθυρα, την κοκκινωπή κεραμιδένια στέγη και τα μεγάλα μπαλκόνια με τις πήλινες γλάστρες, που ήταν γεμάτες χρωματιστά εποχιακά άνθη. Το ευχάριστο θέαμα τη συνεπήρε. Ένα όμορφο και ασφαλές μέρος για τα παιδιά, σκέφτηκε και χαμογέλασε ελαφρά.

Τα μικρότερα παιδάκια, δέκα στον αριθμό, που έπαιζαν εκείνη την ώρα στην αυλή, μόλις είδαν τη Μαρία να στέκει πλάι στην καγκελόπορτα, τσίριξαν από χαρά κι έτρεξαν αμέσως προς το μέρος της.

Όπως κάθε φορά, έτσι κι εκείνη τη μέρα η δεκατριάχρονη τα αγκάλιασε ένα ένα μ’ εγκαρδιότητα, κι εκείνα άρχισαν να της μιλάνε όλα μαζί και να της λένε για τα καινούρια πράγματα που είχαν μάθει από τις δασκάλες τους, για τις τελευταίες χειροτεχνίες που είχαν φτιάξει, για τα νέα παιχνίδια που είχαν μάθει να παίζουν και για ό,τι άλλο ερχόταν στο μυαλό τους. Εξέφραζαν επιθυμίες, απορίες, παράπονα, συναισθήματα, και η Μαρία τα άκουγε και τους χαμογέλασε με καλοσύνη και αγάπη. Αισθανόταν τα αθώα λογάκια τους να εισχωρούν βαθιά στον εσωτερικό της κόσμο, να τον γεμίζουν με χαρά και ελπίδα, και γι’ ακόμα μια φορά η καρδιά της σκίρτησε δυνατά από ευγνωμοσύνη. Μια γλυκιά φράση που είχε ακούσει κάποτε της ήρθε ξανά στο μυαλό: «Τα παιδιά μάς δίνουν αγάπη κι ελπίδα προτού τις ζητήσουμε».

— Μαρία, σήμερα η κυρία διευθύντρια μας μίλησε για ένα παιχνίδι που έπαιζε όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, τα πεντόβολα. Θες να σου πω γιατί του έδωσαν αυτό το όνομα; Γιατί παίζεται με πέντε βόλους! Χα, χα! Πέντε είναι και τα δάχτυλα που έχουμε στο κάθε μας χέρι. Έχουμε πέντε στο δεξί και πέντε στο αριστερό, και όλα μαζί μας κάνουν είκοσι.

— Όχι! Η δασκάλα μας, η κυρία Λευκή, μας είπε πως τα δάχτυλά μας είναι δέκα.

— Αφού η κυρία διευθύντρια μας είπε πως είναι είκοσι.

— Όχι! Δεν είναι είκοσι. Είναι δέκα!

— Ποια από τις δύο λέτε ν’ ακούσουμε;

— Δεν ξέρω.

— Μήτε εγώ.

— Πόπο! Ούτε εγώ ξέρω.

— Εγώ λέω ν’ ακούσουμε την κυρία Λευκή, που έχει γλυκά μάτια και όμορφα μακριά μαλλιά.

— Εγώ λέω ν’ ακούσουμε την κυρία διευθύντρια, που όλο μας λέει αστεία και δεν μας χαλάει κανένα χατίρι.

— Δεν ξέρω.

— Ούτε εγώ.

— Πόπο! Μήτε εγώ ξέρω.

— Ποια από τις δύο λέτε ν’ ακούσουμε;

— Ν’ ακούσετε και τις δύο, τους είπε ξαφνικά η Μαρία χαμογελώντας, και κούνησε το κεφάλι της πάνω κάτω με σιγουριά.

Τα παιδιά στράφηκαν προς το μέρος της και την κοίταξαν έκπληκτα. Η αθωότητα διαφέντεψε το βλέμμα τους, μα στο βάθος του φαινόταν η μεγάλη απορία. Η Μαρία πήρε ξανά τον λόγο και τους εξήγησε:

— Σας απάντησαν σωστά και οι δύο. Και η κυρία διευθύντρια και η δασκάλα σας, η κυρία Λευκή. Έχουμε δέκα δάχτυλα στα χέρια μας και δέκα στα πόδια μας. Όταν τα προσθέσουμε όλα μαζί, μας κάνουν είκοσι.

— Ααα! Έχουμε δέκα δάχτυλα στα χέρια μας!

— Ααα! Έχουμε και δέκα δάχτυλα στα πόδια μας!

— Και όλα μαζί μας κάνουν είκοσι δάχτυλα!

— Και η κυρία διευθύντρια, που όλο μας λέει αστεία και δεν μας χαλάει κανένα χατίρι, μας απάντησε σωστά! Γιούπι, γιούπι!

— Και η κυρία Λευκή, που έχει γλυκά μάτια και όμορφα μακριά μαλλιά, μας απάντησε κι αυτή σωστά! Γιούπι, γιούπι!

— Τι καλά!

— Γιούπι!

— Μαρία, η δασκάλα μας, η κυρία Αργυρώ, μας μίλησε για τα παιχνίδια που έπαιζαν στα παλιά χρόνια, τις ημέρες της Λαμπρής. Μας είπε και για το αγαπημένο της παιχνίδι, τον «ζίζιρο». Χα, χα! Γελάσαμε πολύ όταν μας το περιέγραψε.

— Και ο δάσκαλός μας, ο κύριος Νεόφυτος, μας είπε πως το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν το «λιγκρίν». Μαρία, ξέρεις γιατί του έδωσαν αυτό το όνομα; Επειδή οι παίχτες χρησιμοποιούσαν ένα μεγάλο ξύλο, τη «λίγκρα», και με αυτό χτυπούσαν ένα μικρότερο ξύλο, που λεγόταν «λιγκρίν».

— Χα, χα! Και ο κύριος Νικόλας μάς μίλησε για την «καττόμουγια». Μαρία, την επόμενη φορά που θα έρθεις, θέλεις να παίξεις μαζί μας καττόμουγια; Πες ναι, σε παρακαλώ! Είναι πολύ διασκεδαστικό αυτό το παιχνίδι! Θα πρέπει όμως να φέρεις μαζί σου ένα μεγάλο μαντίλι.

— Ναι! Θα δέσουμε με αυτό τα μάτια σου, κι εσύ θα προσπαθήσεις να μας πιάσεις! Χα, χα! Εγώ θα σου ξεφύγω, Μαρία.

— Χα, χα! Κι εγώ!

— Θα σου ξεφύγω κι εγώ!

— Κι εγώ! Γιούπι, γιούπι! Δεν θα καταφέρεις να με πιάσεις!

— Χα, χα! Θα σας πιάσει όλους εκτός από μένα! Δεν θα καταφέρεις να με πιάσεις, Μαρία, γιατί εγώ είμαι ο πιο έξυπνος απ’ όλους και θα κρυφτώ πίσω σου. Χα, χα!

— Μα… αφού μόλις τώρα της φανέρωσες την κρυψώνα σου! Της είπες πως θα κρυφτείς πίσω της, επομένως θα σε βρει, Γιωργάκη.

— Σωστά! Η Μαρία δεν θα βρει μόνο εμάς. Της φανέρωσες πού θα κρυφτείς, γι’ αυτό και θα βρει κι εσένα, Γιωργάκη.

— Τότε, θα βρω άλλη κρυψώνα. Τη βρήκα! Χα, χα! Η Μαρία θα σας βρει και θα σας πιάσει όλους, εκτός από μένα, γιατί εγώ είμαι εξυπνότερος και θα κρυφτώ πίσω από τη μεγάλη ελιά.

— Μα… αφού μόλις τώρα δα της φανέρωσες και τη δεύτερη κρυψώνα σου, Γιωργάκη. Της είπες πως θα κρυφτείς πίσω από τη μεγάλη ελιά, άρα η Μαρία θα σε βρει κι εσένα.

— Τότε, θα βρω άλλη κρυψώνα. Τη βρήκα! Χα, χα! Η Μαρία θα σας βρει και θα σας πιάσει όλους εκτός από μένα, γιατί είμαι εξυπνότερος και θα κρυφτώ πίσω από το πιθαράκι, δίπλα στις κόκκινες τριανταφυλλιές. Χα, χα!

Τα παιδιά κοίταξαν τον Γιωργάκη με παράπονο, κι ένα από αυτά είπε:

— Μόλις βρήκα ποιον απ’ όλους μας θα βρει και θα πιάσει πρώτα η Μαρία όταν παίξουμε την καττόμουγια.

— Ποιον θα βρει πρώτο;

— Ποιον θα βρει;

— Πόπο! Ποιος να ’ναι άραγε;

— Ο Γιωργάκης θα ’ναι! Θα πιάσει πρώτα εσένα, Γιωργάκη, γιατί μας κοροϊδεύεις συνεχώς και καυχιέσαι πως είσαι εξυπνότερος από μας, αλλά όλο φανερώνεις τις κρυψώνες σου. Δεν ακούς την κυρία διευθύντρια που μας λέει συχνά πως τα καλά παιδιά δεν κοροϊδεύουν άλλα παιδιά ούτε τα κάνουν να αισθάνονται κατώτερά τους.

— Σωστά! Τα καλά παιδιά δεν κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά, ούτε τα κάνουν να αισθάνονται κατώτερά τους.

— Η κυρία διευθύντρια λέει πως, όταν κοροϊδεύουμε άλλα παιδάκια και τα κάνουμε να αισθάνονται κατώτερά μας, τότε τα στεναχωρούμε, Γιωργάκη.

Η Μαρία, που τόση ώρα άκουγε με προσοχή τον διάλογο των παιδιών, χαμογελούσε καλοσυνάτα.

— Και τι χρώμα θέλουμε να είναι το μαντίλι που θα φέρει η Μαρία την επόμενη βδομάδα για να παίξουμε καττόμουγια;

— Εγώ θέλω να είναι πράσινο, σαν τα δέντρα.

— Εγώ θέλω να είναι κίτρινο, σαν τον ήλιο.

— Εγώ θέλω να είναι γαλάζιο, σαν τη θάλασσα.

— Να είναι κόκκινο, σαν την υπέροχη μπλούζα που φοράει σήμερα η δασκάλα μας, η κυρία Αργυρώ.

— Να είναι γκρίζο, σαν τα σύννεφα που μόλις φάνηκαν στον ουρανό και θα φέρουν βροχή, για να πιει η γη και να ξεδιψάσει.

— Να είναι πορτοκαλί, σαν τη στολή που φοράει ο κύριος Άνθιμος, ο κηπουρός, όταν περιποιείται τα δέντρα και τα λουλούδια της αυλής για ν’ ανθίσουν και να κάνουν καλούς και νόστιμους καρπούς.

— Εγώ θέλω να είναι λευκό το μαντίλι, σαν το περιστέρι της ειρήνης.

Τα παιδιά ξαφνικά σώπασαν και άρχισαν να κοιτάζονται μεταξύ τους προβληματισμένα. Κάποια στιγμή, ένα από αυτά έσπασε τη σιωπή και είπε:

— Εντάξει. Να είναι λευκό, σαν το περιστέρι της ειρήνης.

— Συμφωνώ κι εγώ. Να είναι λευκό. Την αγαπάω πολύ την ειρήνη.

— Εντάξει. Κι εγώ θέλω να είναι λευκό το μαντίλι. Κι εγώ την αγαπάω πολύ την ειρήνη. Και τα περιστέρια είναι όμορφα και χαριτωμένα.

— Εντάξει. Να είναι λευκό το χρώμα του μαντιλιού.

— Γιούπι, γιούπι! Συμφωνήσαμε!

— Τι καλά! Το περιστέρι της ειρήνης μας βοήθησε να βρούμε τη λύση.

— Ναι! Το περιστέρι της ειρήνης μας βοήθησε!

— Μαρία, τελικά συμφωνήσαμε πως το χρώμα του μαντιλιού που θα φέρεις την επόμενη φορά για να παίξουμε μαζί την καττόμουγια θέλουμε να είναι λευκό, σαν το περιστέρι της ειρήνης.

Η Μαρία χαμογέλασε και συμφώνησε μαζί τους:

— Εντάξει, παιδιά. Το μαντίλι που θα φέρω θα είναι λευκού χρώματος.

Ένα από τα τετράχρονα παιδιά άρχισε ξαφνικά να τραγουδά ένα παιδικό τραγουδάκι. Η Μαρία χαμογέλασε νοσταλγικά, γιατί θυμήθηκε πως το τραγουδούσε συχνά κι αυτή, όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και πήγαινε ακόμη στο νηπιαγωγείο. Η Θάλεια, με τη γλυκιά φωνούλα της, σκόρπιζε γύρω της αισιοδοξία κι ελπίδα:

Βγαίνει η βαρκούλα,

βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά,

από το περιγιάλι,

βαρκούλα, βαρκούλα,

από το περιγιάλι,

βαρκούλα του ψαρά.

Κι απλώνει ο ναύτης,

κι απλώνει ο ναύτης με χαρά,

τα δίχτυα του και πάλι,

βαρκούλα, βαρκούλα,

τα δίχτυα του και πάλι,

βαρκούλα του ψαρά.

Το φεγγαράκι,

το φεγγαράκι το γιαλό,

τον κάνει σαν καθρέφτη,

βαρκούλα, βαρκούλα,

τον κάνει σαν καθρέφτη,

βαρκούλα του ψαρά.5


5 Αγνώστου, «Βγαίνει η βαρκούλα». ↩

Οι δύο μαγείρισσες της Παιδικής Στέγης, γυναίκες πρόσχαρες, με ύφος γαλήνιο και με βλέμμα γεμάτο αγάπη και καλοσύνη, πλησίασαν τη Μαρία και τη χαιρέτησαν. Όπως κάθε φορά, έτσι κι εκείνη τη μέρα έπιασαν κουβέντα μαζί της. Κάποια στιγμή, η κυρία Γιούλα πήγε στην κουζίνα κι επέστρεψε κρατώντας στα χέρια της ένα μεγάλο πιάτο. Κοντοζύγωσε τη Μαρία και της είπε:

— Πριν από μισή περίπου ώρα φτιάξαμε παραδοσιακούς λουκουμάδες μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά της Παιδικής Στέγης. Έλα να σε κεράσουμε κι εσένα, καρδούλα μου.

Η δεκατριάχρονη έριξε μια ματιά στους λουκουμάδες, που ήταν γαρνιρισμένοι με μέλι και κανέλα, πήρε έναν και την ευχαρίστησε.

— Ω! Είναι πολύ αφράτος κι έχει εξαιρετική γεύση! είπε όταν έβαλε μια μπουκιά στο στόμα της.

Οι δύο μαγείρισσες χαμογέλασαν ευγενικά και το βλέμμα τους φωτίστηκε. Η κυρία Γιούλα είπε στη Μαρία:

— Σε προσκαλώ να έρθεις μια μέρα στο χωριό μου, κορίτσι μου, για να δεις και να θαυμάσεις από κοντά τα γραφικά σπίτια του, τα όμορφα σοκάκια, την αρχαία εκκλησία, τους νερόμυλους και τα δύο μουσεία του. Στο ένα από αυτά θα μάθεις πώς φτιάχνουν το κρασί, το ψωμί και το λάδι με τον παραδοσιακό τρόπο, όπως φτιάξαμε κι εμείς σήμερα αυτούς τους λουκουμάδες.

Η Μαρία της έγνεψε καταφατικά και πήρε έναν ακόμη λουκουμά. Η δεύτερη μαγείρισσα, η κυρία Αμαλία, της είπε:

— Ελπίζω, καρδούλα μου, πως κάποια μέρα θα μπορώ κι εγώ να σε προσκαλέσω για να δεις από κοντά το μέρος όπου γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια. Να θαυμάσεις τις βαθιές κοιλάδες του, τα δεκάδες μικρά ρυάκια, τις αρχαίες εκκλησιές και το μεγαλόπρεπο κάστρο του. Ν’ ακούσεις μύθους, ιστορίες και θρύλους που συνύφαναν τη μακραίωνη ιστορία του και να ευφρανθεί η ψυχή σου. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά στην καταπράσινη πλαγιά ενός ψηλού βουνού και περιτριγυρίζεται από ένα μεγάλο δάσος. Κοιτώντας σε σήμερα, παιδί μου, μου ήρθε ξαφνικά στο μυαλό το όνομα του χωριού μου, που σχετίζεται με τη φυσική ομορφιά. Μια εκδοχή λέει πως σημαίνει «γοητευτική και δασώδης τοποθεσία».

Όση ώρα η κυρία Αμαλία μιλούσε για το χωριό της, τα μάτια της έλαμπαν από χαρά και ενθουσιασμό, μα μόλις σώπασε, το βλέμμα της γέμισε λύπη, την οποία όμως προσπάθησε να κρύψει. Η Μαρία, που τη συναισθάνθηκε, την κοίταξε με συμπόνια και κατανόηση και της είπε:

— Είμαι σίγουρη, κυρία Αμαλία, πως όποιο κι αν είναι το εμπόδιο που δεν σου επιτρέπει να με προσκαλέσεις στο χωριό σου, κάποια μέρα θα ξεπεραστεί, και τότε θα έρθω για να δω από κοντά και να θαυμάσω τις χάρες και τις ομορφιές του.

Η μεσήλικη γυναίκα αισθάνθηκε συγκίνηση και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος της και την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της. Ακούμπησε και η Μαρία τα δικά της χέρια στην πλάτη της κυρίας Αμαλίας και έμεινε ν’ αφουγκράζεται με σεβασμό τη συγκίνησή της.

— Σ’ ευχαριστώ για την ελπίδα που μου χάρισες, παιδί μου. Την έχω μεγάλη ανάγκη. Θρέφει τη μνήμη μου και κρατάει ζωντανές τις όμορφες και ακριβές αναμνήσεις που έχω από το χωριό μου, της είπε σιγανά και ύστερα απομάκρυνε τα χέρια της και την ελευθέρωσε.

Η Μαρία της χαμογέλασε, ενώ τα παιδιά, που τόση ώρα ήταν σιωπηλοί θεατές, ξεκίνησαν να μιλάνε πάλι μεταξύ τους:

— Άκουσα μια μέρα τη μητέρα μου να λέει πως τ’ όνομα του χωριού απ’ όπου κατάγεται πιθανόν να προήλθε από ένα όμορφο φυτό που λέγεται «γαλινιά».

— Εγώ άκουσα τη μητέρα μου να λέει πως το παραθαλάσσιο χωριό απ’ όπου κατάγεται πήρε τ’ όνομά του από τα καράβια που προσάραζαν εκεί από τα πολύ παλιά χρόνια.

— Εγώ άκουσα τον πατέρα μου να λέει πως το χωριό απ’ όπου κατάγεται πιθανόν να πήρε τ’ όνομά του από τον «γιαλό», δηλαδή τη θάλασσα.

— Εγώ άκουσα τον πατέρα μου να λέει πως το χωριό απ’ όπου κατάγεται πιθανόν να πήρε τ’ όνομά του από ένα ξεχωριστό φυτό που λέγεται «μυρτιά».

— Εγώ άκουσα τη μητέρα μου να λέει πως το χωριό απ’ όπου κατάγεται πιθανόν να πήρε τ’ όνομά του από ένα φυτό, την «άκανθο».

Τα παιδιά συνέχισαν να μιλούν με θαυμασμό και περηφάνια για τα χωριά απ’ όπου κατάγονταν οι γονείς τους, και η Μαρία μαζί με τις δύο μαγείρισσες τα άκουγαν και χαμογελούσαν μ’ ευχαρίστηση.

Κατά τις τρεις και μισή, η Μαρία τους αποχαιρέτησε όλους κι έφυγε από την Παιδική Στέγη. Περπάτησε κατά μήκος της λεωφόρου κι έφτασε στο κατάστημα από το οποίο προμηθευόταν υλικά για τις χειροποίητες δημιουργίες της. Μπήκε μέσα και χαιρέτησε τις δύο υπαλλήλους. Εκείνες χάρηκαν πολύ που την είδαν μετά από καιρό και έπιασαν την κουβέντα μαζί της.

Κα Κρινιώ: Ω! Καλώς τη! Πώς είσαι, κορίτσι μου; Πάνε τρεις εβδομάδες που δεν σ’ έχουμε δει.

Μαρία: Είμαι καλά, κυρία Κρινιώ. Εσύ πώς είσαι; Εκείνο το πρόβλημα υγείας που είχες ξεπεράστηκε τελικά;

Κα Κρινιώ: Το παλεύω ακόμη, μα μέρα με τη μέρα γίνομαι καλύτερα. Βλέπω πάντα μ’ αισιοδοξία προς το μέλλον. Σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, παιδί μου.

Μαργαρίτα: Καλωσήρθες, μικρή μου φιλενάδα. Για να σε δω. Πόπο! Ψήλωσες κι ομόρφυνες!

Μαρία: Κι εσύ δεν πας πίσω, Μαργαρίτα. Απ’ ό,τι βλέπω, άλλαξες και τα μαλλιά σου. Σου πάνε πολύ!

Κα Κρινιώ: Οι καλές αλλαγές μας φέρνουν αισιοδοξία και ελπίδα, κορίτσια μου. Εγώ το Σαββατοκύριακο που πέρασε έκανα ένα σωρό αλλαγές μέσα στο σπίτι μου. Έκανε το ίδιο και ο σύζυγός μου στην αυλή μας. Η αλήθεια είναι πως ξανανιώσαμε και οι δυο μας! Είναι ωραίο να ξανανιώνεις. Αισθάνεσαι λες και η ζωή σού χαμογελάει πλατιά.

Μαργαρίτα: Εγώ το Σαββατοκύριακο που πέρασε πήρα μπογιά και βούρτσα κι έβαψα τον φράχτη του σπιτιού μου με καινούριο χρώμα. Το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο! Πήρα πολλή χαρά!

Κα Κρινιώ: Είναι καλή η κουβέντα που αρχίσαμε, Μαργαρίτα, μα θα τη συνεχίσουμε μια άλλη φορά. Τώρα πρέπει να εξυπηρετήσουμε τη νεαρή μας πελάτισσα. Μαρία, τι σκοπεύεις να φτιάξεις; Θα σε βοηθήσουμε εμείς να βρεις τα υλικά που χρειάζεσαι, παιδί μου.

Μαργαρίτα: Για πες λοιπόν, μικρή μου φιλενάδα. Αυτή τη φορά, ποια από τις δύο σε ενέπνευσε να δημιουργήσεις; Η αγάπη σου για την ειρήνη ή μήπως η αγάπη σου για τα παιδιά;

Μαρία: Η ειρήνη… τα παιδιά… Και τα δύο!

Μαργαρίτα: Χα, χα! Το ήξερα πως θα μου έδινες αυτή την απάντηση. Η σταθερή απάντηση της μικρής μου φιλενάδας: “Η ειρήνη… τα παιδιά… Και τα δύο!”. Αχ, βρε κορίτσι μου! Μπας και βιάστηκες να λαχταρήσεις τα υψηλά ιδανικά και τα μεγάλα φρονήματα; Δεν είσαι ούτε καν δεκατεσσάρων χρονών! Σε αυτή την ηλικία θα έπρεπε να ενδιαφέρεσαι για την ψυχαγωγία σου, τη διασκέδασή σου, την καλοπέρασή σου, τα…

Κα Κρινιώ: Το σωστό είναι να έχει ώρα και για τα δύο, Μαργαρίτα. Ώρα για την ξεγνοιασιά και ώρα για τα υψηλά ιδανικά και τα μεγάλα φρονήματα. Όσο για την αγάπη μας για την ειρήνη και για τα παιδιά, πρέπει όλες μας να την καλλιεργούμε από νωρίς. Ένα ακριβό μυστικό κρύβεται πίσω από αυτά τα λόγια που μόλις σας είπα, το οποίο αποτελεί και ένα από τα πολυτιμότερα κληροδοτήματα των καλών προγόνων μας, μα θα σας το φανερώσω μια άλλη φορά.

Μαργαρίτα: Πόπο! Ανυπομονώ να μάθω αυτό το μυστικό, κυρία Κρινιώ. Μέχρι τότε, θα προσπαθήσω κι εγώ ν’ αγαπήσω περισσότερο την ειρήνη και τα παιδιά.

Η Μαρία αγόρασε λευκό ύφασμα και ασημένια κλωστή για να φτιάξει το μαντίλι. Θα το έπαιρνε μαζί της την επόμενη φορά που θα πήγαινε στην Παιδική Στέγη, για να παίξει μαζί με τα παιδιά την καττόμουγια, όπως τους είχε υποσχεθεί. Πήρε και μαλλί για να πλέξει σκουφάκια για τα δύο νεοφερμένα βρέφη, και μιας και η ώρα είχε περάσει, πλήρωσε γρήγορα τον λογαριασμό, αποχαιρέτησε τις δύο γυναίκες κι έφυγε βιαστική.

Ένα μισάωρο αργότερα έφτασε στο σπίτι της. Δεν ήταν κανείς άλλος εκεί εκτός από την Περσεφόνη. Η χαριτωμένη γατούλα άραζε μέσα στο καλαθάκι της και απολάμβανε τη ζεστασιά του ήλιου που έμπαινε από το μισάνοιχτο τζάμι του παραθύρου.

Η Μαρία πήγε πρώτα κοντά της, όπως συνήθιζε κάθε μέρα, και την πήρε αγκαλιά.

— Γεια σου, γατούλα μου, της είπε και τη χάιδεψε. Σήμερα έχω πολλά να κάνω. Πρέπει ν’ απλώσω την μπουγάδα, να πλύνω τα πιάτα, να τακτοποιήσω το σπίτι, να βγάλω έξω τα σκουπίδια, και μετά έχω πολύυυ διάβασμα. Αύριο πάλι έχουμε διαγώνισμα. Πρέπει να τα πάω καλά. Ω! Ευτυχώς που θυμήθηκα! Πρέπει να ξεπαγώσω τον κιμά προτού επιστρέψει η μαμά, διαφορετικά δεν θα μπορεί να μαγειρέψει τον μουσακά. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έφτιαξε αυτό το υπέροχο φαγητό. Ας μην κάνω λοιπόν εγώ καμιά χαλάστρα. «Εγκαταλείπεις συνήθειες ακριβές και πολύτιμες, και τις αντικαθιστάς με άλλες που έχουν μικρότερη αξία», άκουσα πάλι χθες τη γιαγιά να λέει στη μαμά μου με έντονο ύφος. Και φυσικά, η απάντηση που της έδωσε η μαμά ήταν αυτή που της δίνει κάθε φορά: «Μη με ζαλίζεις κι εσύ, βρε μαμά, με τις πεπαλαιωμένες απόψεις και τις ιδέες σου. Πότε επιτέλους θ’ αποδεχτείς πως έχουν αλλάξει πια οι καιροί; Άντε να προσαρμοστείς κι εσύ στις σύγχρονες συνθήκες ζωής, ν’ αφήσεις κι εμένα στην ησυχία μου».

Η Μαρία έβαλε τη γάτα ξανά μέσα στο καλαθάκι της και πήγε να βγάλει τον κιμά από την κατάψυξη. Εκείνη την ώρα της ήρθε μια ιδέα που την έκανε να χαμογελάσει από χαρά.

— Γιατί να μη ζητήσω από τη μαμά να μάθει και σ’ εμένα πώς να φτιάχνω τον παραδοσιακό μουσακά; Λιγάκι περίπλοκο μου φαίνεται, μα θαρρώ πως αξίζει τον κόπο και τον χρόνο που θ’ αφιερώσω. Θα είναι ωραία εάν μέσα στις επόμενες εβδομάδες η μαμά με μάθει πώς να φτιάχνω και τ’ αφέλια. Βέβαια, αν με μάθει πώς να μαγειρεύω και τα κουπέπια και το παστίτσιο, τότε εγώ δεν πρόκειται να της παραπονεθώ ποτέ ξανά που σπανίως μαγειρεύει παραδοσιακά φαγητά. Θα τα φτιάχνω όλα εγώ, κι έτσι θα την απαλλάξω από τον κόπο να τα φτιάχνει εκείνη. Να πάψει επιτέλους και η γιαγιά να τις κάνει συνεχώς παρατηρήσεις. Όλο λογοφέρνουν οι δυο τους και ύστερα κάνουν μέρες να μιλήσουν.

Κι ενώ τα τέσσερα φαγητά άχνιζαν και μοσχομύριζαν μέσα στη φαντασία της Μαρίας, μια ξαφνική ανησυχία εισέβαλε στη σκέψη της:

Πόπο! Πρέπει να τηλεφωνήσω στον παππού Λουκιανό. Τις τελευταίες μέρες δεν είναι πολύ καλά στην υγεία του. Ίσως χρειάζεται κάποια βοήθεια. Αν και σήμερα, με όλ’ αυτά που έχω να κάνω, θα είναι πολύ δύσκολο να περάσω από εκεί για να τον δω από κοντά.

Η Μαρία πήρε το κινητό της τηλέφωνο και κάλεσε τον αριθμό.

— Ναι; Εμπρός! της αποκρίθηκε κάποιος ψιθυριστά.

Η δεκατριάχρονη προς στιγμή ταράχτηκε.

— Ποιος μιλάει; ρώτησε διστακτικά και σούφρωσε παραξενεμένη τα φρύδια της.

— Μαρία… Εγώ είμαι… ο Πίτερ!

— Πίτερ! Μα… γιατί είσαι στο σπίτι του παππού τέτοια ώρα; Δεν έχεις προπόνηση; Και… γιατί ψιθυρίζεις;

Ο δεκατετράχρονος δεν απάντησε στην ερώτησή της, σάμπως να δυσκολευόταν, και τότε η Μαρία αισθάνθηκε μια περίεργη ανησυχία.

— Θα έρθω από εκεί, του είπε χωρίς δεύτερη σκέψη κι έκανε να κλείσει το τηλέφωνο.

— Όχι! Περίμενε, Μαρία… Μην κλείσεις! την πρόλαβε ο Πίτερ.

— Μα…

— Πρέπει πρώτα να σου πω, Μαρία.

— Να μου πεις; Τι να μου πεις;

— Να σου πω… τα νέα.

Η φωνή του Πίτερ ακούστηκε κρύα και απόμακρη, γεγονός που έκανε τη Μαρία να ανησυχήσει ακόμα περισσότερο. Θυμήθηκε τότε τις δύο σοκολατίνες που βρίσκονταν μέσα στο ψυγείο τις τελευταίες μέρες. Η εσωτερική πάλη ξεκίνησε ξανά για τη δεκατριάχρονη, καθώς φωνές στο κεφάλι της φώναζαν δυνατά:

Μαρία, μην τις φας! Θα στοιβαχτούνε τα κιλά και θα βρεθείς πάλι αντιμέτωπη με τη μαμά.

Να φας και τις δυο σοκολατίνες και να πεις και δυο τραγούδια, κορίτσι μου.

Μην τις φας! Αλίμονό σου, και από τη μαμά και από τη ζυγαριά!

Να φας τις σοκολατίνες και να φας και δύο λαχταριστά γλυκά του κουταλιού, από εκείνα τα υπέροχα που έφτιαξε πρόσφατα η γιαγιά.

Μαρία, προσοχή στους αντιπερισπασμούς! Αντιμετώπισε με ψυχραιμία και γενναιότητα την ανησυχία που αισθάνθηκες, και μην αφήσεις τις σοκολατίνες ή άλλα πράγματα ν’ αποσπάσουν την προσοχή σου.

— Σε ακούω, Πίτερ. Ποια είναι τα νέα που θες να μου πεις; τον ρώτησε ψύχραιμα, κι ευθύς έδιωξε γενναία τις σοκολατίνες και τα γλυκά του κουταλιού από τη σκέψη της.

— Ο Λεύκιος… ο Λεύκιος επέστρεψε, Μαρία, της αποκρίθηκε μιλώντας αργά, και η λύπη διακρινόταν στη φωνή του.

Ένα ακαθόριστο αίσθημα έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει δυνατά. Έστρεψε αργά το κεφάλι της προς το μισάνοιχτο παράθυρο. Είδε τα πολύχρωμα άνθη που στόλιζαν το μπαλκόνι και τα ψηλά δέντρα που πλαισίωναν την αυλή. Έφτασε μέχρι τις κορφές τους και από εκεί βρέθηκε στα ουράνια πλάτη να πετάει μαζί με τα πουλιά, κάτω από τον ήλιο του απομεσήμερου.

— Όταν λες πως ο Λεύκιος επέστρεψε, εννοείς… εδώ… στην πόλη μας; ρώτησε τον Πίτερ με δυσκολία.

— Ναι, Μαρία. Βρίσκεται εδώ, στο σπίτι του παππού του.

— Μα… τότε… τα νέα είναι ευχάριστα, Πίτερ! Γιατί όμως ακούγεσαι λες και συνέβη κάποιο δυσάρεστο γεγονός;

— Επειδή… επειδή αυτό συνέβη, Μαρία!

— Δεν… δεν καταλαβαίνω τίποτε.

— Χθες το απόγευμα ήρθαν άρον άρον και πήραν τον γέροντα Λουκιανό στο νοσοκομείο της περιοχής μας, για να είναι κοντά στον Λεύκιο.

Οι δύο γλυκύτατες σοκολατίνες, γαρνιρισμένες με φρέσκα φρούτα εποχής και με πλούσια σαντιγί, έκαναν ξανά την εμφάνισή τους στο μυαλό της δεκατριάχρονης, και τότε η εσωτερική πάλη ξεκίνησε ξανά:

Να φας τις δυο σοκολατίνες και να πεις και δυο τραγούδια.

Προσοχή στους αντιπερισπασμούς.

Όχι! Να φας τις δυο σοκολατίνες, να φας και δυο γλυκά του κουταλιού.

Προσοχή στους αντιπερισπασμούς.

Όχι! Να φας τις δυο σοκολατίνες, να φας και δυο γλυκά του κουταλιού και να πεις και δυο τραγούδια.

— Μήτε να φάω τις δύο σοκολατίνες θέλω, μήτε να φάω δύο γλυκά του κουταλιού θέλω, μα ούτε και να πω δύο τραγούδια! Αυτό που θέλω είναι να μάθω τι συνέβη στον Λεύκιο. Τι συνέβη στον Λεύκιο, Πίτερ; Πες μου τουλάχιστον… αν ζει. Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις αν ζει; Θέλω να μάθω αν ζει, άρχισε ξαφνικά να λέει με αγωνία η Μαρία, και μετά ξέσπασε σε κλάματα.

Ο Πίτερ τα έχασε, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Άκουγε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και γύρευε τα κατάλληλα λόγια να της πει για να την καθησυχάσει.

— Μαρία, μην κλαις, σε παρακαλώ... Και σε ποιες σοκολατίνες αναφέρεσαι; Για ποια τραγούδια μιλάς; Και τα γλυκά του κουταλιού τι γυρεύουν μέσα στην κουβέντα μας, μου λες; Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πόπο! Όσο πάει και χειροτερεύει η σημερινή μέρα.

— Πες μου τουλάχιστον αν ζει! επέμεινε εκείνη, και συγχρόνως προσπαθούσε να σταματήσει να κλαίει.

— Ηρέμησε, Μαρία. Ο Λεύκιος ζει. Όμως…

Ο Πίτερ σώπασε για μια στιγμή και πήρε μια βαθιά ανάσα.

— Όμως… όμως τι; έκανε η Μαρία, και η καρδιά της χτύπησε δυνατά από αγωνία. Πίτερ, μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις τι ακριβώς συμβαίνει;

— Μην ανησυχείς. Ο Λεύκιος ζει. Όμως, νοσηλευόταν για αρκετές μέρες σ’ ένα μακρινό νοσοκομείο. Χθες τον μετέφεραν στην πόλη μας και σήμερα τον έφεραν εδώ, στο σπίτι του παππού του.

Η Μαρία ξεροκατάπιε και ανάσανε με ανακούφιση.

— Τι ακριβώς του συνέβη; τον ξαναρώτησε με πνιγμένη φωνή, καθώς σκούπιζε τα μάτια της με το μανίκι της.

— Δεν γνωρίζω περισσότερα. Όταν σχόλασα το μεσημέρι από το σχολείο, πήγα κατευθείαν στο σπίτι του παππού Λουκιανού, για να μάθω αν χρειάζεται κάποια βοήθεια από μένα, μιας και, όπως γνωρίζεις, τις δύο τελευταίες μέρες αισθανόταν μια αδιαθεσία που του έφερνε ζάλη. Μόλις έμαθα τα νέα λοιπόν, έτρεξα αμέσως στο υπνοδωμάτιο του Λεύκιου. Τον βρήκα να κοιμάται. Ομολογώ πως το θέαμα που αντίκρισα με σόκαρε. Έχει έναν μεγάλο επίδεσμο στο κεφάλι κι έναν ακόμα μεγαλύτερο τυλιγμένο γύρω από το δεξί του χέρι, μέχρι τον ώμο. Έχει γδαρσίματα και μώλωπες σε όλο του το πρόσωπο και στον λαιμό. Για μια στιγμή τα έχασα. Δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω. Έτρεξα αμέσως έξω από το δωμάτιο, σαν κυνηγημένος. Ρώτησα τον γέροντα Λουκιανό να μου πει τι του συνέβη, μα ξαφνικά με πήρες εσύ τηλέφωνο, Μαρία, και βγήκα έξω, στην αυλή, για ν’ απαντήσω στην κλήση σου.

— Πόπο! Πίτερ… πρέπει… να παραμείνουμε ψύχραιμοι. Ο παππούς είναι καρδιοπαθής, κι εμείς πρέπει να του συμπαρασταθούμε, για να μην τον καταβάλει η στεναχώρια και χειροτερέψει η κατάσταση της υγείας του.

— Συμφωνώ. Πρέπει να βάλουμε και οι δύο τα δυνατά μας για να στηρίξουμε και τον Λεύκιο και τον παππού Λουκιανό. Οι φίλοι στα δύσκολα φαίνονται. Σε κλείνω, Μαρία, γιατί ακούω τον παππού να με φωνάζει. Ίσως χρειάζεται κάτι.

— Θα σε δω σε λίγο, Πίτερ. Θα πάρω τον δρόμο που περνάει από την ανατολική πλευρά του πάρκου, για να φτάσω εκεί το συντομότερο.

— Θα σε περιμένω. Και… Μαρία… καταλαβαίνω πως τα νέα σε αναστάτωσαν πολύ. Κι εμένα το ίδιο. Από τη μια, χαιρόμαστε που ο Λεύκιος βρίσκεται ξανά κοντά μας, και από την άλλη λυπόμαστε που είναι σε αυτή την άσχημη κατάσταση. Όμως, προσπάθησε να μείνεις μακριά από τα μπισκότα. Από όσα είναι μέσα στο ψυγείο, μα και από όσα είναι έξω από αυτό. Σου υπενθυμίζω πως εδώ και λίγες εβδομάδες αποφάσισες ν’ αποφύγεις την πολλή ζάχαρη, για να χάσεις τα επιπλέον κιλά σου και να κάνεις επιτέλους ειρήνη με τη μαμά σου.

Η Μαρία άφησε έναν αναστεναγμό και είπε διστακτικά:

— Υπόσχομαι πως δεν θα φάω τα μπισκότα που βρίσκονται μέσα στο ψυγείο, μήτε όσα βρίσκονται έξω από αυτό. Και τώρα θα σε αφήσω, για να ετοιμαστώ και να έρθω εκεί το συντομότερο.

Χωρίς να χάσει χρόνο, έτρεξε κατευθείαν στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και πήρε τις δύο σοκολατίνες.

— Δεν μιλήσαμε για σοκολατίνες. Η υπόσχεση που έδωσα στον Πίτερ αφορούσε μόνο τα μπισκότα, μονολόγησε καθώς ετοιμαζόταν να βάλει την πρώτη μπουκιά στο στόμα της.

Δεν πρόλαβε όμως, γιατί το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.

— Μαρία, εγώ είμαι πάλι, ακούστηκε σχεδόν ψιθυριστή η φωνή του Πίτερ. Να μη φας ούτε μπισκότα, ούτε τρούφες, ούτε άλλο γλυκό. Τις προάλλες, που υποσχέθηκες πως δεν θα φας μπισκότα, πήγες κι έφαγες κάμποσες τρούφες. Καταβρόχθισες μια ολόκληρη συσκευασία των δώδεκα τεμαχίων και ύστερα το μετάνιωσες πικρά. Σε παίρνω λοιπόν ξανά για να σ’ το υπενθυμίσω.

Η Μαρία αισθάνθηκε αμηχανία και στο μυαλό της ήρθαν τα λόγια που είχε πει το προηγούμενο βράδυ στη μητέρα της, την κυρία Λήδα, όταν εκείνη είχε δει την ένδειξη της ζυγαριάς και είχε θυμώσει:

— Μαμά, το γνωρίζω πως κάποιες φορές η συμπεριφορά μου σε δυσαρεστεί και σ’ εκνευρίζει, όμως να θυμάσαι πάντοτε πως θέλω και προσπαθώ καθημερινά να βελτιώνομαι. Βέβαια, υπάρχει ένας τρόπος ν’ αποφύγω τα λάθη: να μη λέω τίποτα και να μην κάνω τίποτα. Μα δεν θέλω να ζω μέσα στο τίποτα, μαμά. Δεν μ’ αρέσει. Το τίποτα είναι άδειο από χαρά, αισιοδοξία, ελπίδα, ευτυχία και από πολλά άλλα αγαθά που ομορφαίνουν τη ζωή μας. Εξάλλου, τα λάθη που κάνω μαρτυρούν συγχρόνως και τις προσπάθειες που κάνω. Σε παρακαλώ λοιπόν να δίνεις περισσότερη σημασία σε αυτές και λιγότερη στα λάθη, τις παραλείψεις και τις αδυναμίες μου.

Η Μαρία σκούπισε τα μάτια της κι απόδιωξε από τη σκέψη της τα λόγια που είχε πει στη μητέρα της. Χωρίς να χάσει χρόνο, είπε στον Πίτερ:

— Θα προσπαθήσω να κρατηθώ μακριά από τα μπισκότα και τα γλυκά. Θα φάω μια μικρή ποσότητα μόνο, μετά το μεσημεριανό φαγητό, του υποσχέθηκε.

Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, επέστρεψε τις δύο σοκολατίνες στο ψυγείο. Ύστερα τακτοποίησε το σπίτι, χτένισε τη γατούλα, γέμισε τα δύο μπολ της με ξηρά τροφή και δροσερό νερό, άπλωσε την μπουγάδα κι ένα περίπου μισάωρο αργότερα πήρε την τσάντα της και κίνησε για το σπίτι του γέροντα Λουκιανού. Παππούς δικός της δεν ήταν, μήτε του Πίτερ, είχαν μάθει όμως σιγά σιγά και οι δυο τους να τον αγαπούν και να τον νοιάζονται πολύ.

Πάνω που ετοιμαζόταν να κλείσει το φερμουάρ της τσάντας της, το μάτι της πήρε σε μια εσωτερική τσέπη μια ξεχασμένη φωτογραφία την οποία είχε βγάλει στην Παιδική Στέγη τρεις περίπου μήνες νωρίτερα. Η λύπη που την είχε κυριεύσει με τα δυσάρεστα νέα για τον Λεύκιο άρχισε να ημερεύει. Αναθάρρεψε, κι ένα ελαφρύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της, καθώς η συγκεκριμένη φωτογραφία έφερε στο μυαλό της μια καλή ανάμνηση.

— Εμπρός.

— Μαρία… Η Αρσινόη είμαι. Σου τηλεφωνώ για να σου υπενθυμίσω πως, την επόμενη φορά που θα έρθεις στην Παιδική Στέγη, μας είπες πως θα μας φέρεις τον ουρανό με τ’ άστρα, άκουσε το πεντάχρονο κοριτσάκι να της λέει με τη χαριτωμένη φωνούλα του.

— Σου υπόσχομαι πως δεν θα το ξεχάσω, καρδούλα μου, τη διαβεβαίωσε η Μαρία και χαμογέλασε καλοσυνάτα.

— Γιούπι, γιούπι! Ευχαριστούμε, Μαρία. Ο Γιώργος και η Σαπφώ θέλουν να σου κάνουν ορισμένες ερωτήσεις, ξανάπε το παιδί με χαρά.

— Εντάξει, Αρσινόη. Δώσε το κινητό στην κυρία διευθύντρια και ζήτησέ της ευγενικά να σε βοηθήσει να επιλέξεις τη λειτουργία ανοιχτής ακρόασης, έτσι ώστε να μου μιλήσουν και ο Γιώργος και η Σαπφώ.

— Η κυρία διευθύντρια δεν είναι εδώ τώρα. Πήγε στο γραφείο της για να απαντήσει σ’ ένα τηλεφώνημα. Προτού φύγει, μας είπε πως θα επιστρέψει πίσω σύντομα για να συνεχίσουμε το παιχνίδι μας. Να πω στην κυρία Αμαλία να με βοηθήσει με το τηλέφωνο;

— Να πεις στην κυρία Αμαλία τότε.

Η κυρία Αμαλία ετοίμαζε το βραδινό φαγητό και συγχρόνως πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο παιχνιδιού, για να εποπτεύει τα τρία παιδιά μέχρι να επιστρέψει η διευθύντρια. Τα βοήθησε λοιπόν να θέσουν σε λειτουργία την ανοιχτή ακρόαση στο τηλέφωνο και ύστερα επέστρεψε ξανά στην κουζίνα, για να συνεχίσει το μαγείρεμα.

Γιώργος: Μαρία, στ’ αλήθεια θα μας φέρεις τον ουρανό με τ’ άστρα;

Μαρία: Θα τον φέρω, καρδούλα μου.

Σαπφώ: Μαρία, θα μας φέρεις και τον ήλιο;

Γιώργος: Μα δεν χρειάζεται να φέρει τον ήλιο. Αφού τη νύχτα δεν έχει ήλιο πάνω στον ουρανό.

Σαπφώ: Ααα! Σωστά! Μαρία, δεν χρειάζεται να φέρεις τον ήλιο. Αφού τη νύχτα δεν έχει ήλιο πάνω στον ουρανό.

Γιώργος: Μαρία, πόσες δωδεκάδες άστρα θα φέρεις μαζί σου όταν έρθεις;

Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της δεκατριάχρονης μόλις άκουσε το παιδί να χρησιμοποιεί για πολλοστή φορά τον τελευταίο μήνα τη λέξη «δωδεκάδα». Η δασκάλα τους είχε πει τις προάλλες στη Μαρία πως, από τη στιγμή που το παιδί είχε μάθει τη συγκεκριμένη λέξη, την είχε λατρέψει κι έκτοτε την ξεστόμιζε με την πρώτη ευκαιρία.

Μαρία: Θα φέρω πέντε δωδεκάδες.

Σαπφώ: Ααα! Η Μαρία θα φέρει πέντε δωδεκάδες αστέρια!

Αρσινόη: Πόπο! Ο ουρανός μας θα έχει πέντε δωδεκάδες αστέρια!

Γιώργος: Τι καλά! Ο ουρανός μας θα γεμίσει αστέρια!

Εκείνη την ώρα, η κυρία Αμαλία μπήκε ξανά στο δωμάτιο. Έριξε μια ματιά στα παιδιά και τους χαμογέλασε καλοσυνάτα.

Κα Αμαλία: Πόπο! Είστε πολύ φρόνιμα, παιδάκια μου. Μπράβο σας! τους είπε και τους χάιδεψε τα μαλλιά.

Γιώργος: Κυρία Αμαλία, η Μαρία λέει πως θα μας φέρει πέντε δωδεκάδες!

Κα Αμαλία: Μα… από τώρα θα τα φέρεις, κορίτσι μου; Είναι νωρίς. Θα μπαγιατέψουν, αποκρίθηκε παραξενεμένη και, μιας και είχε έγνοια το φαγητό που ψηνόταν στη φωτιά, κίνησε πάλι για την κουζίνα.

Αρσινόη: Μαρία, πόσα αστέρια μάς κάνουν πέντε δωδεκάδες;

Μαρία: Πέντε δωδεκάδες αστέρια μάς κάνουν εξήντα αστέρια.

Αρσινόη: Ααα! Εξήντα αστέρια!

Γιώργος: Πόπο! Είναι πολλά!

Σαπφώ: Γιούπι! Γιούπι!

Γιώργος: Μαρία, μήπως να φέρεις ακόμη τρεις δωδεκάδες, να γίνει λαμπρότερος ο ουρανός;

Αρσινόη: Ναι! Ναι! Να φέρεις, Μαρία, για να γίνει λαμπρότερος ο ουρανός!

Μαρία: Εντάξει, παιδιά. Θα φέρω ακόμη τρεις δωδεκάδες, για να γίνει λαμπρότερος ο ουρανός.

Αρσινόη: Δηλαδή θα έχουμε οκτώ δωδεκάδες αστέρια στον ουρανό μας;

Μαρία: Ακριβώς.

Σαπφώ: Γιούπι! Γιούπι!

Αρσινόη: Μαρία, πόσα αστέρια μάς κάνουν οκτώ δωδεκάδες;

Μαρία: Οκτώ δωδεκάδες αστέρια μάς κάνουν ενενήντα έξι αστέρια.

Αρσινόη: Πόπο! Είναι πολλά!

Σαπφώ: Γιούπι! Γιούπι!

Γιώργος: Τι καλά!

Σαπφώ: Ενενήντα έξι αστέρια!

Η Μαρία άκουγε τα παιδιά που μιλούσαν με χαρά κι ενθουσιασμό και χαμογέλασε ευχαριστημένη.

Εκείνη την ώρα, η κυρία Αμαλία μπήκε πάλι στο δωμάτιο και πλησίασε τα τρία παιδιά.

Γιώργος: Κυρία Αμαλία, τελικά η Μαρία θα φέρει οκτώ δωδεκάδες.

Κα Αμαλία (έκπληκτη): Οκτώ δωδεκάδες! Ω! Τι να τις κάνουμε τόσες; Θα μας περισσέψουν. Πεταμένα χρήματα. Μαρία, πρέπει να σκεφτείς με περισσότερη φρόνηση, παιδί μου.

Σαπφώ: Μα… θα γίνει λαμπρότερος ο ουρανός, κυρία Αμαλία!

Αρσινόη: Ναι, κυρία Αμαλία! Θα γίνει και ομορφότερος.

Γιώργος: Ο ουρανός μας θα είναι ο λαμπρότερος και ο ομορφότερος ουρανός, κυρία Αμαλία.

Σαπφώ: Γιούπι, γιούπι!

Κα Αμαλία (παραξενεμένη): Τι είναι αυτά που μου λέτε, παιδάκια μου; Με οκτώ δωδεκάδες αυγά θα λάμψει και θα ομορφύνει ο ουρανός; Τι είδους αυγά είναι αυτά, και ποια κότα τα γεννάει;

Τα τρία παιδιά σάστισαν μόλις την άκουσαν. Άνοιξαν διάπλατα τα ματάκια τους κι έμειναν να την κοιτάζουν με απορία.

Γιώργος: Μα… κυρία Αμαλία… η Μαρία θα βάλει πάνω στον ουρανό μας οκτώ δωδεκάδες αστέρια, όχι οκτώ δωδεκάδες αυγά.

Ακολούθησε απόλυτη σιωπή. Τίποτα δεν ακουγόταν εξόν από τις ανάσες τους. Τα παιδιά συνέχισαν να κοιτάζουν απορημένα τη συμπαθητική μαγείρισσα κι εκείνη συνέχισε να τα κοιτάζει παραξενεμένη. Κάποια στιγμή, έπιασε με τις παλάμες των χεριών της τα μάγουλά της και άρχισε να γελά σιγανά.

— Πόπο, παιδάκια μου! Μπερδέψαμε τ’ αυγά με τ’ αστέρια! τους είπε κοιτώντας τα καλοσυνάτα.

— Ακριβώς, ακούστηκε να λέει γελώντας η Μαρία από την άλλη άκρη της γραμμής.

Κα Αμαλία: Πλησιάζει η Λαμπρή, κι εγώ νόμισα πως τόση ώρα μιλούσατε για τ’ αυγά που θα βάψουμε. Μπερδέψαμε τα γεννήματα τ’ ουρανού με τα γεννήματα της κότας, παιδάκια μου, τους είπε στη συνέχεια χαριτολογώντας.

Μαρία: Κυρία Αμαλία, αύριο θα περάσει από την Παιδική Στέγη ο κύριος Αντώνης, ο τεχνίτης που κάνει επιδιορθώσεις στο οίκημα. Θα βάψει με ζωηρό μπλε χρώμα το ταβάνι του δωματίου στο οποίο παίζουν τα μικρά παιδιά. Όταν στεγνώσει η μπογιά, εγώ θα φέρω τα αυτοκόλλητα χρυσά αστεράκια που αγόρασα από το βιβλιοπωλείο και θα τα τοποθετήσω στο ταβάνι, με τη βοήθεια του κυρίου Αντώνη φυσικά. Συνεννοηθήκαμε με την κυρία διευθύντρια όταν πέρασα από την Παιδική Στέγη το μεσημέρι.

Κα Αμαλία: Πόπο! Ευτυχώς που δεν έγινε καμιά παρεξήγηση μεταξύ μας, κορίτσι μου. Τόσες και τόσες παρεξηγήσεις γίνονται καθημερινά από τη μια ή την άλλη παρερμηνεία.

Η Μαρία συμφώνησε μαζί της και ξαφνικά ήρθε στο μυαλό της ένα κείμενο που είχε διαβάσει λίγες ημέρες νωρίτερα:

«Ορισμένες φορές οι άνθρωποι ερμηνεύουν λανθασμένα κάτι που ειπώθηκε ή έγινε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Θίγονται, θυμώνουν, δυσαρεστούνται και δεν μιλιούνται για μέρες, μήνες, χρόνια, ακόμη και για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν να βγάλουμε συμπεράσματα. Ίσως κάποτε ανακαλύψουμε πως πολλά από αυτά που παρεξηγήσαμε λέχθηκαν ή έγιναν με καλή πρόθεση και από ενδιαφέρον για εμάς, και όχι για να μας στενοχωρήσουν ή να μας βλάψουν».

Η Μαρία ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο τη φωτογραφία που είχε βρει μέσα στην τσάντα της. Όμορφες και πολύτιμες αναμνήσεις, συλλογίστηκε. Όταν επιστρέψω απόψε από το σπίτι του παππού Λουκιανού, θα τη βάλω κι αυτή στο άλμπουμ, μαζί με τις υπόλοιπες φωτογραφίες που βγάλαμε στην Παιδική Στέγη τις ημέρες της Λαμπρής.

Έκλεισε την τσάντα της και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος για να πάει να δει τον τραυματισμένο παιδικό της φίλο, τον Λεύκιο, τον οποίο σκεφτόταν συχνά όλ’ αυτά τα χρόνια και πού και πού του έλεγε σιωπηλά, με την καρδιά της:

«Είναι κάποιες νύχτες που νομίζω πως ακούω τα λόγια της σιωπής σου μέσα στο σκοτάδι, γεμάτα λύπη και παράπονο, να τριγυρνάνε πάνω από την πόλη μας. Γεφυρώνω την απόσταση που μας χωρίζει κρατώντας ζωντανές στη μνήμη μου τις όμορφες παιδικές μας αναμνήσεις. Τραγουδώ τ’ αγαπημένα μας τραγούδια και ζητώ από τους ειρηνικούς ανέμους να οδηγούν τους μουσικούς απόηχους μέχρι την πόρτα της καρδιάς σου».