← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 04 — ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΑ ΧΙΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

Μια φορά στα χίλια χρόνια

Ο Λεύκιος κοιμόταν πάνω στον λόφο κι έβλεπε ένα παράξενο όνειρο. Βρισκόταν σ’ ένα απόκοσμο μέρος και κοιτούσε από μακριά ένα πλήθος από εντυπωσιακές ολόφωτες υπάρξεις. Άξαφνα, άκουσε μια φωνή ν’ αντηχεί δυνατά, μα αδυνατούσε να δει τον ομιλητή.

Αγγελιαφόρος:

Αρετές!

Όπως γνωρίζετε, οι Σκιές άρπαξαν κάποτε με τη βία τις ψυχές των Αθάνατων Ειρηνικών Αναγεννητών από τις αιώνιες κατοικίες τους, όσο εκείνοι έλειπαν σε μια μεγάλη αποστολή. Τις μετέφεραν σε κάποιο άγνωστο σημείο του σύμπαντος και τις εγκατέλειψαν εκεί. Έκτοτε, οι Αθάνατοι τις αναζητούν, για να ενωθούν ξανά μαζί τους.

Οι τελευταίες πληροφορίες που λάβαμε από τους φωτεινούς Πρωτοπόρους αναφέρουν τα εξής:

Οι ψυχές των Αναγεννητών βρίσκονται στον πλανήτη Γη. Διασώθηκαν από μια ομάδα φρουρών της φωτεινής συμπαντικής ύλης και φυγαδεύτηκαν εκεί. Απέκτησαν όλες υλική ανθρώπινη υπόσταση.

Είναι η πρώτη φορά που οι Αθάνατοι βρίσκονται τόσο κοντά στις ψυχές τους. Όσο τις πλησιάζουν, ανακτούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της χαμένης μνήμης τους. Θα σας δοθούν οδηγίες για να συνδράμετε στο έργο της επανένωσής τους.

Η δεύτερη πληροφορία που λάβαμε αφορά την ψυχή του Πρώτου Αθάνατου Ειρηνικού Αναγεννητή, της οποίας η τύχη αγνοείται εδώ και χίλια έτη.

Οι Πρωτοπόροι μάς ενημέρωσαν πως ένα χωροχρονικό σακίδιο την παρέδωσε στ’ αλμυρά νερά του πλανήτη Γη. Έκτοτε, η αυτούσια ύπαρξη της άχρονης κόρης διαφυλάσσεται από την αρχαιότερη Μοίρα των θαλασσών. Στον σωστό χρόνο θ’ αναδυθεί από το νερό και θ’ αποκτήσει και αυτή υλική ανθρώπινη υπόσταση.

Αρετές!

Όταν ο Πρώτος Αναγεννητής επανενωθεί με την ψυχή του, θ’ ανακτήσει πλήρως τη μνήμη του. Η Αρχέγονη Γνώση που θα του αποκαλυφθεί θα του προσφέρει την Υπέρτατη Ισχύ. Τότε, θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αναγεννητές και θα καταστούν ακατανίκητοι στις μάχες τους για την επικράτηση της ειρήνης στη Γη. Με τις οδηγίες που θα σας δοθούν από την αρχαιότερη Μοίρα των θαλασσών, και με το ισχυρό γνωστικό φως σας, καλείστε ν’ ανατρέψετε το σχέδιο που θα εφαρμόσουν οι Σκιές προκειμένου να κρατήσουν τον Πρώτο Αναγεννητή μακριά από την ψυχή του.

Η αρχαιότερη Μοίρα θα φτάσει κοντά σας τη στιγμή που «Οι αυγινές αχτίδες του ήλιου θα ειδοποιούν την πλάση πως μια καινούρια μέρα έχει φτάσει».

— Κάνε γρήγορα, Λεύκιε! Όπου να ’ναι θα χτυπήσει το κουδούνι για μάθημα. Μας έσκασες πια! φώναξε ο Γιώργος αγανακτισμένος.

— Βρε παράξενε, το έχεις παρακάνει σήμερα! φώναξε εκνευρισμένος ο Πέτρος.

Η τετραμελής οικογένεια καθόταν στο αυτοκίνητο και περίμενε τον Λεύκιο να πάει κι αυτός, για να φύγουν όλοι μαζί για το σχολείο. Η κυρία Πένυ κουνούσε πέρα δώθε το κεφάλι της εκνευρισμένη κι έκανε διάφορες σκέψεις: Θα μας χαλάσει τη μέρα ο ανάγωγος. Ελπίζω ο Νέαρχος να του δώσει ένα μάθημα, που θα το θυμάται για καιρό. Άμυαλο παιδί. Όλο προβλήματα μας δημιουργεί…

Πέρασαν ακόμη δύο λεπτά, και μετά άλλα δύο. Ο θυμός θέριεψε και οι τόνοι άρχισαν να ανεβαίνουν.

— Λεύκιε, σε προειδοποιώ! Η υπομονή μου έχει εξαντληθεί εδώ και ώρα, ακούστηκε ξαφνικά αγριεμένη η φωνή του θείου του.

— Άντε, Λεύκιε, τελείωνε επιτέλους! Δεν θέλω να κάνω κι άλλες απουσίες. Έχω ήδη κάνει πολλές.

— Κι εγώ, βρε παράξενε! Δεν θέλω να μείνω στην ίδια τάξη από απουσίες. Συντόμευε λοιπόν, γιατί θα φταις και γι’ αυτό.

Η κυρία Πένυ κατέβασε το τζάμι και μισοέβγαλε το κεφάλι της έξω.

— Νέαρχε, πρέπει να κάνεις κάτι. Τι συμπεριφορά είναι αυτή; είπε στον σύζυγό της κοιτώντας τον επίμονα και κουνώντας το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά νευρικά.

Ο θυμός κυρίευσε το μυαλό του κυρίου Νέαρχου. Βγήκε φουριόζος από το αυτοκίνητο και προχώρησε γρήγορα προς το σπίτι. Σε λιγότερο από δέκα δευτερόλεπτα έφτασε έξω από το υπνοδωμάτιο του Λεύκιου. Έσπρωξε δυνατά την πόρτα και μπήκε μέσα. Έριξε μια γρήγορη εξεταστική ματιά στον χώρο και, όταν διαπίστωσε πως δεν ήταν κανείς εκεί, άρχισε να φωνάζει δυνατά.

— Θα επιστρέψεις, ανάγωγε, και τότε αλίμονό σου! Δεν πρόκειται να γλιτώσεις από μένα. Σε περιμάζεψα και σ’ έβαλα μέσα στο σπιτικό μου, μα εσύ όλο προβλήματα μας δημιουργείς. Αχάριστε νεανίσκε, που θαρρείς πως θα παίζεις με την υπομονή μας όποτε γουστάρεις…

Οι φωνές του κυρίου Νέαρχου έφτασαν μέχρι έξω. Η σύζυγος και τα παιδιά κατέβηκαν από το αυτοκίνητο κι έτρεξαν κοντά του.

— Ηρέμησε, Νέαρχε. Πάμε να φύγουμε. Έχουμε ήδη αργήσει, προσπάθησε να τον καθησυχάσει η κυρία Πένυ. Όσο για τον ατίθασο ανιψιό σου, να μην έχεις καμία έγνοια. Θα μάθω πού πέρασε το βράδυ του και μετά θα καθίσουμε μαζί, εγώ κι εσύ, και θα βρούμε την τιμωρία που θα του επιβάλουμε. Θα μπορούσε τουλάχιστον να κάνει ένα τηλεφώνημα για να μας πει πού βρίσκεται. Απροσάρμοστο παιδί. Μήτε εμάς τους δύο σέβεται μήτε τα παιδιά μας.

Η κυρία Πένυ μιλούσε με μεγάλη αυστηρότητα και τα μάτια της άστραφταν από θυμό.

— Έκανα λάθος που ανέλαβα την κηδεμονία του. Έβαλα έναν μεγάλο μπελά στο κεφάλι μου, είπε ο κύριος Νέαρχος μεγαλόφωνα κι έδωσε μια κλοτσιά στα παπούτσια του Λεύκιου, που βρίσκονταν δίπλα στο κρεβάτι του.

— Τι είναι αυτά που λες, πατέρα; Μάλλον θ’ αστειεύεσαι, επενέβη ο Πέτρος. Ξεχνάς τα χρήματα που παίρνουμε κάθε μήνα από τον γέρο; Την τελευταία φορά, το ποσό που έστειλε με το συνοδευτικό γράμμα ήταν διπλάσιο από το προηγούμενο.

— Πάλι έστειλε γράμμα ο γέρος; Τελικά, είναι πολύ πεισματάρης. Σε δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχα μαζί του, πριν από αρκετό καιρό, του εξήγησα πως το εγγόνι του έχει κάνει μια καινούρια αρχή εδώ στην πρωτεύουσα και πως είναι καλύτερα γι’ αυτόν να μείνει μακριά απ’ οτιδήποτε του θυμίζει το άσχημο παρελθόν του. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί επιμένει ακόμη να στέλνει γράμματα.

— Ηρέμησε, Νέαρχε! Έβαλα κι αυτό το γράμμα μαζί με τα υπόλοιπα που έστειλε.

— Χα, χα! Στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, ο γέρος στέλνει ακόμη γράμματα, χλεύασε ο Πέτρος. Εμάς, βέβαια, δεν μας χαλάει καθόλου αυτό. Ας στέλνει το χρήμα και ας το συνοδεύει με όσα γράμματα θέλει. Χα, χα! Έτσι κι αλλιώς, πάντοτε γράφει τα ίδια και τα ίδια: «Να τρέφεται καλά ο Λεύκιος… να ντύνεται καλά, για να μην κρυώνει και τον πιάνουν οι πόνοι στ’ αυτιά του… να είναι ευτυχισμένο το παιδί… να μη στεναχωριέται…».

— Πέτρο, πες μου πότε θα πάρω το μερτικό μου από το τελευταίο χρηματικό ποσό που έστειλε ο γέρος. Χρειάζομαι καινούρια ρούχα για το πάρτι που θα κάνω στην παραλία το επόμενο Σάββατο, τον διέκοψε ο Γιώργος κοιτώντας τον επίμονα.

— Θα κανονίσουμε τη μοιρασιά όταν έχουμε τα χρήματα στο χέρι, του είπε κοφτά και τον κάρφωσε με το βλέμμα του.

Ο Γιώργος έχασε τα λόγια του από τον φόβο. Μαζεύτηκε λοιπόν και δεν είπε τίποτα άλλο.

Σιγά σιγά καταλάγιασε και ο θυμός του κυρίου Νέαρχου και οι τόνοι χαμήλωσαν. Επέστρεψαν λοιπόν όλοι στο αυτοκίνητο κι έφυγαν από το σπίτι.

Ο Λεύκιος, που τόση ώρα στεκόταν κάτω από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του, στο δυτικό τμήμα της αυλής του σπιτιού, είχε ακούσει όλα όσα είχαν ειπωθεί και είχε ταραχτεί πολύ. Ο κόμπος που έφραζε το τελευταίο μισάωρο τον λαιμό του ξαφνικά λύθηκε και τα δάκρυα έτρεξαν αβίαστα από τα μάτια του. Στάθηκε αδύνατο να τα σταματήσει, όσο και αν προσπάθησε.

Κάλυψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του κι έκλαψε σιγανά, μέχρι να ξαλαφρώσει. Έκλαψε επειδή του έκρυβαν την αλήθεια, για χρόνια ολόκληρα. Έκλαψε και για τους καθημερινούς εξευτελισμούς, για το ξύλο και για τις σκληρές τιμωρίες που έπρεπε ν’ αντέξει. Έκλαψε για τ’ αγαπημένα του πρόσωπα, που τα είχε στερηθεί, για τη μοναξιά στην οποία τον είχαν υποβάλει όλοι τους, μα και για ένα σωρό άλλα λυπηρά που είχε κλεισμένα στην καρδιά του και ώρες ώρες θέριευαν και τον ταλαιπωρούσαν.

Το προηγούμενο βράδυ τον είχε πάρει ο ύπνος πάνω στο μικρό βουναλάκι, δίπλα στο ποτάμι, και ξύπνησε μόλις ρόδισε η αυγή. Όταν συνειδητοποίησε τι ώρα ήταν, σηκώθηκε πάνω κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο σπίτι, μα φοβήθηκε να μπει μέσα, γιατί ο θείος του, η θεία και τα ξαδέρφια του βρίσκονταν μέσα στο υπνοδωμάτιό του και ακούγονταν όλοι τους πολύ εκνευρισμένοι. Κρύφτηκε λοιπόν στο πίσω μέρος του σπιτιού, κάτω από το μπαλκόνι του υπνοδωματίου του, και περίμενε τη στιγμή που θα έφευγαν για να σκαρφαλώσει πάνω και να μπει μέσα.

Άξαφνα, αισθάνθηκε έντονη την επιθυμία ν’ απομακρυνθεί από εκεί. Άρχισε λοιπόν να τρέχει μακριά από το σπίτι του θείου του και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν έφτασε πάλι στο ποτάμι. Ήταν αλαφιασμένος και η καρδιά του χτυπούσε πολύ δυνατά. Ανέβηκε το λοφάκι με μεγάλες δρασκελιές, λες και τον καταδίωκαν.

— Δεν ήταν ειλικρινείς μαζί μου! μονολόγησε πικραμένος όταν έφτασε στην κορυφή. Όταν ο θείος και η θεία μου με διαβεβαίωναν πως δεν μπορώ να επιστρέψω στη γενέτειρά μου, δεν ήταν ειλικρινείς μαζί μου… Με θέλουν εδώ για να παίρνουν τα χρήματα που στέλνει ο παππούς μου για μένα, για να ζω καλά… για να είμαι ευτυχισμένος… για να μη με παίρνει από κάτω η στεναχώρια κάθε φορά που θυμάμαι τους γονείς μου…

Καθώς οι συλλογισμοί διέσχιζαν ορμητικά το μυαλό του και συντάραζαν τον εσωτερικό του κόσμο, μια δεύτερη έντονη επιθυμία άστραψε πάλι μέσα του. Ο Λεύκιος θέλησε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο να επιστρέψει πίσω στην πόλη του, κοντά στους δικούς του ανθρώπους, εκεί όπου γεννήθηκε κι έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Δεν γνώριζε ακόμη με ποιο τρόπο θα έπειθε τον θείο του να δώσει τη συγκατάθεσή του γι’ αυτό, ήταν όμως σίγουρος πως θα έβαζε τα δυνατά του και θα πείσμωνε μέχρι να τα καταφέρει. Αποφάσισε λοιπόν να γυρίσει στο σπίτι και να τον περιμένει να επιστρέψει το μεσημέρι για να του μιλήσει.

Καθώς κατηφόριζε τον λοφίσκο, αναλογιζόταν όσα είχαν γίνει και ειπωθεί μέσα στο υπνοδωμάτιό του ένα μισάωρο νωρίτερα, ανάμεσα στον θείο του, τη θεία του και τα ξαδέρφια του. Έντονος φόβος κυρίευσε τότε ξαφνικά το μυαλό του, και η γενναία απόφασή του να μιλήσει στον θείο του κατακεραυνώθηκε από τον άγριο θυμό με τον οποίο θα τον αντιμετώπιζε, καθώς και από τη σκληρή τιμωρία που θα του επέβαλλε στη συνέχεια.

Ένα ελαφρύ παραπάτημα πάνω στο γλιστερό τριφύλλι που ευδοκιμούσε σε κάποιο σημείο του βουνού κι έφτανε μέχρι το νερό τον έκανε να μπερδέψει τα βήματά του. Ο Λεύκιος έχασε ξαφνικά την ισορροπία του και άρχισε να κατηφορίζει τον λόφο κουτρουβαλώντας. Μάταια προσπάθησε να κρατηθεί από κάπου. Παρά τις συνεχείς απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανε να εμποδίσει την πτώση του στο ποτάμι, τελικά δεν κατάφερε να την αποφύγει. Κατέληξε λοιπόν μέσα στο παγωμένο νερό, που τον παρέσυρε προς το άγνωστο. Κανείς δεν τον είδε μήτε τον άκουσε όση ώρα ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια.

Χάθηκε λοιπόν μέσα στο βαθύ ποτάμι, την ώρα που «οι αυγινές αχτίδες του ήλιου ειδοποιούσαν την πλάση πως μια καινούρια μέρα είχε φτάσει».

Μια φωτεινή αέρια μάζα εμφανίστηκε τότε πάνω από το ανήσυχο νερό, και ο απόηχος ενός τραγουδιού αντήχησε ολόγυρα:

Μια φορά στα χίλια χρόνια,

κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια,

δε γελάνε μήτε κλαίνε,

μόνο λένε μόνο λένε.

Μια φορά στα χίλια χρόνια,

γίνεται η αγάπη αιώνια,

να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη,

κι η χρονιά να σου πετύχει.