ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 03 — ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΤΩΝ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΝ
Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα από τα πιο εύφορα μέρη της Γης, υπήρχε ένα ξακουστό λιβάδι, το Λιβάδι των Εμπνεύσεων. Εκεί ευδοκιμούσαν είδη λουλουδιών σπάνιας ομορφιάς, τα οποία μάλιστα ανθοφορούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Η θέα ήταν μοναδική, γεγονός που καθιστούσε το λιβάδι το ωραιότερο φυσικό στολίδι της χώρας.
Κανείς δεν μπορούσε να πειράξει τα άνθη του, μήτε ντόπιος μήτε ξένος, παρά μόνο να τα θαυμάσουν από μακριά, γι’ αυτό και ήταν περικυκλωμένο από φρουρούς που το προστάτευαν ολημερίς κι ολονυχτίς.
Τη Χρονιά της Ελπίδας, όταν η άνοιξη έστειλε τα πρώτα σημάδια άφιξής της στη χώρα, ένα αδύναμο φυτό πρόβαλε από το χώμα του λιβαδιού.
— Χα, χα! Κοιτάξτε πόσο αξιολύπητο είναι! Σαν καχεκτικό μοιάζει. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να καταφέρει να επιβιώσει, το περιγελούσαν τα γειτονικά άνθη.
Το λεπτεπίλεπτο φυτό λυπόταν κάθε φορά που τα άκουγε. Τα κοιτούσε λοιπόν με παράπονο.
Ένα πρωινό, τα γειτονικά άνθη αποφάσισαν πως το φυτό αυτό ασχήμαινε το λιβάδι τους. Κάλεσαν λοιπόν τους ζοφερούς αέρηδες και τους είπαν:
— Το καχεκτικό φυτό βλάπτει το κύρος του λιβαδιού μας. Δεν πρέπει να βρίσκεται εδώ. Διαδώστε το σε όλο το λιβάδι, έτσι ώστε να το μάθουν και τα υπόλοιπα άνθη. Θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο ν’ απαλλαγούμε από αυτό το συντομότερο δυνατό.
Οι αέρηδες φύσηξαν πάνω από το Λιβάδι των Εμπνεύσεων και μετέφεραν τα λόγια τους από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του. Τα άλλα άνθη, όταν έμαθαν τα νέα, άρχισαν να κουβεντιάζουν μεταξύ τους πώς θα μπορούσαν να απαλλαγούν από το παρείσακτο φυτό χωρίς να τους πάρουν είδηση οι φρουροί.
— Αφού δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε το σώμα του, τότε θ’ αγγίξουμε τα αισθήματά του. Δεν θα κάνουμε λοιπόν παρέα μαζί του και θ’ αποφεύγουμε τελείως να του μιλάμε, μέχρι να μαραθεί από τη λύπη και τη μοναξιά και να ξεραθεί. Τότε, το φημισμένο λιβάδι μας θ’ αποκτήσει την αρχική του χάρη και αίγλη, συμφώνησαν τελικά μεταξύ τους, κι έθεσαν σ’ εφαρμογή το σχέδιό τους.
Όταν λοιπόν μέσα στις επόμενες ημέρες το μοναχικό φυτό τούς μιλούσε, εκείνα το αγνοούσαν και πού και πού έγερναν τα πέταλά τους προς το μέρος του και το κοιτούσαν με παγερό και άγριο βλέμμα. Έγερνε τότε κι εκείνο λυπημένο τον λεπτό μίσχο του μέχρι τη γη και σώπαινε.
Ένα βράδυ, μια φωτεινή αέρια μάζα το περιτριγύρισε και του ψιθύρισε αυτά τα λόγια:
— Να μη λυπάσαι! Συνέχισε να ζεις ειρηνικά και άνοιξε περισσότερο τα μάτια της καρδιάς σου, για να καταφέρεις να δεις τους καλούς φίλους που βρίσκονται ολόγυρά σου.
Από εκείνη την ώρα, η ελπίδα πλημμύρισε το αδύναμο σώμα του και απόδιωξε τη λύπη του. Άρχισε τότε να κάνει παρέα με τ’ αηδόνια, που του τραγουδούσαν όμορφους σκοπούς, και να χαίρεται τις πρωινές στάλες που το δρόσιζαν. Έπαιζε με τις ολόφωτες αχτίδες του ήλιου, που το ζέσταιναν ολημερίς, και αφηνόταν στα χάδια των ήπιων αέρηδων, που το νανούριζαν και το κοίμιζαν το βράδυ. Αγάλι αγάλι, έγινε ανθεκτικότερο. Η καρδιά του έπαψε πια να λυπάται και οι τρυφερές ρίζες του αναπτύχθηκαν με γοργό ρυθμό.
Μόλις ο Ιούνιος κατέβηκε στη γη, τα φυτά του λιβαδιού βρέθηκαν μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Από την άκρη του μοναδικού βλαστού του ξεπετάχτηκε ένα κόκκινο φυλλαράκι. Αυτό το απρόσμενο γεγονός τους προκάλεσε μεγάλη ανησυχία.
— Πώς κατάφερε ένα τόσο δα απροστάτευτο φυτό να γλιτώσει από την απομόνωση στην οποία το υποβάλαμε; Πάει να πει πως είναι πιο δυνατό απ’ όσο υποθέσαμε, έλεγαν μεταξύ τους, και μετά προσπάθησαν να βρουν έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο για ν’ απαλλαγούν από αυτό.
— Αφού άντεξε στην απομόνωση, θα χρησιμοποιήσουμε τα παραπλανητικά λόγια. Θα προσποιηθούμε τους φίλους του και θα γεμίζουμε την καρδιά του με λύπη και φόβο, ωσότου εκείνο λυγίσει, μαραθεί και ξεραθεί. Τότε, το φημισμένο λιβάδι μας θ’ αποκτήσει ξανά την αρχική του αίγλη και χάρη, συμφώνησαν στο τέλος κι έθεσαν σ’ εφαρμογή το δεύτερο σχέδιό τους.
— Καημενούλη. Είναι πολύ λεπτός και αδύναμος ο μίσχος σου.
— Είναι τρομακτικό που δεν υπάρχει άλλο φυτό του είδους σου σε ολόκληρο το λιβάδι.
— Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν θα βγάλεις άλλα μπουμπούκια. Αυτό δεν σε ανησυχεί;
Το μοναχικό φυτό σκιαζόταν και λυπόταν όταν άκουγε τα λόγια τους. Συννέφιαζε η καρδιά του και χανόταν η χαρά και η ελπίδα του, μέχρι που ένα βράδυ η φωτεινή αέρια μάζα πάλι το περιτριγύρισε και του είπε:
— Συνέχισε να ζεις ειρηνικά και κράτα τη χαρά μέσα στην καλή σου καρδιά. Γέμισε ξανά μ’ ελπίδα τον λογισμό σου και επικεντρώσου στον τελικό σχηματισμό σου.
Από εκείνη την ώρα, το μοναχικό φυτό δεν πτοήθηκε ξανά από τα λόγια των υπόλοιπων ανθών του λιβαδιού. Συνέχισε να ζει ειρηνικά και σκεφτόταν συνεχώς τον τελικό σχηματισμό του. Χαμογελούσε χαρούμενο κάτω από το στοργικό βλέμμα του ήλιου και έθρεφε διαρκώς την υπομονή, το κουράγιο, την επιμονή, τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητά του. Αναπτυσσόταν με σταθερό ρυθμό και κάθε μέρα που περνούσε ένα καινούριο κόκκινο φυλλαράκι ξεπεταγόταν από τον βλαστό του.
Την τριακοστή μέρα του Ιούνη πρόβαλε το τελευταίο του πέταλο. Τα υπόλοιπα άνθη του λιβαδιού έμειναν εμβρόντητα όταν διαπίστωσαν πως είχε σχηματιστεί ένα μεγάλο κατακόκκινο λουλούδι μοναδικής ομορφιάς. Το απροσδόκητο γεγονός τούς προκάλεσε πολύ μεγάλη ανησυχία και τα έκανε να το μισήσουν ακόμα περισσότερο.
— Πώς κατάφερε ένα αδύναμο και απροστάτευτο φυτό να γλιτώσει από την απομόνωση στην οποία το υποβάλαμε, και από τα παραπλανητικά λόγια που του λέγαμε καθημερινά; Πάει να πει πως είναι πιο δυνατό απ’ όσο υποθέσαμε, είπαν μεταξύ τους, και μετά προσπάθησαν να βρουν έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο για ν’ απαλλαγούν από αυτό.
Μα η φωτεινή αέρια μάζα το περιτριγύρισε ξανά και του είπε:
— Ήρθε ο καιρός ν’ ανταμειφθείς για την ειρηνική σου επιμονή.
Η φωτεινή ανέμη πήρε τότε την ξεχωριστή μυρωδιά του όμορφου λουλουδιού και τη μετέφερε μέχρι το σπίτι του κυβερνήτη της χώρας. Η σύζυγός του, που υπέφερε από βαθιά θλίψη, αισθάνθηκε πρωτόγνωρη αγαλλίαση κι ευφροσύνη. Μαζί με τα παιδιά της ακολούθησαν τη θεσπέσια μυρωδιά και μία ώρα μετά κατάφεραν να το εντοπίσουν μέσα στο Λιβάδι των Εμπνεύσεων.
— Είναι το ωραιότερο λουλούδι που έχω δει στη ζωή μου! Αγαλλιάζει κι ευφραίνεται η ψυχή μου! είπε, και από τότε πήγαινε συχνά στο λιβάδι για ν’ αντλήσει χαρά από εκείνο.
Καθώς περνούσαν οι μέρες, η υγεία της θλιμμένης γυναίκας βελτιωνόταν ολοένα περισσότερο, γεγονός που χαροποιούσε πολύ την ίδια και την οικογένειά της. Η αισιοδοξία και η ελπίδα ζέσταιναν τους λογισμούς της και έθρεφαν την αγάπη της και τη θέλησή της για ζωή, για δράση και για δημιουργικότητα. Το μοναχικό λουλούδι την ενέπνεε και την οδηγούσε σε αναγεννητικά μονοπάτια.
— Διαδώστε την είδηση σε όλη τη χώρα! είπε ο κυβερνήτης ένα πρωινό στους φρουρούς του λιβαδιού.
Έκτοτε λοιπόν οι κάτοικοι της χώρας έμαθαν πως στο Λιβάδι των Εμπνεύσεων είχε φυτρώσει ένα ξεχωριστό λουλούδι, το οποίο ακτινοβολούσε πρωτοφανή χάρη και ομορφιά, και πως όσοι άνθρωποι υπέφεραν από θλίψη μπορούσαν να πάνε κοντά του για να θεραπευτούν.
Τα υπόλοιπα άνθη όμως άρχισαν να κοιτάνε το μοναχικό άνθος με μεγαλύτερο μίσος.
— Το παρείσακτο φυτό έκλεψε τις εντυπώσεις από μας και μας εξευτέλισε! Θα προσποιηθούμε ότι είμαστε φίλοι του, για να μας φανερώσει το μυστικό που το καθιστά τόσο ανθεκτικό, αποφάσισαν όλα μαζί ένα πρωινό, κι έθεσαν αμέσως σ’ εφαρμογή το τρίτο σχέδιό τους.
— Πόπο! Είσαι χάρμα οφθαλμών!
— Τα κόκκινα πέταλά σου είναι τόσο μεγάλα κι εντυπωσιακά!
— Ποιο είναι το μυστικό της ομορφιάς σου;
— Για πες μας, ποιο είναι το μυστικό που σε κάνει τόσο ανθεκτικό;
Καθώς τα άνθη το επαινούσαν, η φωτεινή αέρια μάζα εμφανίστηκε ξανά στο λιβάδι. Γυρόφερε το μοναχικό λουλούδι και του ψιθύρισε:
— Μη μένεις στις δικές τους εντυπώσεις. Να καταφύγεις στην αγάπη και τη στήριξη των αληθινών σου φίλων.
Το μοναχικό άνθος έκανε ό,τι το ορμήνεψε η φωτεινή ανέμη. Συνέχισε να εμπιστεύεται την αγνή μουσικότητα που σκορπούσαν τριγύρω τα ήπια αερικά και τα γλυκά κελαηδίσματα των αηδονιών και των άλλων πουλιών. Χαιρόταν τις ζεστές αχτίδες του ήλιου και τις δροσερές στάλες της βροχής, που έθρεφαν τον μίσχο και τα πέταλά του, και άπλωνε τις δυνατές πλέον ρίζες του ολοένα και πιο βαθιά στη γη.
Αυτό όμως ενόχλησε ακόμη περισσότερο τα υπόλοιπα άνθη του λιβαδιού, τα οποία άρχισαν πάλι να συζητούν μεταξύ τους:
— Αρνείται να μας φανερώσει το μυστικό του. Απ’ ό,τι φαίνεται, σκοπεύει να επικρατήσει στο λιβάδι μας και να υποβιβάσει τη δική μας ομορφιά. Όταν βραδιάσει, την ώρα που θα σχολάσει η απογευματινή βάρδια των φρουρών του λιβαδιού και θα πιάσει δουλειά η νυχτερινή, θα του επιτεθούμε και θα καταστρέψουμε την ομορφιά του, αποφάσισαν, κι έθεσαν αμέσως σ’ εφαρμογή το σχέδιό τους.
Έτσι λοιπόν, όταν έπεσε η νύχτα, την ώρα που οι φρουροί ήταν απασχολημένοι με την αλλαγή της βάρδιας, τα γειτονικά άνθη άρχισαν να ρίχνουν με αγριότητα τους μίσχους τους πάνω στο μοναχικό λουλούδι και να το χτυπούν δυνατά για να το τσακίσουν και να το ρίξουν καταγής. Η επίθεσή τους συνεχίστηκε για ώρα και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν τ’ ολόγιομο φεγγάρι έριξε το φως του πάνω στο λιβάδι. Εκείνη τη στιγμή, τα φυτά διαπίστωσαν έντρομα πως τα άνθη τους είχαν θρυμματιστεί και είχαν πέσει όλα καταγής. Μήτε ένα τόσο δα ανθάκι τους δεν είχε σωθεί! Σταμάτησαν τότε να κακομεταχειρίζονται το φυτό και άρχισαν να στρέφουν πανικόβλητα τους μίσχους τους δεξιά κι αριστερά, προσπαθώντας να καταλάβουν τι είχε συμβεί.
Η απόφασή τους να του πάρουν την ομορφιά και ο σκληρός τρόπος με τον οποίο φέρθηκαν στη συνέχεια, δεν τους επέτρεψε να παρατηρήσουν καν τ’ αγκάθια που είχαν εμφανιστεί πάνω στον κορμό του κατά τη διάρκεια των τριάντα ημερών που σχηματιζόταν το άνθος του. Όταν λοιπόν του επιτέθηκαν, τ’ αγκάθια του λειτούργησαν ως φυσική άμυνα, με αποτέλεσμα να θρυμματιστούν τα δικά τους πέταλα και να χαθεί εντελώς η ομορφιά τους.
Τις ημέρες που ακολούθησαν, άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της χώρας κατέφθαναν στο λιβάδι για να θαυμάσουν το λουλούδι και να γεμίσουν τον εσωτερικό τους κόσμο με την ελπίδα που αναδυόταν από την αιθέρια χάρη του. Όσοι υπέφεραν από θλίψη άρχισαν να αισθάνονται καλύτερα και σιγά σιγά θεραπεύονταν. Αφυπνίστηκαν οι εμπνεύσεις τους και αυξήθηκε η αγάπη τους για τη ζωή, τη δράση και τη δημιουργικότητα. Καθώς η χώρα λοιπόν συνέχιζε να διανύει τη Χρονιά της Ελπίδας, η ιστορία της κατέγραφε τη μεγαλύτερή της άνθηση.
Όπως κάθε φυτό του Λιβαδιού των Εμπνεύσεων, έτσι και το μοναχικό λουλούδι απέκτησε μια μέρα το δικό του όνομα. Το κατακόκκινο άνθος με τα τριάντα φύλλα ονομάστηκε «τριαντάφυλλο», και του απονεμήθηκε ο τίτλος του βασιλιά των λουλουδιών, χάρη στην αναγεννητική ελπίδα που σκόρπιζε ολόγυρά του.
Τους μήνες που ακολούθησαν, η σύζυγος του κυβερνήτη ζήτησε από τους κηπουρούς να το πολλαπλασιάσουν και να γεμίσουν με το είδος του ένα μεγάλο μέρος του λιβαδιού. Κόκκινα τριαντάφυλλα, λευκά, πορτοκαλιά, ροζ, κίτρινα έκαναν σιγά σιγά την εμφάνισή τους, και καθώς περνούσε ο καιρός ο αριθμός των πετάλων τους ολοένα και αυξανόταν, μέχρι που έφτασαν κάποτε τα εξήντα.
Μα οι ηλιαχτίδες, οι στάλες της βροχής και τα καλοσυνάτα αερικά δεν ξέχασαν ποτέ το πρώτο πρώτο τριαντάφυλλο με την ειρηνική καρδιά, το οποίο είχε καταφέρει μέσα σε τριάντα δύσκολες μέρες ν’ αναπτυχθεί και να φτάσει στον τελικό σχηματισμό του.
Ο Λεύκιος έκλεισε το Βιβλίο των Αρετών και το έβαλε ξανά μέσα στη σχολική του τσάντα. Τακτοποίησε το υπνοδωμάτιό του και κατέβηκε στην αυλή για να μαζέψει την μπουγάδα. Όταν τακτοποίησε τα ρούχα κι έπλυνε τα πιάτα, έφυγε από το σπίτι για να πάει στο ποτάμι. Είχαν περάσει σχεδόν δύο εβδομάδες από την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί, γιατί είχε πολλά διαγωνίσματα στο σχολείο και χρειαζόταν να μελετάει πολλές ώρες καθημερινά. Καθώς έκλεινε πίσω του τη μεγάλη καγκελόπορτα του σπιτιού, ένα τραγουδάκι έφτασε στ’ αυτιά του. Ο κύριος Ερμογένης, ο γείτονας, τέως καπετάνιος, καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του και άκουγε παραδοσιακή μουσική στο ραδιόφωνο:
Ήλιε μου που βγαίνεις το πρωί,
και τον ντουνιά ζεσταίνεις,
μένα γιατί μ’ αρνήθηκες;
Σαν το δεντρί μαραίνομαι,
σαν φύλλο κιτρινίζω,
...χωρίς εσένα ήλιε μου.3
Ο συνταξιούχος άνδρας, μόλις είδε τον Λεύκιο, σήκωσε ψηλά το χέρι, τον χαιρέτησε και του είπε εγκάρδια:
— Οι βόλτες είναι ευεργετικές, παιδί μου. Να κάνεις πολλές. Τότε που ζούσα στη γενέτειρά μου, πριν από πέντε περίπου χρόνια, συνήθιζα να βολτάρω κι εγώ πολύ νωρίς το πρωί κατά μήκος της μεγάλης ακρογιαλιάς, κι ας ήταν έρημη από κόσμο εκείνη την ώρα. Έφτανα μέχρι τον ορμίσκο, όπου είχα αγκυροβολημένη την ψαροπούλα μου. Την έβρισκα πάντοτε εκεί, να λικνίζεται στα ήσυχα νερά. Την έπαιρνα και βγαίναμε στ’ ανοιχτά, οι δυο μας, και καμιά φορά παίρναμε μαζί μας και νεαρά παιδιά της περιοχής που ήθελαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια πώς ρίχνουμε εμείς οι ψαράδες τα δίχτυα μας στα βαθιά νερά και πώς πιάνονται τα ψάρια σε αυτά και τα γεμίζουν. Τις περισσότερες φορές είχαμε πολύ καλές ψαριές. Τράφηκε με αυτές πολύς κόσμος. Ύστερα… έφυγε η σύζυγός μου από τη ζωή κι εγώ ήρθα στην πρωτεύουσα, κοντά στα παιδιά και στα εγγόνια μου. Δεν έχω παράπονο. Μόνο που… ώρες ώρες μου λείπει η θαλασσίτσα. Εμείς οι ναυτικοί έχουμε στενή σχέση με το νερό της, γι’ αυτό και την αποζητούμε συχνά.
Ο Λεύκιος στεκόταν στο πεζοδρόμιο, μόλις τρία μέτρα μακριά από το χαμηλό μπαλκόνι. Άκουσε με προσοχή όσα του είπε ο κύριος Ερμογένης και μετά του αποκρίθηκε ευγενικά:
— Είσαι δηλαδή κι εσύ ένας άνθρωπος της θάλασσας, κύριε Ερμογένη. Κάποτε μου είπαν πως ο πατέρας μου εργαζόταν σκληρά όλη την εβδομάδα, μα τις Κυριακές συνήθιζε να παίρνει το μικρό καΐκι του κι έβγαιναν στ’ ανοιχτά μαζί με τη μητέρα μου. Επισκέπτονταν διά θαλάσσης διάφορες παραλιακές τοποθεσίες της χώρας μας και τις εξερευνούσαν. Όταν γεννήθηκα, μ’ έπαιρναν κι εμένα μαζί τους, αλλά θυμάμαι πολύ λίγα πράγματα. Εκτός από τις φωτογραφίες που έβγαζαν, αγόραζαν πάντοτε κι ένα ωραίο παραδοσιακό ενθύμιο από το κάθε μέρος. Ο παππούς μου τα έχει όλα φυλαγμένα μέσα σ’ ένα μεγάλο μπαούλο, στο υπόγειο του σπιτιού του. Τα είδα ορισμένες φορές στο παρελθόν. Είναι όλα τους όμορφα και διαλεχτά.
Ο κύριος Ερμογένης χαμογέλασε καλοσυνάτα και κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση. Δεν έκανε κανένα σχόλιο, μα άφησε έναν αναστεναγμό, γιατί γνώριζε πως ο Λεύκιος είχε ορφανέψει νωρίς από μητέρα και από πατέρα.
— Είναι ώρα να πηγαίνω, του είπε τότε ο Λεύκιος με αισιόδοξη διάθεση.
— Να πας στο καλό, παιδί μου, και να ευχαριστηθείς τη βόλτα σου, του αποκρίθηκε εκείνος εγκάρδια.
Ο Λεύκιος τον αποχαιρέτησε και κίνησε να φύγει. Ένα άλλο τραγουδάκι, που έπαιζε εκείνη την ώρα στο ράδιο του κυρίου Ερμογένη, έφτασε στ’ αυτιά του. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε να το σιγοτραγουδάει:
Να σ’ αγναντεύω θάλασσα, να μη χορταίνω,
απ’ το βουνό ψηλά,
στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.4
Όταν ο Λεύκιος έφτασε στις όχθες του ποταμού, ανέβηκε το βουναλάκι και πήγε και κάθισε στο σημείο όπου καθόταν πάντοτε. Άπλωσε το βλέμμα του πάνω από το ποτάμι και το γέμισε με τις μοναδικές εικόνες που χάριζε ολόγυρα η καθάρια φύση του Μάρτη.
Μάζεψε ορισμένα βότσαλα από χάμω και τα έριξε μέσα στο νερό. Μια αίσθηση νοσταλγίας που γυρόφερνε τους λογισμούς του τον οδήγησε σιγά σιγά σε παρελθοντικά μονοπάτια.
Η Μαρία… Τι ν’ απέγινε η Μαρία; Και ο Πίτερ; Η Περσεφόνη; αναρωτήθηκε σιωπηλά, μόλις θυμήθηκε τη μικρή παρέα που είχε τότε που ζούσε στη γενέτειρά του.
Η Μαρία ήταν ένα καλοσυνάτο κι ευγενικό κοριτσάκι, με μελιά μάτια, μακριά καστανόξανθα μαλλιά και δύο μεγάλα παράπονα, μόνιμα εγκατεστημένα μέσα στο μυαλό της: τα παραπανίσια κιλά της και το διαζύγιο που είχαν πάρει οι γονείς της όταν αυτή ήταν πέντε χρονών.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε πως η Μαρία προσπαθούσε να κρύβει τις λύπες της από τους άλλους ανθρώπους, γι’ αυτό κι έστρεφε την προσοχή της σε ό,τι όμορφο κι ενδιαφέρον έβρισκε γύρω της. Έκανε αυθόρμητα κι ευχάριστα σχόλια και χαμογελούσε συχνά με καλοσύνη.
Θυμήθηκε ακόμη πόσο ενάντια ήταν η Μαρία στους καβγάδες και με πόση γενναιότητα τους σταματούσε όταν τους έπαιρνε χαμπάρι. Όσο για τα πειραχτήρια της τάξης που συνήθιζαν να την κοροϊδεύουν για τα επιπλέον κιλά της, τα αντιμετώπιζε με έναν δικό της ξεχωριστό τρόπο. Έσφιγγε τις γροθιές της και ψιθύριζε ένα ένα τα ονόματα των αγαπημένων της λουλουδιών.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε πως ήταν τόσο πολλές οι φορές που την είχε ακούσει να τα ξεστομίζει, που τα είχε μάθει κι αυτός απ’ έξω: «Τριαντάφυλλο, κυκλάμινο, άνθος κερασιάς, γαρίφαλο, ντάλια, δικέντρα, τουλίπα, παπαρούνα της ανατολής, κρίνο της κοιλάδας, πλουμέρια».
Τα επαναλάμβανε λοιπόν μέχρι να ημερέψει ο θυμός της και να χαλαρώσουν οι γροθιές της. Τα πειραχτήρια, άμα διαπίστωναν πως δεν είχαν καταφέρει να την εκνευρίσουν και να την κάνουν να βγει εκτός εαυτού, την άφηναν τότε στην ησυχία της και πήγαιναν να βρουν άλλα παιδιά να ενοχλήσουν.
Η Μαρία ζούσε με τη μητέρα της και τη μεγάλη αδερφή της σ’ ένα διαμέρισμα, μισό περίπου χιλιόμετρο μακριά από τη μεγάλη πλατεία της πόλης. Όταν οι γονείς της αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους στη ζωή, ο πατέρας της μετακόμισε στη γειτονική πόλη. Από τότε η Μαρία έγινε ευσυγκίνητη. Μια αναπάντεχη σκέψη, κουβέντα ή ανάμνηση που της θύμιζε τα χρόνια εκείνα που ο πατέρας της ζούσε ακόμη μαζί τους τάραζε αμέσως την καρδιά της και έφερνε δάκρυα στα μάτια της. Τα σκέπαζε τότε με τις παλάμες της, χαμήλωνε το κεφάλι και άρχιζε να κλαίει σιγανά.
Τον πρώτο καιρό, ο Λεύκιος και ο Πίτερ σάστιζαν. Έμεναν να την κοιτάζουν άναυδοι και δεν ήξεραν πώς ν’ αντιδράσουν. Η Μαρία, μόλις τους έπαιρνε είδηση, αισθανόταν αμήχανα και απομακρυνόταν από κοντά τους. Επέστρεφε λίγα λεπτά αργότερα, όταν κατάφερνε να ηρεμήσει εντελώς. Ο Λεύκιος και ο Πίτερ τη ρωτούσαν τότε να τους πει τον λόγο που έκλαιγε, μα εκείνη τους έδινε πάντα την ίδια απάντηση, χωρίς να τους κοιτάζει στα μάτια, με φωνή που μόλις ακουγόταν:
— Δεν έκλαιγα! Έπαθα πάλι αλλεργία στα μάτια.
Στα εφτά της χρόνια, στις αρχές του καλοκαιριού, άρχισε να φοράει καπελάκια! Μονόχρωμα, πολύχρωμα, ψάθινα, κεντητά, με μικρές και μεγάλες κορδελίτσες, το ένα ομορφότερο από τ’ άλλο. Τα αγόραζε από το κατάστημα της κυρίας Αϊσέ και της κυρίας Παγώνας, που το είχαν συνεταιρικό για περισσότερο από μία δεκαετία και βρισκόταν κοντά στο μεγάλο λούνα παρκ της πόλης. Οι δύο χρυσοχέρες γυναίκες έβαζαν όλη τη γνώση και το μεράκι τους κι έφτιαχναν καπέλα, τσάντες και μικρά τσαντάκια, όλα τους διαλεχτά, γεμάτα χάρη και κομψότητα. Τόσο οι ντόπιες όσο και οι ξένες γυναίκες που παραθέριζαν στην περιοχή έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τα δημιουργήματά τους και σύχναζαν εκεί για να κάνουν τα ψώνια τους. Η Μαρία περνούσε κάθε τόσο μαζί με τη μητέρα της, όταν ευκαιρούσε, και κάποιες φορές πήγαινε και με την αδερφή της.
Ο Λεύκιος και ο Πίτερ υπέθεσαν πως η Μαρία φόραγε καπέλα για να προστατεύει το κεφάλι της από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, μα ο λόγος δεν ήταν αυτός. Η μικρή είχε βρει στα καπέλα τη σωτήρια λύση που γύρευε από καιρό, για να μην εκτίθεται όταν στα καλά καθούμενα την έπαιρναν τα κλάματα. Κάθε φορά λοιπόν που τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα, τα κάλυπτε τραβώντας ελαφρώς προς τα κάτω το καπέλο που φορούσε. Σκούπιζε τα δάκρυά της στα γρήγορα, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και, μόλις αισθανόταν καλύτερα, ανέβαζε πάλι το καπέλο. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι συνέβαινε κάτω από τα καπέλα, μέχρι που μια μέρα το ανακάλυψε ο Λεύκιος, μα το κράτησε μυστικό, γιατί η Μαρία τον πήρε είδηση και αμέσως αισθάνθηκε αμήχανα. Εκείνος της χαμογέλασε καθησυχαστικά, σαν να της υποσχόταν εκείνη τη στιγμή πως δεν θα μαρτυρούσε το μυστικό της σε κανέναν. Κράτησε την υπόσχεσή του και από τότε δεν την αθέτησε. Έτσι λοιπόν η Μαρία συνέχισε να φοράει άφοβα τα καπελάκια της.
Όταν στα έξι της χρόνια η Μαρία είχε γνωρίσει τον Λεύκιο και είχε μάθει πως ήταν ορφανός από μητέρα και πατέρα, είχε πάψει πλέον να στενοχωριέται τόσο για τη δική της οικογενειακή κατάσταση. Ήταν τότε που η μικρή συνειδητοποίησε πως γύρω της υπήρχαν παιδιά –ανάμεσά τους και ο Λεύκιος– τα οποία έπρεπε ν’ αντέχουν καθημερινά μεγαλύτερες λύπες από τις δικές της. Σκέφτηκε λοιπόν πως οι γονείς της είχαν τραβήξει χωριστούς δρόμους στη ζωή τους και δεν ζούσαν πλέον κάτω από την ίδια στέγη, μα ήταν και οι δυο τους καλά στην υγεία τους. Συλλογίστηκε ακόμα πως μπορούσε να ευχαριστιέται τη φυσική τους παρουσία, να μοιράζεται μαζί τους πράγματα, σκέψεις, συναισθήματα, στιγμές, ενώ ο Λεύκιος δεν μπορούσε να ζήσει τίποτε απ’ όλ’ αυτά.
— Λεύκιε, μου λες την αλήθεια ή μήπως με κοροϊδεύεις κι εσύ, όπως κάνουν τα πειραχτήρια της τάξης μας; Ούτε μητέρα έχεις στη ζωή ούτε πατέρα; τον ρώτησε παραπονιάρικα εκείνη τη μέρα που την είχε βρει να κλαίει κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, στη νότια αυλή του σχολείου.
— Δεν σε κοροϊδεύω. Σου λέω την αλήθεια. Ούτε μητέρα έχω ούτε πατέρα. Ζω με τον παππού μου, της είχε πει, κι εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει ανέκφραστη για αρκετά δευτερόλεπτα, χωρίς να πει κουβέντα.
Κάθε μεσημέρι, όταν τ’ άλλα παιδιά σχόλαγαν και κινούσαν για τα σπίτια τους, η Μαρία δεν ήθελε να επιστρέψει στο δικό της. Στενοχωριόταν που δεν θα έβρισκε εκεί τον πατέρα της, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, το ακορντεόν, τα βιβλία, τις παντόφλες του, την ποδιά που φόραγε όταν μαγείρευαν παρέα οι δυο τους τα μεσημέρια, κι ένα σωρό άλλα δικά του πράγματα, που η μικρή τα είχε συνηθίσει και τ’ αποζητούσε συχνά με το βλέμμα και την καρδιά της. Αποζητούσε ακόμη τη στοργική αγκαλιά του, το χαμόγελό του, τ’ αστεία του και τις χαριτωμένες ιστορίες που της έλεγε για να την κάνει να ευθυμεί, τους γρίφους και τα αινίγματα που της έβαζε κι ένα σωρό άλλα που γέμιζαν την καθημερινότητά της με χαρά, αισιοδοξία κι ελπίδα.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε ακόμα πως, τη μέρα που γνώρισε τη Μαρία, τη βρήκε να κάθεται πάνω σε μια προεξοχή του κορμού του πλατάνου, που έμοιαζε με μικρό σκαλάκι. Είχε σκεπάσει τα μάτια της με τις παλάμες της κι έκλαιγε σιγανά. Στο μυαλό της τριγύριζαν τα θυμωμένα λόγια που της είχε πει η μητέρα της το προηγούμενο βράδυ:
— Αυτό είναι το ύψος σου και αυτά πρέπει να είναι τα κιλά σου. Άντε ν’ ανεβείς γρήγορα πάνω στη ζυγαριά. Από την ένδειξή της θα εξαρτηθεί πόσο φαγητό θα φας απόψε.
Ο μετρητής της ζυγαριάς όμως πάλι οδήγησε τον αριθμό προς τα πάνω, γι’ αυτό και η Μαρία αρκέστηκε στην ποσότητα φαγητού που της επέτρεψε η μητέρα της να φάει, και όλη τη νύχτα άκουγε την κοιλιά της που διαμαρτυρόταν από την πείνα. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Την ίδια μέρα, τα πειραχτήρια της τάξης το είχαν παρακάνει με τις κοροϊδίες και τα πειράγματα. Από το πρωί που είχε πατήσει το πόδι της στο σχολείο, δεν την είχαν αφήσει σε ησυχία. Τη φώναζαν «μοσχαράκι» κι ένα σωρό άλλα επίθετα και όλο γελούσαν μεταξύ τους. Έγραφαν μάλιστα τη συγκεκριμένη λέξη πάνω σε μικρά χαρτάκια και τα έριχναν καταπάνω της, όταν ο δάσκαλος είχε γυρισμένη την πλάτη του κι έγραφε στον πίνακα.
Μόλις ο Λεύκιος κοντοζύγωσε τον πλάτανο, η Μαρία τρόμαξε κι έβγαλε μια φωνή. Αμέσως άρπαξε ένα ξύλο που βρήκε δίπλα της και σηκώθηκε πάνω γρήγορα.
— Τι θες εδώ; τον ρώτησε άγρια, αλλά και φοβισμένα.
— Τίποτα! της απάντησε εκείνος ξαφνιασμένος. Επέστρεφα στο σπίτι μου, σε άκουσα που έκλαιγες και σκέφτηκα πως ίσως να χρειάζεσαι κάποια βοήθεια, της εξήγησε με σφιγμένη καρδιά.
Η Μαρία χαμήλωσε το βλέμμα της, σαν να ντράπηκε.
— Δεν έκλαιγα... έπαθα αλλεργία στα μάτια! δικαιολογήθηκε σιγανά και σούφρωσε τα χείλη της, σάμπως να ήθελε πάλι να κλάψει.
— Κι εγώ κλαίω κάποιες φορές. Ο κύριος Άνθιμος, ο γείτονας μας, μου είπε κάποτε πως το κλάμα είναι μια φυσιολογική και υγιής αντίδραση και πως δεν πρέπει να το καταπιέζουμε, είπε σιγανά ο Λεύκιος, και χαμήλωσε κι εκείνος περίλυπος το κεφάλι του κι έμεινε να κοιτάζει τα παπούτσια του.
Η μικρή τον κοίταξε για λίγο διερευνητικά, με την άκρη του ματιού της. Αφού σιγουρεύτηκε πως δεν διέτρεχε κανέναν κίνδυνο από εκείνον, ακούμπησε το ξύλο καταγής και κάθισε πάλι πάνω στην προεξοχή του πλατάνου. Παρέμεινε κι αυτή σιωπηλή και περίλυπη να κοιτάζει τα παπούτσια της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο Λεύκιος ένιωσε ότι οι δυο τους είχαν ένα κοινό: πολλή λύπη κρυμμένη στις καρδιές τους.
Λύγισε ελαφρώς τα γόνατά του και κάθισε πλάι της. Άνοιξε τη σχολική του τσάντα κι έβγαλε από μέσα δύο μήλα. Κράτησε το ένα για τον εαυτό του και πρόσφερε το άλλο στη Μαρία.
Μόλις η μικρή είδε το φρούτο, έκανε αμέσως πιο κει. Η αντίδρασή της παραξένεψε τον Λεύκιο και τον έκανε να σουφρώσει τα φρύδια του. Έριξε μια εξεταστική ματιά στο μήλο, για να ελέγξει μήπως ήταν χαλασμένο και δεν το είχε προσέξει προτού της το προσφέρει. Όταν όμως σιγουρεύτηκε πως ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, στράφηκε προς το μέρος της και την κοίταξε απορημένος.
Η εξάχρονη τον πήρε είδηση που την κοιτούσε, μα τον αγνόησε. Χαμήλωσε πάλι το κεφάλι της, μα δυο λεπτά μετά στράφηκε διστακτικά προς το μέρος του και του είπε:
— Απαγορεύεται να φάω το μήλο.
— Απαγορεύεται; τη ρώτησε ο Λεύκιος ανασηκώνοντας τα φρύδια του από έκπληξη.
— Ναι… απαγορεύεται, του ξανάπε, κουνώντας μία φορά το κεφάλι της προς τα κάτω, χωρίς όμως να τον κοιτάξει.
— Και γιατί απαγορεύεται να φας το μήλο;
— Θα με βλάψει; τον ρώτησε σιγανά, και τα χείλη της τρεμόπαιξαν.
Ο Λεύκιος αιφνιδιάστηκε από την ερώτησή της και αισθάνθηκε πρωτόγνωρη ανησυχία. Κοίταξε ξανά προσεκτικά το μήλο και προσπάθησε να βρει την απάντηση στο ερώτημά της.
— Λεύκιε, μου δίνεις κάτι χωρίς να γνωρίζεις αν θα με ωφελήσει ή θα με βλάψει; τον ρώτησε τότε η Μαρία, και λίγα δάκρυα της ξέφυγαν και κύλησαν πάνω στα μάγουλά της.
Η καρδιά του σκίρτησε δυνατά από λύπη. Χαμήλωσε ξανά το κεφάλι του κι έμεινε πάλι να κοιτάζει σιωπηλός τα παπούτσια του.
Η Μαρία, που αισθάνθηκε άσχημα για τον τρόπο που του είχε φερθεί, αναστέναξε σιγανά.
— Το μήλο είναι παχυντικό; τον ρώτησε διστακτικά. Επειδή… δεν θέλω να παχύνω κι άλλο. Αν παχύνω κι άλλο, θα ντρέπομαι περισσότερο για τον εαυτό μου. Θα αισθάνεται και η μαμά μου περισσότερη ντροπή για μένα.
Ο Λεύκιος την κοίταξε για λίγο σκεφτικός.
— Να προσπαθούμε να βελτιώνουμε τον εαυτό μας αγαπώντας τον. Έτσι λέει ο παππούς μου, της αποκρίθηκε σιγανά, κοιτώντας τη με αθωότητα.
Η Μαρία στην αρχή δεν του έδωσε σημασία, μα δυο λεπτά μετά σήκωσε το κεφάλι της και τον ρώτησε απορημένη:
— Να προσπαθούμε να βελτιώνουμε τον εαυτό μας αγαπώντας τον;
— Ναι! Μου το έχει πει πολλές φορές ο παππούς μου. Να προσπαθούμε καθημερινά να βελτιώνουμε τον εαυτό μας αγαπώντας τον.
Η εξάχρονη σκούπισε ελαφρώς τα δάκρυά της με το μανίκι της κι έριξε μια γρήγορη ματιά στ’ αυτοκίνητα που περνούσαν από τον πλατύ δρόμο δίπλα απ’ το σχολείο. Μετά συλλογίστηκε ξανά τα λόγια του Λεύκιου.
— Τότε, θα βελτιώνω τον εαυτό μου αγαπώντας τον! του είπε χαμογελώντας κάποια στιγμή, και το βλέμμα της έφεξε από χαρά κι ελπίδα.
Μετά άπλωσε το χέρι της προς το μέρος του, πήρε το μήλο που της πρόσφερε και τον ευχαρίστησε ευγενικά.
— Σε προσκαλώ να έρθεις στο σπίτι μου για να φάμε μαζί μεσημεριανό, της είπε τότε αυθόρμητα ο Λεύκιος. Θα μοιραστούμε και το αμματόβουδον. Μας έφερε καμιά δεκαριά από δαύτα ο κύριος Άνθιμος, ο γείτονάς μας, όταν πήγε το Σαββατοκύριακο στο χωριό του. Μας περίσσεψε μόνο ένα και το φύλαξα για να το φάω μετά το φαγητό. Θα σου αρέσει πολύ, Μαρία. Είναι νόστιμο, μα και θρεπτικό.
— Αμματόβουδον! Τι είναι το αμματόβουδον, Λεύκιε; Δεν έχω ξανακούσει αυτή τη λέξη. Μήπως είναι κάποιο φαγητό;
— Είναι φρούτο, και πιο συγκεκριμένα είναι ένα είδος μεγάλου δαμάσκηνου.
— Και… γιατί λέγεται αμματόβουδον;
— Επειδή έχει το ίδιο περίπου μέγεθος με το μάτι του βοδιού.
— Ω! Στ’ αλήθεια, Λεύκιε, από εκεί πήρε τ’ όνομά του;
— Στ’ αλήθεια!
— Πόπο! Λεύκιε, ανυπομονώ να δω από κοντά ένα αμματόβουδον!
— Τότε, θα πρέπει ν’ αποδεχτείς την πρόσκλησή μου να φάμε μαζί το μεσημέρι στο σπίτι μου.
— Καλά, μ’ έπεισες. Θα ενημερώσω όμως πρώτα τη μητέρα μου, για να μη με ψάχνει.
— Εντάξει.
Από τότε, τα δύο παιδιά έγιναν φίλοι, καλοί κι αχώριστοι. Φοιτούσαν στην ίδια τάξη, παρόλο που ο Λεύκιος ήταν δέκα μήνες μεγαλύτερος από τη Μαρία. Κάθε πρωί πέρναγε από το σπίτι της για να πάνε μαζί στο σχολείο, και τα μεσημέρια επέστρεφαν στο σπίτι του Λεύκιου, για να πάρουν εκεί το μεσημεριανό τους, παρέα με τον κύριο Λουκιανό. Ύστερα καθόντουσαν οι δυο τους στην αυλή και μελετούσαν τα μαθήματά τους.
Η μικρή γυρνούσε στο σπίτι της αργά το απόγευμα, όταν σχόλαγε η μεγάλη αδερφή της, η οποία πήγαινε γυμνάσιο. Η μητέρα τους εργαζόταν σ’ ένα καφεστιατόριο στο κέντρο της πόλης όλη την εβδομάδα, και τα Σαββατοκύριακα. Πότε πήγαινε στην πρωινή και πότε στην απογευματινή βάρδια, γι’ αυτό και υπήρχαν φορές που έκανε και μια και δυο μέρες να δει τις κόρες της.
Η καθημερινή συναναστροφή της Μαρίας με τον Λεύκιο και τον παππού του, και η αγάπη που λάμβανε καθημερινά από εκείνους, σιγά σιγά απόδιωξαν τη μεγάλη λύπη που είχε φωλιάσει μέσα στην καρδιά της. Το πρόσωπό της απέκτησε ένα ζεστό χαμόγελο και τα μελιά μάτια της ακτινοβολούσαν ολόγυρα χαρά κι ελπίδα.
Ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι, όταν τα δύο παιδιά πήγαιναν στη δευτέρα τάξη του δημοτικού, σχόλασαν από το σχολείο και κίνησαν να πάνε μαζί στο σπίτι του Λεύκιου. Σε μια στροφή του δρόμου, η Μαρία έπεσε κατά λάθος με το ποδήλατό της πάνω σ’ έναν νεοφερμένο μαθητή, ο οποίος είχε έρθει στην τάξη τους μία εβδομάδα πριν.
Ο Λεύκιος βοήθησε και τους δύο να σηκωθούν πάνω και να μαζέψουν τα πράγματά τους, που είχαν σκορπιστεί στο πεζοδρόμιο. Μέσα στα επόμενα λεπτά γνωρίστηκαν μεταξύ τους κι έπιασαν την κουβέντα. Ήταν τότε που η παρέα απέκτησε το τρίτο μέλος της, τον Πίτερ, ο οποίος ήταν συνομήλικος του Λεύκιου.
Το ψηλόλιγνο αγόρι με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια ήταν μοναχοπαίδι και μελλοντικός κληρονόμος μιας μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Την επίβλεψή του είχαν τα έμπιστα μέλη του βοηθητικού προσωπικού της οικογένειάς του, μιας και οι γονείς του έλειπαν συχνά στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους.
Από την πρώτη κιόλας ημέρα της γνωριμίας τους, ο Λεύκιος προσκάλεσε τον Πίτερ στο σπίτι του, για να φάνε όλοι μαζί μεσημεριανό. Στην αρχή εκείνος αρνήθηκε, μα ο Λεύκιος επέμεινε πρόσχαρα κι ευγενικά, οπότε λίγα λεπτά αργότερα κίνησαν όλοι μαζί για το σπίτι του.
Η εγκάρδια και στοργική φιλοξενία που δέχτηκε ο Πίτερ από την πρώτη κιόλας ημέρα από τον γέροντα Λουκιανό και τα δύο παιδιά τού ξύπνησε πολλά συναισθήματα. Την οικογενειακή θαλπωρή, που τόσο πολύ του είχε λείψει και τη λαχταρούσε συχνά η ψυχή του, τη βρήκε απροσδόκητα μέσα στο σπίτι του Λεύκιου.
Από τότε, αν δεν έπεφτε το σούρουπο, ο Πίτερ δεν επέστρεφε στο πατρικό του. Μελετούσε τα μαθήματά του μαζί με τον Λεύκιο και τη Μαρία και μετά έβγαιναν έξω για να παίξουν στη μεγάλη αυλή που βρισκόταν πίσω από το σπίτι, δίπλα στο όμορφο περιβόλι.
Ο Πίτερ ήταν χωρατατζής, μα και λιπόψυχος. Τα αυθόρμητα αστεία του έκαναν τους πάντες να γελούν με την καρδιά τους, μα όταν αγχωνόταν έχανε εύκολα το θάρρος του και γινόταν ανήσυχος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Μαρία κατέφευγε στα «ανοιξιάτικα λόγια», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί.
— Τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένουμε. Να! Έρχεται μια ελπίδα! έλεγε στον Πίτερ φορώντας το πλατύτερο χαμόγελό της.
— Πού είναι η ελπίδα; Από πού έρχεται; τη ρώταγε εκείνος, κι έστρεφε το κεφάλι του μια δεξιά και μια αριστερά, σάμπως να ήταν η ελπίδα άνθρωπος ο οποίος θα έφτανε κοντά τους από στιγμή σε στιγμή.
— Κάνε λίγη υπομονή και θα τη δεις, του απαντούσε η Μαρία με σιγουριά, χωρίς να μικρύνει ούτε μία σπιθαμή το χαμόγελό της.
Έτσι λοιπόν ο Πίτερ έκανε υπομονή, προσμένοντας την ελπίδα να φανεί. Η μικρή άρχιζε τότε να λέει τη μια ευχάριστη κουβέντα μετά την άλλη… για τη δασκάλα τους που πάλι είχε φορέσει ένα πανέμορφο σάλι, που της πήγαινε πολύ, για το νόστιμο σάντουιτς που έφτιαχναν τελευταία στην καντίνα του σχολείου, για τη νέα γεύση παγωτού που είχαν φέρει στην παγωταρία που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι της, για τη σχολική εκδρομή που θα έκαναν μέσα στις επόμενες ημέρες και για πολλά άλλα. Ένα διστακτικό χαμόγελο εμφανιζόταν τότε σιγά σιγά στο πρόσωπο του Πίτερ, και η χαρά άρχιζε πάλι να φέγγει στο βλέμμα του. Το άγχος του ολοένα και υποχωρούσε, και κάποια στιγμή εξαφανιζόταν εντελώς.
Τα απογεύματα που τα τρία παιδιά δεν είχαν πολύ διάβασμα, έπαιρναν τα ποδήλατά τους κι έκαναν τις «βόλτες χωρίς προορισμό», όπως τις είχαν ονομάσει, αφού δεν γνώριζαν εξαρχής πού θα κατέληγαν. Πέρναγαν μέσα από το μεγάλο φυσικό πάρκο, κατηφόριζαν προς τα παραδοσιακά καφεστιατόρια κι έφταναν μέχρι τη μεγάλη γραφική πλατεία, στην οποία πραγματοποιούνταν όλο τον χρόνο συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, γιορτές και άλλες εκδηλώσεις. Στη συνέχεια ανηφόριζαν το βουνό με τα έλατα και τα πεύκα, σταματούσαν για να πιουν νερό από τις δροσερές πηγές που βρίσκονταν διάσπαρτες κατά μήκος του δρόμου και, όταν έφταναν στην κορυφή, συνήθιζαν να κάθονται στο ίδιο πάντα παγκάκι, για ν’ αγναντέψουν από εκεί ψηλά την πανέμορφη πόλη τους.
Άλλοτε πάλι κατέβαιναν μέχρι την παλιά δημοτική βιβλιοθήκη, η οποία συνόρευε με διατηρητέα κτίρια, και από εκεί κατέληγαν στην παραλία. Διένυαν περπατητοί τον δρόμο που πέρναγε μπροστά από τις ψαροταβέρνες κι έφταναν μέχρι τον λευκό φάρο. Ανέβαιναν στην κορυφή του κι εκεί συναντούσαν τον κύριο Ηλία, τον φύλακα.
Ο συμπαθής και κοσμογυρισμένος άνδρας είχε υπάρξει ναυτικός στο επάγγελμα για πολλές δεκαετίες. Τους εξιστορούσε λοιπόν μοναδικές θαλασσινές περιπέτειες που είχε ζήσει. Ο Λεύκιος, η Μαρία και ο Πίτερ τις άκουγαν με μεγάλο ενδιαφέρον. Πού και πού τον διέκοπταν και του έκαναν ερωτήσεις, κι εκείνος, που ήθελε να ευχαριστεί τα παιδιά και να τα βλέπει να χαμογελούν και να χαίρονται, τους απαντούσε πρόσχαρα.
Το τέταρτο μέλος της παρέας, η Περσεφόνη, μπήκε κάποιο βράδυ κρυφά στο σπίτι του Λεύκιου και πήγε και κοιμήθηκε κάτω από το κρεβάτι του. Την πήρε είδηση το πρωί, όταν άκουσε τα νιαουρίσματά της. Της έδωσε να πιει γάλα και μετά την πήγε κατευθείαν στο σπίτι της Μαρίας, η οποία είχε ανάγκη από ένα κατοικίδιο εκείνο το διάστημα. Η αδερφή της και η μητέρα της αργούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι, και η μικρή φοβόταν όταν βράδιαζε. Έτσι λοιπόν, ο Λεύκιος σκέφτηκε πως το γατάκι θα ήταν μια καλή συντροφιά για εκείνη.
— Να το φροντίζεις και να του δείξεις καλοσύνη, γιατί είναι πολύ αδύναμο, της είπε εκείνο το πρωινό που το πήγε στο σπίτι της.
Η Μαρία το τάιζε, το περιποιόταν και το αγαπούσε πολύ. Μέσα σε λίγους μήνες μεγάλωσε κι έγινε μια πανέμορφη και χαριτωμένη γατούλα. Τους ακολουθούσε καθημερινά στις βόλτες τους και είχε μάθει σιγά σιγά όλα τα κατατόπια της περιοχής.
Ο Λεύκιος ήταν ακόμη καθισμένος στις όχθες του παγωμένου ποταμού και ταξίδευε μέσα στις αναμνήσεις του. Πήρε δύο βότσαλα από χάμω και τα έριξε μέσα στο νερό. Η φασαρία που έκανε το μεγάλο σμήνος πουλιών που περνούσε εκείνη την ώρα από πάνω του του θύμισε το πέμπτο μέλος της παρέας τους, τον Προκόπη τον παπαγάλο. Ο δεκατετράχρονος χαμογέλασε αυθόρμητα.
Το αξιαγάπητο και πολυμήχανο πτηνό τούς έκανε να γελούν συχνά με τα καμώματά του. Μπορούσε να μιμείται, όχι μόνο ήχους, αλλά και ανθρώπινες φωνές και συμπεριφορές.
Ο γέροντας Λουκιανός, που τον αγαπούσε και τον φρόντιζε με περίσσια έγνοια, αφού τον είχε φέρει κάποτε στο σπίτι η σύζυγός του, η κυρία Αθηνά, τον άφηνε να τριγυρνάει ελεύθερος μέσα στο σπίτι, να πετάει από το ένα δωμάτιο στο άλλο, να περιεργάζεται το κάθε τι και να ζει ευτυχισμένος κάνοντας ολημερίς το κέφι του. Βέβαια, τις περισσότερες φορές, ο παπαγάλος έκανε κατάχρηση της ελευθερίας του και έβρισκε τον μπελά του.
Άλλοτε έμπαινε μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας κι έτρωγε κρυφά τους ξηρούς καρπούς, τους οποίους μάλιστα συνήθιζε να βάζει στη σειρά με το ράμφος του, τον ένα δίπλα στον άλλο, προτού τους φάει. Άλλοτε πάλι τον έβρισκαν μέσα στο ψυγείο να τρώει τις ρώγες των σταφυλιών και άλλα καλούδια που του άρεσαν. Συνήθιζε να παραμονεύει κάπου εκεί κοντά, και τη στιγμή που κάποιος άνοιγε την πόρτα τρύπωνε μέσα στο ψυγείο στα κλεφτά. Δεν τον έπαιρνε κανείς είδηση, μέχρι που τον ζόριζε το κρύο. Τότε, άρχιζε να χτυπάει με το ράμφος του την εσωτερική επιφάνεια της πόρτας, για να τον ακούσει κάποιος, να την ανοίξει και να τον σώσει.
Ο Λεύκιος χαμογέλασε ξανά όταν θυμήθηκε πως του Προκόπη του άρεσε να κοιμάται μέσα στα παπούτσια τους και πως δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είχαν πατήσει, άθελά τους, εξαιτίας αυτής της ριψοκίνδυνης συνήθειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο παπαγάλος πεταγόταν πάνω αλαφιασμένος και έτρεχε από δω κι από κει φωνάζοντας δυνατά, με τη χαρακτηριστική φωνή του, «βοήθεια». Όταν ζαλιζόταν και μπέρδευε τα πόδια του, σκουντουφλούσε στο ένα και στο άλλο αντικείμενο κι ύστερα έπεφτε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Παρέμενε εκεί, ασάλευτος, να σκούζει από την κούραση και την απελπισία. Μόλις η Μαρία τον έβλεπε πεσμένο καταγής, με τα δυο του πόδια σηκωμένα ψηλά και το βλέμμα του καρφωμένο στο ταβάνι, ευθύς έσκαγε στα γέλια. Πήγαινε κοντά του, του έλεγε γλυκόλογα για να τον παρηγορήσει, χάιδευε απαλά τα φτερά του κεφαλιού του και, όταν το παπαγαλάκι συνερχόταν, έπαιρνε τη φωτογραφική της μηχανή και του έβγαζε κάμποσες φωτογραφίες, τις οποίες φύλαγε σ’ ένα άλμπουμ που έγραφε απ’ έξω: «Ένα ζωηρό παπαγαλάκι».
Άξαφνα, ο Λεύκιος θυμήθηκε τα ηλικιωμένα άτομα που κατοικούσαν στη γειτονιά του, και η καρδιά του σκίρτησε δυνατά από συγκίνηση: τον κύριο Νικόδημο, τον κύριο Ηλία, τον κύριο Άνθιμο, τον κύριο Μουσταφά, την κυρία Βιολέτα, την κυρία Ντιλέκ, την κυρία Γεωργία, την κυρία Μαρία, την κυρία Ελένη και όλους τους άλλους. Θυμήθηκε ακόμα πως όλοι τους είχαν μεγάλη αδυναμία στα παιδιά. Τα αγαπούσαν πολύ και με κάθε ευκαιρία που έβρισκαν τα κουβέντιαζαν, τα χωράτευαν, τα συμβούλευαν και τα φίλευαν με ό,τι καλούδι έφτιαχναν στο σπίτι τους.
Στην ηλικία των έξι χρονών, ο Λεύκιος ανακάλυψε πως όλες οι ηλικιωμένες γυναίκες της γειτονιάς είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους και φύτεψαν μια μέρα σε κάποιο σημείο της αυλής τους από δέκα τριανταφυλλιές η κάθε μια, στις οποίες έδωσαν ονόματα των αρετών των ανθρώπων: Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Σεβασμός, Αγάπη, Ειλικρίνεια, Ελευθερία, Εργατικότητα, Τιμιότητα, Ευτυχία.
Όταν τα παιδιά έκαναν τις καθημερινές τους βόλτες και περνούσαν από τα σπίτια της γειτονιάς με τα ποδήλατά τους, τις άκουγαν πού και πού να συζητάνε και για τις τριανταφυλλιές τους, τις οποίες φρόντιζαν με περίσσια έγνοια.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε έναν από τους διαλόγους τους και χαμογέλασε νοσταλγικά.
Κα Γεωργία: Ελένη, Μόρφω, για δείτε την Εργατικότητά μου! Ψήλωσε πολύ φέτος και έκανε ένα σωρό κόκκινα τριαντάφυλλα. Θαρρώ πως είναι πιο όμορφη από ποτέ.
Κα Ελένη: Πόπο! Καλά λες, γειτόνισσα. Είναι χάρμα οφθαλμών.
Κα Μόρφω: Τα τριαντάφυλλά της είναι μεγαλύτερα από τα περσινά! Είναι εντυπωσιακά, Γεωργία!
Κα Ελένη: Και η Ειρήνη σου όμως δεν πάει πίσω. Για δες την πόσο ψήλωσε! Φέτος έκανε περισσότερα τριαντάφυλλα ή μου φαίνεται;
Κα Γεωργία: Έκανε, γειτόνισσά μου. Έκανε. Φέτος η ανθοφορία της είναι πλουσιότερη.
Κα Ελένη: Πόπο! Δια δες! Είναι πανέμορφα τα λευκά τριαντάφυλλά της! Κι αυτό το βαθύ πράσινο χρώμα των φύλλων της φανερώνει πως το φυτό χαίρει άκρας υγείας.
Κα Γεωργία: Σας ευχαριστώ πολύ και τις δύο για τα καλά σας λόγια, γειτόνισσές μου. Για πείτε μου, πότε θα έρθετε στο σπίτι μου να σας κεράσω γλυκό κουταλιού τριαντάφυλλο;
Κα Μόρφω: Ω! Το έφτιαξες κιόλας, Γιωργούλα; Και δε μου λες; Βγήκε υπέροχο και μυρωδάτο όπως την προηγούμενη φορά; Θυμάμαι πως είχε μια νοστιμιά πρώτο πράγμα!
Κα Γεωργία: Αμέ! Και ωραίο βγήκε και μυρωδάτο και πολύ νόστιμο, γειτόνισσά μου. Πήρα ροζ πέταλα από τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές μου, γι’ αυτό και βγήκε καλύτερο από πέρσι.
Κα Ελένη: Πόπο! Έχεις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές, γειτόνισσα;
Κα Γεωργία: Αμέ, Ελενίτσα μου! Μέσα στον δικό μου τριανταφυλλόκηπο έχω δύο μεγάλες ροζ εκατόφυλλες τριανταφυλλιές. Την Αλήθεια και την Αγάπη. Βρίσκονται στην άκρη του κήπου, πλάι στη Δικαιοσύνη, που έχει τα μεγάλα εντυπωσιακά πέταλα.
Κα Ελένη: Νομίζω πως είναι καιρός να φτιάξω κι εγώ το ροδομέλι. Να γεμίσω καμιά δεκαριά βαζάκια, να τα πάω σε συγγενείς και φίλους, που ξέρω πως τους αρέσουν πολύ. Να κεράσω κι εσάς, να μου βάλετε και βαθμό. Ελπίζω πως φέτος θα με βαθμολογήσετε τουλάχιστον με ένα οκτώ, φιλενάδες μου.
Κα Μόρφω: Χα, χα! Βάλε εσύ τα δυνατά σου, γειτόνισσα, και, πού ξέρεις, φέτος μπορεί και να σε βαθμολογήσουμε με ένα δεκαράκι.
Κα Ελένη: Πόπο! Τότε τρέχω να μαζέψω πέταλα από τις τριανταφυλλιές μου, τις χιλιοπλουμισμένες, να φτιάξω το ροδομέλι το θαυμαστό, να πάρω το δέκα το καλό!
Κα Γεωργία: Χα, χα! Από δω την πας την κουβέντα, από κει την πας, στα ποιητικά στιχάκια καταλήγεις πάντοτε, γειτόνισσα.
Καθώς ο Λεύκιος περνούσε από τη μια ανάμνηση στην άλλη, η ώρα σιγά σιγά πέρασε. Η θύμηση του παππού του, των παιδικών του φίλων και άλλων αγαπημένων του προσώπων έφερε ένα αίσθημα γαλήνης και ηρεμίας στην ψυχή του. Η δροσιά του απαλού αγέρα που φύσηξε ξαφνικά σκέπασε το κουρασμένο σώμα του κι αγάλι αγάλι σφάλισε τα μάτια του.
Ο δεκατετράχρονος αποκοιμήθηκε πάνω στον χαμηλό λόφο χωρίς να το καταλάβει, την ώρα που η κρύα χειμωνιάτικη νύχτα κατέβαινε στο ποτάμι.
3 «Ο ήλιος». Παραδοσιακό τραγούδι. ↩
4 Κώστας Βάρναλης, «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα». ↩