ΒΙΒΛΙΟ 2 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 02 — Η ΑΕΡΟΔΙΝΗ
Ο Λεύκιος περπατούσε κατά μήκος της λεωφόρου και κατευθυνόταν προς το σπίτι του θείου του. Στο μυαλό του τριγύριζε ένα ευχάριστο παιχνίδι με λέξεις, από εκείνα που έπαιζε συχνά μαζί με τους παιδικούς του φίλους, τον Πίτερ και τη Μαρία, τότε που ζούσε ακόμη στη γενέτειρά του.
Μαρία: Λεύκιε, Πίτερ, μόλις βρήκα ποια λέξη θα εξερευνήσουμε σήμερα! Να σας πω;
Λεύκιος: Για πες!
Πίτερ: Είναι κάτι που τρώγεται; Μήπως είναι κανένα παραδοσιακό καλούδι, από εκείνα τα νόστιμα που έφτιαξαν χθες η κυρία Μαρία και η κυρία Ελένη και μας κέρασαν;
Μαρία: Χα, χα! Εσένα το μυαλό σου είναι πάντα στο φαΐ. Λοιπόν. Όχι, δεν τρώγεται!
Πίτερ: Δεν τρώγεται; Τι κρίμα! Και μου είχε ανοίξει η όρεξη. Και ποια είναι αυτή η περιβόητη λέξη που θες να εξερευνήσουμε σήμερα αλλά δυστυχώς δεν τρώγεται;
Μαρία: Ο χρόνος!
Λεύκιος: Ο… χρόνος;
Πίτερ: Ο χρόνος;
Μαρία: Ναι. Ο χρόνος. Γιατί τόση έκπληξη, βρε παιδιά;
Λεύκιος: Πολύ καλά λοιπόν! Ο χρόνος.
Πίτερ: Ας ξεκινήσουμε.
Μαρία: Θα πω την πρώτη φράση. Όπως πάντα, αυτός που θα πει την τελευταία θα είναι ο νικητής. Σύμφωνοι;
Λεύκιος: Σύμφωνοι.
Πίτερ: Ας πάρουμε λοιπόν φόρα, φίλοι μου! Μαρία, κάνε εσύ την αρχή και συνεχίζουμε εμείς.
Μαρία: Ο χρόνος κυλά.
Λεύκιος: Ο χρόνος τρέχει.
Πίτερ: Ο χρόνος φεύγει.
Μαρία: Ο χρόνος απαλύνει τις πληγές.
Λεύκιος: Καλή χρονιά!
Πίτερ: Χρόνια πολλά!
Μαρία: Χα, χα! Και του χρόνου!
Λεύκιος: Τα χρόνια του πολέμου οι άνθρωποι πέρασαν πολύ δύσκολα.
Πίτερ: Οι πόλεμοι είναι χάσιμο χρόνου.
Μαρία: Η γιαγιά μου είναι ογδόντα χρονών.
Λεύκιος: Δηλαδή, έχει πολλά χρόνια στην πλάτη της.
Πίτερ: Σε τρία χρόνια τελειώνουμε το δημοτικό.
Μαρία: Χα, χα! Δηλαδή, όπου να ’ναι.
Λεύκιος: Χρόνου φείδου!
Πίτερ: Χρόνου φείδου; Τι σημαίνει αυτό;
Μαρία: Έχει κάποια σχέση με τα φίδια, Λεύκιε;
Λεύκιος: Όχι! Σημαίνει να μη σπαταλάμε τον χρόνο μας, αλλά να τον ξοδεύουμε με φειδώ, δηλαδή με σύνεση.
Πίτερ: Και γιατί πρέπει να το κάνουμε αυτό;
Λεύκιος: Επειδή, αν ξοδεύουμε τον χρόνο μας εκεί που δεν πρέπει, μετά θα έχουμε λίγο χρόνο για εκεί που πρέπει. Γι’ αυτό βάζουμε προτεραιότητες στη ζωή μας, για τις εργασίες που έχουμε να κάνουμε κάθε μέρα.
Πίτερ: Πόπο! Μπερδεύτηκα, φίλε.
Μαρία: Χα, χα! Κι εγώ μπερδεύτηκα. Δεν πειράζει όμως. Συνεχίζουμε.
Πίτερ: Είμαι εκτός τόπου και χρόνου.
Μαρία: Με τα χρόνια ωριμάζει ο άνθρωπος.
Λεύκιος: Χρόνο με τον χρόνο.
Πίτερ: Με πιέζει ο χρόνος.
Μαρία: Χα, χα! Τότε, κάνε τον χρόνο φίλο σου.
Λεύκιος: Ο χρόνος είναι η τέταρτη διάσταση σύμφωνα με τη θεωρία της σχετικότητας.
Πίτερ: Διάσταση; Θεωρία; Λεύκιε, πάλι δεν κατάλαβα τι εννοείς με αυτό που είπες.
Μαρία: Μήτε εγώ. Δεν πειράζει όμως. Συνεχίζουμε!
Πίτερ: Βρε παιδιά, δεν μπορώ να συνεχίσω. Ξέμεινα από φράσεις.
Μαρία: Ω! Κι εγώ!
Πίτερ: Ξέμεινες κι εσύ;
Μαρία: Πόπο! Ναι! Λεύκιε, μήπως εσύ γνωρίζεις κι άλλη φράση;
Λεύκιος: Θα προσπαθήσω να θυμηθώ ακόμα μία. Πόσα δευτερόλεπτα μου δίνετε;
Μαρία: Ω! Να και η αγωνία!
Πίτερ: Χα, χα! Μ’ αρέσει.
Μαρία: Ξεκινώ αντίστροφη μέτρηση, Λεύκιε. Δέκα, εννιά, οχτώ, εφτά…
Πίτερ: Έξι, πέντε, τέσσερα, τρία…
Λεύκιος: Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου.
Μαρία: Ω!
Πίτερ: Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου;
Λεύκιος: Ναι! Είναι μια φράση που περιέχει τη λέξη «χρόνος». Την άκουσα χθες στην τηλεόραση και μου κέντρισε το ενδιαφέρον.
Πίτερ: Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου λοιπόν. Μ’ αρέσει αυτή η φράση, Λεύκιε. Κρύβει ένα μυστήριο.
Μαρία: Λοιπόν! Νικητής σήμερα είναι ο Λεύκιος.
Πίτερ: Συγχαρητήρια, φίλε.
Μαρία: Κι από μένα, Λεύκιε.
Λεύκιος: Ευχαριστώ και κερνάω παγωτό. Πού θέλετε να πάμε;
Μαρία: Εγώ θέλω να πάμε στο μαγαζί της κυρίας Ελίφ να φάμε παγωτό ντοντουρμά.
Πίτερ: Κι εγώ! Το πεθύμησα πολύ! Την άλλη φορά, που θα είμαι εγώ ο νικητής… στα σίγουρα θα είμαι, παιδιά… χα, χα… να πάμε και στο κατάστημα του κυρίου Πανάγου και της κυρίας Αρσινόης. Φτιάχνουν υπέροχα σπιτικά παγωτά.
Ο Λεύκιος συνέχισε να περπατά κατά μήκος της λεωφόρου με τη σκέψη του βυθισμένη στις όμορφες αναμνήσεις, όταν είδε το λογοτεχνικό γλυκοπωλείο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Κοντοστάθηκε και το περιεργάστηκε για λίγο εξωτερικά.
Δύο συμμαθητές του που είχαν καθίσει πρόσφατα στο συγκεκριμένο μαγαζί τού είπαν πως είχαν εντυπωσιαστεί από τα καινούρια διακοσμητικά αντικείμενα που είχαν προστεθεί στον εσωτερικό του χώρο. Επρόκειτο για παλιά μουσικά όργανα, από τη λαϊκή παράδοση της χώρας. Ο επισκέπτης είχε τη δυνατότητα να τα θαυμάσει από κοντά και ν’ ακούσει τον ήχο που παρήγαγε το καθένα χρησιμοποιώντας έναν ηλεκτρονικό πίνακα.
Ο νεαρός που φάνηκε στην είσοδο του μαγαζιού έγνεψε στον Λεύκιο με το χέρι υψωμένο. Εκείνος υπέθεσε πως απευθυνόταν σε κάποιο άλλο άτομο, μα, όταν τον άκουσε να φωνάζει τ’ όνομά του, κοντοστάθηκε και τον κοίταξε παραξενεμένος.
— Λεύκιε, πέρνα απέναντι. Είμαστε όλη η παρέα εδώ. Σου χρωστάμε κέρασμα, φίλε! τον άκουσε να φωνάζει, καθώς του έγνεφε με το χέρι του να κάνει γρήγορα.
Δύο κορίτσια φάνηκαν εκείνη τη στιγμή στην είσοδο του γλυκοπωλείου. Ο Λεύκιος αναγνώρισε το ένα, και τότε θυμήθηκε πως οι τρεις νεαροί πήγαιναν στο σχολείο του, αλλά σε μικρότερη τάξη. Τρεις περίπου μήνες πριν, τους είχε ανατεθεί μια εργασία στο μάθημα της ιστορίας, και ο Λεύκιος τους είχε βοηθήσει να την ολοκληρώσουν λύνοντάς τους ορισμένες απορίες. Στη συνέχεια, συμμετείχαν με την εργασία τους σε ενδοσχολικό διαγωνισμό και βραβεύτηκαν.
Ο Λεύκιος διέσχισε προσεκτικά τη λεωφόρο και πέρασε απέναντι. Ο Παύλος, η Αυγή και η Λουκία, που τον περίμεναν στην είσοδο του μαγαζιού, χάρηκαν πολύ που τον έβλεπαν ξανά, μετά από αρκετές ημέρες. Τους χαιρέτησε και τους συγχάρηκε για το βραβείο τους.
Αντάλλαξαν ορισμένες κουβέντες και ύστερα πήγαν και κάθισαν όλοι μαζί σ’ ένα από τα τραπέζια που βρίσκονταν δίπλα στα παραδοσιακά όργανα. Αφού παρήγγειλε ο καθένας το ρόφημα της αρεσκείας του, άρχισαν να συζητούν ευχάριστα για διάφορα θέματα.
Όπως σε κάθε λογοτεχνικό γλυκοπωλείο, έτσι και σε αυτό οι πελάτες μπορούσαν εκτός από το ρόφημά τους ν’ απολαύσουν κι ένα κείμενο λιγοστών σελίδων που ήταν τοποθετημένο στο κέντρο του τραπεζιού και προερχόταν από την παγκόσμια γραπτή ή προφορική λογοτεχνία. Τα κείμενα αυτά αποτελούσαν πλέον ένα είδος ψυχικής τροφής για τους θαμώνες του μαγαζιού.
Η Αυγή πήρε στα χέρια της τις σελίδες και τις φυλλομέτρησε μ’ ενδιαφέρον.
— Είμαι περίεργη να μάθω πού θα μας ταξιδέψει το σημερινό κείμενο. Από ποιο βασίλειο άραγε θα μας φτάσει αυτή τη φορά το καλό μήνυμα; αναρωτήθηκε σιγανά, κι έκανε να ρίξει μια βαθύτερη ματιά στην πρώτη σελίδα.
— Ας βάλουμε στοίχημα! πρότεινε η Λουκία, και το βλέμμα της έλαμψε από ενθουσιασμό.
— Καλή ιδέα! είπε η Αυγή κι ευθύς απέστρεψε το κεφάλι της από το κείμενο.
Ο Παύλος και ο Λεύκιος χαμογέλασαν και συμφώνησαν μ’ ένα νεύμα.
— Στη συγκεκριμένη ιστορία λοιπόν εγώ νομίζω πως το καλό μήνυμα θα μας φτάσει από το φυτικό βασίλειο, είπε η Αυγή. Ίσως από ένα αιωνόβιο δέντρο ή από ένα σπάνιο λουλούδι.
— Εγώ νομίζω πως θα μας έρθει από το ζωικό βασίλειο. Είναι πιθανόν το καλό μήνυμα να προέλθει από ένα ελάφι ή από έναν αετό, είπε η Λουκία.
— Εγώ διαλέγω το θαλάσσιο βασίλειο, είπε ο Παύλος. Το καλό μήνυμα ίσως μας έρθει από ένα δελφίνι ή ένα θεόρατο κύμα.
— Εγώ διαλέγω το ουράνιο βασίλειο, είπε ο Λεύκιος. Ίσως το καλό μήνυμα να έρθει από ένα πεφταστέρι, ή από ένα σπάνιο καιρικό φαινόμενο.
— Ο νικητής θα έχει κερασμένο γλυκό από τους υπόλοιπους για έναν χρόνο όταν συναντιόμαστε οι τέσσερίς μας σε αυτό εδώ το λογοτεχνικό γλυκοπωλείο! Σύμφωνοι;
— Σύμφωνοι! Να προγραμματίσουμε όμως από τώρα την επόμενη συνάντησή μας, πρότεινε η Λουκία κοιτώντας τους επίμονα.
— Ναι! Να μη χαθούμε, βρε παιδιά! συμφώνησε η Αυγή.
— Χα, χα! Μόλις τώρα πέρασε ξυστά από το μυαλό μου μια ταινία που είδα παλιά στο σινεμά, είπε ο Παύλος. Η συνάντηση που είχε προγραμματιστεί από τα μέλη μιας τετραμελούς παρέας τελικά πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση πολλών χρονών, εξαιτίας της αναπάντεχης τροπής που είχαν πάρει τα πράγματα στη ζωή του ενός από τους τέσσερις φίλους.
— Αυτά, Παύλο, συμβαίνουν μόνο στις ταινίες και στα παραμύθια, τον πείραξε η Αυγή και χαμογέλασε καλοσυνάτα.
— Ας μην αφήσουμε όμως την ημερομηνία της επόμενης συνάντησής μας να αιωρείται. Ας την ορίσουμε, ξανάπε η Λουκία.
— Ναι, βρε παιδιά. Ας ορίσουμε μια ημερομηνία. Να την καταχωρίσουμε και στα κινητά μας τηλέφωνα για να λάβουμε υπενθύμιση, μην τυχόν και το ξεχάσουμε, επέμεινε και η Αυγή.
— Όχι άλλες υπενθυμίσεις στο κινητό! αντέδρασε ο Παύλος. Έχω τόσο πολλές… και παρατήρησα πως το τελευταίο διάστημα μου προκαλούν άγχος, βρε παιδιά.
— Έχω μια ιδέα! είπε τότε η Λουκία, και χωρίς να χάσει χρόνο πήρε τέσσερις χαρτοπετσέτες από εκείνες τις λευκές που ήταν τοποθετημένες στο κέντρο του τραπεζιού.
Αμέσως άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα ένα στιλό. Σχεδίασε πάνω στην κάθε χαρτοπετσέτα μια φιγούρα με χαρούμενο ύφος και τις έβαλε να στέκονται η μια πίσω από την άλλη, σαν να παρήλαυναν.
— Ορίστε! τους είπε δύο περίπου λεπτά μετά κι έδωσε στον καθένα από μία χαρτοπετσέτα.
Ο Λεύκιος, η Αυγή και ο Παύλος χαμογέλασαν πλατιά μόλις αντίκρισαν τα χαριτωμένα σκίτσα.
— Σας ακούω λοιπόν! Ποια θα είναι η ημερομηνία της επόμενης συνάντησής μας; τους ρώτησε η Λουκία και πήρε ξανά το στιλό στα χέρια της.
Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι.
— Τι λέτε για την τελευταία μέρα του επόμενου μήνα; πρότεινε ο Λεύκιος.
Πρώτος συμφώνησε ο Παύλος, και στη συνέχεια έκαναν το ίδιο και τα δύο κορίτσια.
— Θα συναντηθούμε λοιπόν ξανά σε αυτό εδώ το μαγαζί την τελευταία μέρα του επόμενου μήνα, επανέλαβε η Λουκία και τους ζήτησε να της επιστρέψουν τις χαρτοπετσέτες. Έγραψε την ημερομηνία στο πίσω μέρος τους και τους τις έδωσε ξανά. Θα τοποθετήσετε τη χαρτοπετσέτα μέσα στο συρτάρι που βάζετε τις κάλτσες σας, για να μην ξεχάσετε την επόμενη συνάντησή μας, τους είπε χαμογελώντας.
— Χα, χα! Θα έχει πλάκα! είπε ο Παύλος καθώς κοιτούσε χαμογελαστός τις τέσσερις χαριτωμένες φιγούρες.
— Χα, χα! Θα μου φτιάχνει το κέφι κάθε πρωί, είπε η Αυγή.
Παύλος: Για δες εδώ, Λεύκιε. Αυτός ο ηλεκτρονικός πίνακας έχει πληροφορίες για διάφορα παραδοσιακά όργανα της πατρίδας μας. Προτού έρθεις, επιλέξαμε ορισμένα και μάθαμε αρκετές πληροφορίες γι’ αυτά. Αυτό εδώ λέγεται «πιθκιαύλι», και αυτή είναι η «ταμπουτσιά». Παλιότερα, ήταν τα κύρια όργανα διασκέδασης των κατοίκων της χώρας μας στις γιορτές και στα γλέντια που έκαναν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Αυγή: Το πιθκιαύλι θεωρείται ποιμενικό όργανο και στα παλιά χρόνια ο κάθε βοσκός έφτιαχνε το δικό του χρησιμοποιώντας καλάμια, τα οποία έβρισκε στις όχθες των ποταμών και των λιμνών. Ο γλυκός ήχος του πιθκιαυλιού ήταν η συντροφιά τους όταν διέσχιζαν καθημερινά με το κοπάδι τους τα βουνά και τους κάμπους. Με το πιθκιαύλι, οι βοσκοί εκτελούσαν δημοτικά τραγούδια, μοιρολόγια, γαμήλιους σκοπούς και σε αρκετές περιπτώσεις αυτοσχεδίαζαν.
Λουκία: Ω! Τους συγκεκριμένους αυτοσχεδιασμούς τούς αποκαλούσαν «ταξίμια»! Θυμάμαι τον παππού μου που έβγαινε τα κυριακάτικα απογεύματα στην αυλή του σπιτιού του, στο χωριό, κι έπαιζε το πιθκιαύλι. Καθόταν πάντοτε στην ίδια θέση, στον ίσκιο της μεγάλης κληματαριάς, και ατένιζε τα δεντροσκέπαστα βουνά που βρίσκονταν απέναντι, στο βάθος. Έπαιζε γνωστά παραδοσιακά τραγούδια και μελωδίες, μα τις περισσότερες φορές καταπιανόταν με τα ταξίμια. Όλες οι εκτελέσεις του ήταν εντυπωσιακές. Μαζευόμασταν γύρω του τα εγγόνια και τα δισέγγονά του και τον ακούγαμε με μεγάλη ευχαρίστηση. Από τη νοσταλγία που φαινόταν στο βλέμμα του παππού μου καταλάβαινα πως τις ώρες που έπαιζε το πιθκιαύλι οι σκέψεις του ανέτρεχαν σε παλαιότερες εποχές, τότε που μπορούσε ακόμη να καλλιεργεί τα χωράφια του και να φροντίζει το μεγάλο κοπάδι με τα πρόβατά του.
Ο Λεύκιος, η Αυγή και ο Παύλος άκουγαν μ’ ενδιαφέρον την αφήγηση της Λουκίας και κάθε τόσο κουνούσαν το κεφάλι τους με κατανόηση.
Παύλος: Η ταμπουτσιά ήταν ένα οικιακό σκεύος από δέρμα που χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους για να μεταφέρουν αγαθά. Ήταν ό,τι έπρεπε για κρουστό όργανο.
Λεύκιος: Εδώ γράφει πως μετά το πιθκιαύλι και την ταμπουτσιά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν το «βιολί» και το «λαούτο».
Αυγή: Και μετά πρόσθεσαν και τον «ταμπουρά» και το «σαντούρι».
Οι τέσσερις νεαροί έμειναν να κοιτάζουν εξεταστικά και μ’ ενδιαφέρον τα παλιά μουσικά όργανα.
— Βρε παιδιά! Έχω μια ιδέα! Πλάστε λίγο με τη φαντασία σας μικρά τεμάχια καλλιεργημένης γης! είπε άξαφνα ο Παύλος, κοιτώντας τους άλλους με παιχνιδιάρικο ύφος.
Ο Λεύκιος, η Λουκία και η Αυγή ανασήκωσαν τα φρύδια τους παραξενεμένοι, μα το ενθουσιώδες κι επίμονο βλέμμα του Παύλου τούς έκανε τελικά ν’ ακολουθήσουν την ιδέα του χωρίς να το πολυσκεφτούν.
Αυγή: Εγώ μόλις τώρα δα έπλασα με τη φαντασία μου τέσσερα τεμάχια γης. Τα δύο από αυτά τα γέμισα ελαιόδεντρα. Τώρα είμαι κι εγώ μεγαλοκτηματίας! Χα, χα! Άνοιξε η τύχη μου, φίλοι μου!
Οι υπόλοιποι ευθύς γέλασαν.
Αυγή: Έχω ακόμη να σας πω ότι το μεγαλύτερο σε ηλικία ελαιόδεντρο της χώρας μας βρίσκεται στο χωριό απ’ όπου κατάγονται οι γονείς μου. Έχει μια πολύ μεγάλη κουφάλα, που χωράει ίσα με δεκαοκτώ ανθρώπους!
Λουκία: Πόπο! Εντυπωσιακό! Εγώ έπλασα με τη φαντασία μου έξι περιβόλια. Τα τρία από αυτά τα γέμισα μηλιές. Το χωριό του πατέρα μου φημίζεται για τα νόστιμα μήλα του. Κάθε χρόνο γίνεται εκεί ένα φεστιβάλ στο οποίο μπορεί κανείς να δοκιμάσει εκλεκτά εδέσματα με μήλο, όπως είναι ο μηλουζές. Τ’ άλλα τρία περιβόλια που έπλασα με τη φαντασία μου τα γέμισα χρυσομηλιές. Αυτά τα φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα είναι ένα φυσικό στολίδι για τη γενέτειρα της μητέρας μου.
Παύλος: Εγώ στα μισά αγροτεμάχια που έπλασα με τη φαντασία μου φύτεψα χαρουπιές! Το χωριό απ’ όπου κατάγεται η μητέρα μου είναι ο κύριος παραγωγός χαρουπιών της πατρίδας μας, και φημίζεται για το παραδοσιακό γλυκό «παστέλι» του, το οποίο παρασκευάζεται από χαρουπόμελο. Στα υπόλοιπα φύτεψα δαμασκηνιές. Η παραλιακή πόλη απ’ όπου κατάγεται ο πατέρας μου είναι γνωστή για τα εύγευστα δαμάσκηνά της, ένα μέρος των οποίων αποξηραίνεται και γίνεται εκλεκτό έδεσμα.
Λεύκιος: Εγώ στα μισά τεμάχια γης που έπλασα με τη φαντασία μου φύτεψα εσπεριδοειδή! Η γενέτειρα της μητέρας μου φημιζόταν για τα μεγάλα περιβόλια με τις πανέμορφες πορτοκαλιές, τις μανταρινιές και τις λεμονιές. Στ’ άλλα μισά φύτεψα ροδιές. Το παραλιακό χωριό από το οποίο κατάγεται ο πατέρας μου φημίζεται για τα ζουμερά ρόδια του. Πολλοί κάτοικοι τα χρησιμοποιούσαν για καλλωπιστικούς σκοπούς, καθώς επίσης και για να παρασκευάζουν δροσιστικά ποτά και σιρόπια.
Λουκία: Ω! Μ’ αρέσουν πολύ τα ρόδια! Συμβολίζουν τον ερχομό της άνοιξης.
Αυγή: Συμβολίζουν και τη ζωή και την υγεία και την καλή τύχη και την ευτυχία και πολλά άλλα. «Σπάνε τα ρόδια στη ροδιά και πέφτουν γέλια στο ποτάμι», λέει ο ποιητής.
Λεύκιος: Γνωρίζετε πώς έλεγαν το ρόδι στα παλιά χρόνια;
Λουκία: Εγώ… δεν γνωρίζω.
Αυγή: Μήτε εγώ.
Παύλος: Βρε παιδιά, δώστε μου σημασία! Η ιδέα μου έχει και συνέχεια. Ακούστε τη. Να τοποθετήσουμε σε κάθε τεμάχιο γης έναν βοσκό με το κοπάδι του, ο οποίος θα κρατάει στα χέρια του ένα πιθκιαύλι.
Οι υπόλοιποι χαμογέλασαν και το βλέμμα τους έλαμψε από έκπληξη. Ήταν ολοφάνερο πως η διάθεση της μικρής παρέας ολοένα και ανέβαινε.
Λουκία: Τι περιπέτεια κι αυτή!
Λεύκιος: Ο κάθε βοσκός να καθίσει πάνω σε μια δόμη για να ξαποστάσει.
Παύλος: Χα, χα! Τώρα αμέσως!
Αυγή: Τι είναι η δόμη;
Λεύκιος: Η δόμη είναι ένας μικρός τοίχος τον οποίο έχτιζαν παλιά οι άνθρωποι γύρω από τα χωράφια και τα περιβόλια τους, στα ημιορεινά και ορεινά μέρη, μα και στις απότομες πλαγιές. Η δόμη χτιζόταν με πέτρες ακανόνιστου μεγέθους, συνήθως χωρίς πηλό ή άλλο συνδετικό υλικό.
Αυγή: Δηλαδή, η δόμη ήταν το σύνορο μεταξύ των χωραφιών και των περιβολιών;
Λεύκιος: Ναι! Ήταν και σύνορο και φράχτης.
Παύλος: Για πείτε μου. Οι βοσκοί κρατάνε τα πιθκιαύλια τους και ξαποσταίνουν καθιστοί πάνω στις δόμες;
Όλοι κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους και χαμογέλασαν.
Λουκία: Όσο πάει και καλυτερεύει η φανταστική περιπέτεια! Χα, χα!
Ο Παύλος άπλωσε το χέρι του προς τον ηλεκτρονικό πίνακα που βρισκόταν δίπλα στα παραδοσιακά μουσικά όργανα.
Παύλος: Οι βοσκοί που βρίσκονται μέσα στα τεμάχια γης της φαντασίας μας θ’ αρχίσουν τώρα να παίζουν όλοι τους την ίδια μουσική μελωδία στο πιθκιαύλι.
Ο ξεχωριστός ήχος του πιθκιαυλιού άρχισε ν’ αντηχεί ολόγυρα μόλις ο Παύλος πίεσε τον διακόπτη. Η Αυγή, έκπληκτη, χειροκρότησε δύο φορές.
— Η μελωδία αντηχεί στους κάμπους και στις ρεματιές της φαντασίας μου! είπε η Λουκία, και το βλέμμα της έλαμψε περισσότερο.
— Τα πουλιά ξεθάρρεψαν και πεταρίζουν χαρούμενα κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων! είπε η Αυγή, και φωτίστηκε και το δικό της βλέμμα από ενθουσιασμό.
— Τα ζώα που ζουν στο βουνό βγήκαν από τις φωλιές τους! Βλέπω τ’ αγρινά, τα ελάφια και τις αλεπούδες να περπατούν ανάμεσα στα δέντρα και την άγρια βλάστηση, πρόσθεσε ο Λεύκιος.
Τα χαμόγελα των τεσσάρων νεαρών έφτασαν μέχρι τ’ αυτιά τους. Εκείνη την ώρα, το πιθκιαύλι συνόδευε ένα αγαπημένο παραδοσιακό τραγούδι.
Μέσα στη φαντασία τους λοιπόν, και οι τέσσερις είχαν την ίδια εικόνα. Τη γέμισαν με κάμποσα περιβόλια, κατάμεστα από ελαιόδεντρα, μηλιές, πορτοκαλιές, χαρουπιές, δαμασκηνιές, χρυσομηλιές και ροδιές, κι έβαλαν τους βοσκούς να εκτελούν στο πιθκιαύλι τους την ίδια μελωδία. Τα πουλιά είχαν ξεθαρρέψει και πετούσαν πέρα δώθε ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων και από το ένα κλαδί στο άλλο, ενώ τα ζώα του βουνού έβγαιναν ένα ένα από τις φωλιές τους. Η πλάση ζούσε μια ξεχωριστή γιορτή και η φύση αγαλλίαζε. Ο καλός παλιός καιρός που περνούσε από τη φαντασία των τεσσάρων νεαρών γέμιζε τον εσωτερικό τους κόσμο με πρωτόγνωρα συναισθήματα και τη μνήμη τους με πολύτιμες εικόνες παρμένες από άλλες εποχές.
Κι ενώ όλα κυλούσαν ευχάριστα στον ζεστό χώρο του γραφικού μαγαζιού, με τον γλυκό ήχο του πιθκιαυλιού να συνοδεύει τα παραδοσιακά τραγούδια, ένα απροσδόκητο γεγονός έφερε τα πάνω κάτω.
Παύλος: Αμάν! Ένας ανεμοστρόβιλος έρχεται κατά δω! Θα κάνει την εμφάνισή του στον ουρανό μας μέσα στα επόμενα λεπτά! είπε, και τα μάτια του άστραψαν από αγωνία.
Ο Λεύκιος στράφηκε ανήσυχος προς το κοντιννότερο παράθυρο του μαγαζιού και περιεργάστηκε τον ουρανό. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα το ύφος του σοβάρεψε και η καρδιά του χτύπησε γρηγορότερα.
Η Λουκία και η Αυγή ταράχτηκαν περισσότερο. Σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και προχώρησαν βιαστικά προς τα μεγάλα παράθυρα που βρίσκονταν στη βόρεια πλευρά του μαγαζιού. Σήκωσαν ψηλά τα κεφάλια τους και τα έστρεφαν μια δεξιά και μια αριστερά, αναμένοντας να δουν τα πρώτα σημάδια άφιξης της αεροδίνης.
Παύλος: Ηρεμήστε, βρε παιδιά! Ο ανεμοστρόβιλος θα…
Λουκία: Μα πώς να ηρεμήσουμε, Παύλο; Δεν περνάει κάθε μέρα ανεμοστρόβιλος από την πόλη μας.
Αυγή: Ποιο ειδησεογραφικό πρακτορείο ανακοίνωσε την είδηση;
Η αγωνία της είχε κορυφωθεί. Κρατούσε στα χέρια το κινητό της τηλέφωνο και προσπαθούσε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για το αναπάντεχο καιρικό φαινόμενο που επρόκειτο να χτυπήσει σύντομα την πόλη.
Λεύκιος: Ας ελπίσουμε πως δεν θα προκαλέσει σημαντικές ζημιές.
Λουκία: Και τι ταχύτητα λέτε να έχει o ανεμοστρόβιλος;
Αυγή: Πάντως, ο τελευταίος που χτύπησε την πόλη μας, πριν από δύο περίπου χρόνια, προκάλεσε μεγάλες ζημιές σε κτίρια και σε αυτοκίνητα.
Παύλος: Ηρεμήστε, βρε παιδιά! Ο ανεμοστρόβιλος θα περάσει από…
Λουκία: Είχαμε και διακοπή ρεύματος. Δεν είχαμε ηλεκτρισμό στα σπίτια μας για τρεις ολόκληρες μέρες! Μεγάλη ταλαιπωρία.
Παύλος: Περνάει τώρα! Να τος!
Ο Λεύκιος, η Αυγή και η Λουκία παρέμειναν ασάλευτοι, κοκαλωμένοι! Κοιτώντας τους, θα έλεγε κανείς πως μόλις που ανέπνεαν.
Παύλος: Αυτή τη στιγμή ο ανεμοστρόβιλος περνάει πάνω από τις χαρουπιές και τις μηλιές και κατευθύνεται προς τις ροδιές και τις δαμασκηνιές! Έχει ήδη ξεριζώσει δύο πορτοκαλιές και τρεις χρυσομηλιές! Γρήγορα! Στείλτε τους βοσκούς να κρυφτούν μέσα στη σπηλιά που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού, μην τυχόν και σηκώσει κάποιον από αυτούς η αεροδίνη και τον γυρεύουμε. Δείξτε καλοσύνη, παιδιά. Μην ξεχάσετε να μαζέψετε και τα κοπάδια. Πρέπει να τα οδηγήσετε κι αυτά σε ασφαλές μέρος. Προσέξτε να μη σας ξεφύγει κανένα αρνάκι ή κανένα κατσικάκι.
Ο Παύλος άρχισε ξαφνικά να γελάει σιγανά και ύστερα έσκασε στα γέλια και χειροκρότησε ενθουσιασμένος.
Ο Λεύκιος, η Λουκία και η Αυγή στράφηκαν αμέσως προς το μέρος του και έμειναν να τον κοιτάζουν σαστισμένοι. Μετά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μόλις συνειδητοποίησαν τι ακριβώς είχε συμβεί, έβαλαν κι αυτοί τα γέλια.
— Ο ανεμοστρόβιλος θα περνούσε από τον ουρανό της φαντασίας μας και όχι από τον πραγματικό ουρανό, βρε παιδιά. Αυτό προσπαθούσα να σας πω τόση ώρα, μα δεν με αφήσατε, δικαιολογήθηκε ο Παύλος μέσα στα γέλια του.
Ο γλυκός ήχος του πιθκιαυλιού που αντηχούσε ακόμη από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του γλυκοπωλείου συνόδευε ένα όμορφο παραδοσιακό τραγούδι:
Ψηντρή βασιλικιά μου
και μαντζουράνα μου
εσύ θα με χωρίσεις
από τη μάνα μου.
Έβκα στο παραθύρι
κόρη το γυάλλενον
να δω το πρόσωπό σου
το σιμιγδάλενον2
2 «Ψηντρή βασιλικιά μου». Παραδοσιακό τραγούδι. ↩
Λουκία: Τις χαρτοπετσέτες να θυμηθείτε να τις βάλετε μέσα στο συρτάρι που φυλάτε τις κάλτσες σας.
Όλοι συμφώνησαν μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού και χαμογέλασαν ξέγνοιαστα ενώ έφευγαν από το μαγαζί, μισή περίπου ώρα αργότερα.
Αυγή: Χα, χα! Μια χαρτοπετσέτα θα μου θυμίζει κάθε πρωί την πλάκα που μας έκανες Παύλο, και θα μου φτιάχνει τη διάθεση.
Λουκία: Ο Παύλος τρελαίνεται για πλάκες.
Παύλος: Βρε παιδιά, πώς λέγεται αυτός που κάνει συχνά πλάκες; Ξέρει κανείς να μου πει;
Αυγή: Και το ρόδι. Πώς συνήθιζαν να το λένε στα παλιά τα χρόνια;
Παύλος: Αυτός που κάνει συχνά γκάφες λέγεται «ρόα».
Λεύκιος: Χα, χα! Και στα παλιά τα χρόνια το ρόδι αποκαλούνταν «πλακατζής».
Αυγή: Χα, χα! Είστε απίστευτοι και οι δυο σας!
Λουκία: Ώστε... το ρόδι λεγόταν «ρόα».
Λεύκιος: Και η ροδιά λεγόταν «ρόα».
Αυγή: Και ο Παύλος είναι ένας πλακατζής.
Παύλος: Χα, χα! Ναι, το παραδέχομαι. Είμαι πλακατζής, αλλά πρέπει κι εσείς να παραδεχτείτε πως οι πλάκες μου είναι διασκεδαστικές.
Αυγή: Χα, χα! Είναι και διασκεδαστικές και θαυμαστές.
Παύλος: Θαυμαστό είναι και το γλυκό του κουταλιού ρόδι που φτιάχνουν η μητέρα και η γιαγιά μου. Τις προάλλες έφαγα μόνος μου ένα ολόκληρο βαζάκι.
Λουκία: Πόπο! Το έφαγες όλο, βρε Παύλο;
Παύλος: Αμέ!
Λουκία: Και δεν πόνεσε το στομάχι σου;
Παύλος: Αμέ! Όμως δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ.
Αυγή: Χα, χα! Μόλις παραδέχτηκες πως είσαι λαίμαργος.
Λουκία: Ναι, μόλις το έκανε. Χα, χα!
Παύλος: Είναι γενναίοι αυτοί που παραδέχονται τις αδυναμίες τους και προσπαθούν να τις αντιμετωπίσουν και να τις ξεπεράσουν, βρε παιδιά.
Λουκία: Σωστά. Είναι και θαρραλέοι.
Λεύκιος: Συμφωνώ.
Αυγή: Κι εγώ.
Παύλος: Παραδέχομαι λοιπόν πως είμαι ένας ψηλός, καστανομάλλης και γενναίος λαίμαργος που προσπαθεί να αντιμετωπίσει το ντουλάπι του σπιτιού στο οποίο φυλάει η μητέρα του τα γλυκά του κουταλιού, τον σουτζούκο, το παστελάκι…
Αυγή: Χα, χα! Πήρε φόρα και δεν σταματά ο ψηλός, καστανομάλλης και γενναίος λαίμαργος.
Λεύκιος: Χα, χα!
Παύλος: …τα λουκούμια, τα κουλουράκια, τις καρδόπιτες, τα…
Λουκία: Πόπο! Πρέπει να είναι πολύ μεγάλο αυτό το ντουλάπι!
Αυγή: Χα, χα!