← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΕΙΡΗΝΙΚΟΙ ΑΝΕΜΟΙ

Συγγραφέας: Kλεοπάτρα Γιασεμή

Τίτλος βιβλίου: Μια φορά κι έναν ανήσυχο καιρό

Υπότιτλος: #2. Ο Χρόνος

ISSN: 2672-8796

ISBN: 978-9925-7977-1-4

Λογοτεχνία (από 12 ετών)

Το έργο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τυχόν ομοιότητες με πρόσωπα ή γεγονότα είναι συμπτωματικές.

Όλα τα δικαιώματα επιφυλάσσονται.


Οι πρωτοπόροι

Αγγελιαφόρος:

Αρετές!

Όπως γνωρίζετε, οι Αθάνατοι Ειρηνικοί Αναγεννητές, που ενανθρωπίστηκαν, θα εφαρμόσουν τα ειρηνικά σχέδιά τους για ν’ αποκαταστήσουν και να εδραιώσουν την ειρήνη στη Γη. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Πρώτος Αναγεννητής, ο οποίος μπορεί να πραγματοποιεί πρωτοφανείς ανατροπές πάνω στους πλανήτες.

Σας υπενθυμίζω τα εξής:

Όταν οι Αθάνατοι αποκτούν υλική, ανθρώπινη υπόσταση, χάνουν ένα μέρος της μνήμης τους, με αποτέλεσμα να γίνονται ευάλωτοι σε ορισμένα στοιχεία που διαμορφώνουν τη ζωή πάνω στη Γη.

Η μνήμη του Πρώτου Αναγεννητή φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη του Χρόνου. Όταν ανακτήσει πλήρως τη χαμένη μνήμη του, θα λάβει την Αρχέγονη Γνώση και θ’ αποκτήσει την Υπέρτατη Ισχύ. Τότε, θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αναγεννητές και θα καταστούν ακατανίκητοι στις μάχες τους για την επικράτηση της ειρήνης στη Γη.

Μέχρι οι Αθάνατοι Ειρηνικοί Αναγεννητές ν’ ανακτήσουν πλήρως τη μνήμη τους και να ξεκινήσουν το βαρυσήμαντο έργο τους, οι φωτεινοί Πρωτοπόροι θ’ ανακαλύπτουν τα σχέδια των σκιών και θα μας τα γνωστοποιούν, έτσι ώστε να τα αποτρέψουμε.

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες μας, οι Σκιές εφάρμοσαν στο μακρινό παρελθόν το Σχέδιο της Διχόνοιας πάνω στη Γη, κι έκτοτε η ανθρωπότητα οδηγείται σε αλλεπάλληλες εχθροπραξίες, εμφύλιες διαμάχες και πολέμους.

Αρετές!

Συνεχίστε να προστατεύετε τη ζωή και ό,τι άλλο αιώνιο και πολύτιμο αναπτύχθηκε και διαφυλάχθηκε από τους ανθρώπους μέσα στους αιώνες! Εισχωρήστε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, για να τους διαφωτίσετε και να τους αναγεννήσετε με το ισχυρό φως της γνώσης σας. Φανερώστε τους τις αιώνιες αλήθειες κι ελευθερώστε τις συνειδήσεις τους από την απατηλή γνώση που τους δίνουν οι Σκιές και οι σύμμαχοί τους, για να τους απομακρύνουν από την ασφαλή προκοπή και την αληθινή ευτυχία. Αφυπνίστε τις καλές επιθυμίες και τις καθάριες εμπνεύσεις τους και αγωνιστείτε σθεναρά για να οξύνετε την κριτική τους σκέψη.


Ο Λεύκιος ξύπνησε απότομα και ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Όνειρο ήταν! συλλογίστηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει. Θα με πήρε ο ύπνος καθώς μελετούσα, συμπέρανε, και σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο πάνω στο οποίο κοιμόταν τόση ώρα. Στ’ αυτιά του αντηχούσαν ακόμη ορισμένα λόγια από το όνειρο που είχε δει:

Η μνήμη του Πρώτου Αναγεννητή φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη του Χρόνου… Συνεχίστε να προστατεύετε τη ζωή και ό,τι άλλο αιώνιο και πολύτιμο αναπτύχθηκε και διαφυλάχθηκε από τους ανθρώπους μέσα στους αιώνες!

Ο Λεύκιος σούφρωσε τα φρύδια του παραξενεμένος. Το έχω ξαναδεί αυτό το όνειρο, σκέφτηκε και άπλωσε το χέρι του για να πιάσει το μικρό ημερολόγιο που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο, πλάι στο κρεβάτι του.

Σήμερα είναι Τετάρτη. Μόλις τελειώσω τα μαθήματά μου και τις δουλειές που έχω να κάνω στο σπίτι, θα πάω στο ζαχαροπλαστείο του κυρίου Αργυρού και της κυρίας Βερόνικας, είπε από μέσα του. Ευθύς αναθάρρεψε και η καρδιά του σκίρτησε από χαρά.

Άρχισε να μελετά με όρεξη. Μία περίπου ώρα αργότερα τακτοποίησε τα βιβλία και τα τετράδιά του μέσα στη σχολική του τσάντα και συγύρισε το υπνοδωμάτιό του. Έπειτα κατέβηκε στην κουζίνα, έπλυνε τα πιατικά κι έβγαλε έξω τα σκουπίδια, για να τα πάρει το απορριμματοφόρο. Στις τέσσερις η ώρα πήρε το σακίδιό του κι έφυγε από το σπίτι.

Διέσχισε το φυσικό πάρκο της περιοχής, πέρασε από τα μαγαζιά της μεγάλης πλατείας και βγήκε στη λεωφόρο. Όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα, τα παλιά διατηρητέα κτίρια που βρίσκονταν κατά μήκος της, δεξιά και αριστερά, του προκάλεσαν θαυμασμό. Τα κοιτούσε εξεταστικά καθώς περπατούσε, και κάθε τόσο επιβράδυνε το βήμα του και προσηλωνόταν σε ορισμένα χαρακτηριστικά τους που του κέντριζαν το ενδιαφέρον.

Όταν οι αποχρώσεις του κίτρινου και του κόκκινου φάνηκαν στον ουρανό του δειλινού, κάνοντάς τον να μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής, ο δεκατετράχρονος Λεύκιος έφτασε στον προορισμό του.

Η κυρία Βερόνικα και ο κύριος Αργυρός τον καλοδέχτηκαν. Μόλις τον είδαν, χαμογέλασαν πλατιά και πήγαν κοντά του.

— Καλωσόρισες, παιδί μου! Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω. Πέρασε κιόλας μισός μήνας από την τελευταία φορά που μας ξαναήρθες, του είπε καλοσυνάτα η κυρία Βερόνικα και τον έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της στοργικά.

Ο ζαχαροπλάστης τον κοίταξε με περηφάνια και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.

— Για δες που πάλι πήρες μπόι, παλικάρι μου! Όλο ψηλώνεις κι όλο δυναμώνεις εσύ! Μπράβο! Χαίρομαι πολύ για σένα.

— Μεγάλη τύχη θα το βρει το παιδί, Αργυρέ. Θα προκόψει και θα ευτυχήσει στη ζωή του, είπε χαμογελώντας η κυρία Βερόνικα, και το βλέμμα της φωτίστηκε από ελπίδα.

— Το ξέρω, βασίλισσά μου, μα καλά κάνεις και μου το υπενθυμίζεις. Έλα, κάθισε, Λεύκιε, να ξαποστάσεις, να μας πεις τα νέα σου, παιδί μου. Εγώ από το πρωί δεν έφαγα τίποτε άλλο εξόν από μια σαλάτα κι ένα μήλο, εξαιτίας της πολλής δουλειάς που είχαμε σήμερα στο μαγαζί. Θα γευματίσουμε λοιπόν μαζί, και δεν δέχομαι καμία αντίρρηση.

Η κυρία Βερόνικα συμφώνησε μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Πέντε λεπτά μετά βγήκε στο περιβόλι που βρισκόταν πίσω από το ζαχαροπλαστείο. Κρατούσε στα χέρια της δύο μεγάλα πιάτα γεμάτα αχνιστά κουπέπια. Ο τόπος μοσχομύρισε αμπελόφυλλο και δυόσμο.

— Αργυρέ! Λεύκιε! Άντε, ελάτε να φάτε προτού κρυώσουν. Και όταν τελειώσεις το φαγητό σου, παιδί μου, να έρθεις στο εργαστήρι για να φτιάξουμε μαζί εκείνο το ξεχωριστό παραδοσιακό κέικ για το οποίο σου μίλησα τις προάλλες, του είπε καλοσυνάτα, καθώς γέμιζε τα ποτήρια τους νερό. Ορίστε. Να πιεις και δροσερό νεράκι να ξεδιψάσεις.


Ο κύριος Αργυρός και ο Λεύκιος πήγαν και κάθισαν στο μεγάλο τραπέζι της αυλής, που ήταν περιτριγυρισμένο από κάμποσες μικρές και μεγάλες πήλινες γλάστρες, γεμάτες πλούσιους βασιλικούς και ζωηρόχρωμα γεράνια. Δεν άρχισε όμως κανείς τους να τρώει μέχρι να έρθει να καθίσει και η κυρία Βερόνικα.

Όπως κάθε Τετάρτη, έτσι κι εκείνη τη μέρα έπιασαν την κουβέντα οι τρεις τους και συζήτησαν για διάφορα θέματα. Ο Λεύκιος, που προτιμούσε να είναι περισσότερο ακροατής παρά ομιλητής, απολάμβανε πολύ να τους ακούει και αισθανόταν συχνά ευγνωμοσύνη που οι δύο αυτοί άνθρωποι είχαν βρεθεί στον δρόμο της ζωής του.

Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, ο κύριος Αργυρός πήρε πρόσχαρο ύφος και τους είπε:

— Θαρρώ πως έφτασε η ώρα να φροντίσουμε λιγάκι παραπάνω την υγεία της καρδιάς μας. Τι λέτε; Να πάω να το φέρω;

Ο Λεύκιος σούφρωσε ελαφρώς τα φρύδια του και τον κοίταξε απορημένος, ενώ η κυρία Βερόνικα χαμογέλασε καλοσυνάτα.

— Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου, αγόρι μου. Ας δείξουμε λοιπόν καλοσύνη στην καρδιά μας, που εργάζεται αδιάκοπα και δεν ξαποσταίνει ποτέ της.

Ύστερα σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στην κουζίνα. Όταν επέστρεψε, κρατούσε μια φιάλη κρασί. Αφαίρεσε το πώμα, έριξε μια πολύ μικρή ποσότητα στο ποτήρι του Λεύκιου –ίσα που σκέπασε τον πάτο του– και μετά έβαλε λίγο παραπάνω στα δικά τους ποτήρια.

— Αυτό το γλυκό κρασί, Λεύκιε, με το βαθύ κεχριμπαρένιο χρώμα, μαγεύει τις αισθήσεις. Μία φορά να το γευτείς, το θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή. Όπως πολύ πιθανόν γνωρίζεις κι εσύ, η καλλιέργεια του αμπελιού γινόταν στην πατρίδα μας από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο τόπος μας είναι ιδανικός για την ανάπτυξή του, χάρη στο θερμό και ξηρό κλίμα του, γι’ αυτό και τα κρασιά μας είναι εξαιρετικής ποιότητας. Ο πατέρας μου έχει έναν αμπελώνα άνω των πενήντα ετών, και τον φροντίζει με έγνοια και πολύ μεράκι. Το εκλεκτό κρασάκι που πίνουμε τώρα, καλή μας ώρα, είναι φτιαγμένο από τα δικά του χέρια, από το σταφύλι που καλλιέργησε ο ίδιος. Θυμάμαι τότε που ήμουν κι εγώ στην ηλικία σου, παιδί μου, ξυπνούσα από τα χαράματα, Ιούλη μήνα, και πηγαίναμε μαζί με τον πατέρα μου, τ’ αδέρφια, τα ξαδέρφια και τους θείους μου να τρυγήσουμε το αμπέλι μας. Στέκαμε για ώρες κάτω από τον καλοκαιριάτικο ουρανό, κόβαμε τα τσαμπιά και τα βάζαμε ένα ένα μέσα στα κιβώτια, με προσοχή, για να μην κάνουμε ζημιά στις ρώγες. Όταν μας έπιανε η λιγούρα, αρπάζαμε ένα τσαμπί σταφύλι, ρίχναμε επάνω του λίγο δροσερό νεράκι και το τρώγαμε μαζί με τις δυο φέτες ζυμωτό ψωμί που έβαζε η μητέρα μου μέσα στο σακίδιο του καθενός μας. Να φας, Λεύκιε, σταφύλι και ζυμωτό ψωμί και θα με θυμηθείς, αγόρι μου! Αν σου βρίσκεται και λίγο παραδοσιακό τυράκι, ακόμη καλύτερα. Θα γιορτάσει το στομάχι σου. Χα, χα! Βέβαια, μας τσουρούφλιζε ο ήλιος, και όλο λουζόμασταν στον ιδρώτα. Ώρες ώρες, δυσανασχετούσαμε και διαμαρτυρόμασταν. «Σκουπίστε τα πρόσωπά σας και μην κλαψουρίζετε! Ο ιδρώτας καθαρίζει το σώμα σας από τις βλαβερές τοξίνες. Να πίνετε μπόλικο νερό, για ν’ αντικαθιστάτε τα υγρά που χάνετε», μας έλεγε τότε ο πατέρας μου, με έγνοια, και ύστερα χαμογελούσε πλατιά και συνέχιζε να μας χωρατεύει και να μας εξιστορεί γεγονότα που είχαν συμβεί σε παλιότερες εποχές, τότε που ήταν ακόμη νέος. Άμα τον πιάνανε τα κέφια, μας τραγουδούσε και παραδοσιακά τραγούδια. Η φωνή του, βαθιά και δυνατή, αντηχούσε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του αμπελώνα. Έκανε τον τρύγο ευχάριστη δουλειά ο πατέρας μου, και γέμιζε τη μνήμη μας με όμορφες αναμνήσεις. «Οι καλές αναμνήσεις είναι από τα ωραιότερα ταξίδια που κάνει ο νους του ανθρώπου», συνήθιζε να μας λέει.

Όση ώρα μιλούσε ο κύριος Αργυρός, το βλέμμα του έλαμπε από νοσταλγία και περηφάνια.

— Έγινε συνήθειά μας πια τα βράδια να πίνουμε παρέα ένα ποτηράκι κουμανδαρία, προτού πάμε για ύπνο, μα σήμερα θα το πιούμε νωρίτερα, μιας και σ’ έχουμε στη συντροφιά μας, Λεύκιε, είπε μ’ ευχαρίστηση η κυρία Βερόνικα. Όμως εσύ θα πιεις όλες κι όλες δυο κουταλιές, ίσα για να γλυκαθείς, διότι είσαι ακόμη ανήλικος, παιδί μου.

Ο Λεύκιος έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι του, και η κυρία Βερόνικα συνέχισε:

— Κατά καιρούς παίρνουμε προσκλήσεις από διάφορα οινοποιεία της χώρας μας για να πάμε να δούμε από κοντά τις εγκαταστάσεις τους και πώς παρασκευάζουν κρασί από σταφύλια και άλλους καρπούς. Έχουμε ήδη πάει σε αρκετά από αυτά. Κάθε φορά μαθαίνουμε νέα ενδιαφέροντα πράγματα για την ιστορία της αμπελουργίας στη χώρα μας. Συναντούμε μάλιστα και τους οινοποιούς, αρκετοί από τους οποίους ασχολούνται αποκλειστικά με την παραγωγή κουμανδαρίας. Κάνουμε κουβέντα μαζί τους και δοκιμάζουμε τα προϊόντα που παράγουν. Εκτός από τα κρασιά μπορεί κανείς να απολαύσει τις σταφίδες, τις μαρμελάδες, τα γλυκά του κουταλιού, τις σοκολάτες και άλλα νόστιμα καλούδια που είναι φτιαγμένα με κρασί. Έχουν επίσης σαπούνια, αρώματα και κρέμες με βάση το σταφύλι, καθώς και πρωτότυπα κοσμήματα εμπνευσμένα από τον κόσμο του κρασιού. Φεύγοντας αγοράζουμε ορισμένα από αυτά τα προϊόντα για το σπίτι μας, αλλά και για να τα δωρίσουμε σε φίλους και γνωστούς μας εδώ στην πόλη.

Η κυρία Βερόνικα διηγήθηκε στον Λεύκιο ορισμένες ευχάριστες επισκέψεις που είχαν κάνει με τον σύζυγό της στα οινοποιεία. Κάποια στιγμή, ο ζαχαροπλάστης σήκωσε ψηλά το ποτήρι του για να κάνει μια πρόποση.

— Θα πιούμε στην ευτυχία που σε περιμένει, Λεύκιε! Να τη συλλογίζεσαι, να τη σχεδιάζεις, να την επιδιώκεις και να την προσδοκάς, παιδί μου. Μην τον ξεχάσεις ποτέ τούτο τον ακριβό λόγο που μόλις σου έδωκα. Την ευτυχία σου να τη φέρνεις συχνά στο μυαλό σου, για να το ξεκουράζεις μέσα στη χαρά της και να το δυναμώνεις.

Η κυρία Βερόνικα συμφώνησε με τον σύζυγό της κι ύστερα σήκωσε κι αυτή το ποτήρι της κι ευχήθηκε στον Λεύκιο υγεία, προκοπή και ευτυχία.

— Πάρε να φας και ξηρούς καρπούς, παιδί μου. Να… εδώ έχει αμύγδαλα, καρύδια και φιστίκια, που είναι πολύ θρεπτικά. Είναι όλα φρέσκα. Μόλις χθες μας τα έφερε ο γείτονάς μας, ο οποίος έχει μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση επεξεργασίας ξηρών καρπών στα ημιορεινά της χώρας μας. Τις προάλλες μας κάλεσε και πήγαμε να δούμε από κοντά τις εργασίες που γίνονται εκεί καθημερινά. Μας κεράσανε και σουμάδα. Είχε μια ιδιαίτερη γεύση, που μου άρεσε πολύ.

— Τι είναι η σουμάδα, κυρία Βερόνικα;

— Η σουμάδα είναι ένα ωραίο αρωματικό ποτό που παρασκευάζεται από ψίχα γλυκών αμυγδάλων μαζί με μερικά πικρά, για να πάρει το χαρακτηριστικό άρωμά της. Είναι πολύ θρεπτική και πίνεται και ζεστή και κρύα.

— Εγώ νομίζω, βασίλισσά μου, πως η σουμάδα είναι πιο απολαυστική όταν την πίνει κανείς χλιαρή.

— Καλά λες, Αργυρέ. Η χλιαρή σουμάδα αρέσει και σ’ εμένα περισσότερο.

— Χα, χα! Το ξέρω, βασίλισσά μου.

Στιγμές σαν κι αυτήν, ο Λεύκιος ξεχνούσε πως στη δική του ζωή κυριαρχούσε το γκρίζο χρώμα. Ο κύριος Αργυρός και η κυρία Βερόνικα τον νοιάζονταν κι ας μην ήταν δικό τους παιδί, ούτε καν συγγενής. Άνθρωποι καλόψυχοι και συνετοί οι δυο τους, ένα σώμα μια ψυχή, κατάφερναν τις λιγοστές ώρες που βρισκόταν μαζί τους κάθε βδομάδα να τον κάνουν να αισθάνεται τη ζεστασιά της οικογενειακής θαλπωρής, που του έλειπε τόσο πολύ.

Κατά τις έξι η ώρα, όταν έπεσε το σούρουπο, βοήθησε τους οικοδεσπότες να τακτοποιήσουν το τραπέζι και μετά ακολούθησε τον κύριο Αργυρό στο θερμοκήπιο, που βρισκόταν στη δυτική άκρη του περιβολιού. Μέσα σε αυτό τον ευήλιο και ευάερο χώρο καλλιεργούσαν με περίσσια έγνοια τα φρούτα που χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή των κέικ και των υπόλοιπων γλυκών.

— Ό,τι φροντίζουμε με έγνοια, σεβασμό, αγάπη… με αρετή, με την πάροδο του χρόνου αναπτύσσεται σωστά. Στη διαδρομή, Λεύκιε, αισθανόμαστε ευχαρίστηση, αισιοδοξία, χαρά, και διαρκώς ενδυναμώνεται η πίστη μας στον εαυτό μας, του είπε ο κύριος Αργυρός καθώς περιποιόταν σκυφτός τα φυτά του.

Ο Λεύκιος τον άκουγε προσεκτικά και με ενδιαφέρον, και κάθε τόσο συμφωνούσε μαζί του.

— Και όσα δεν λέει το στόμα τα λέει το βλέμμα. Για πες μου λοιπόν, ποια στεναχώρια σε βρήκε πάλι, παιδί μου, και μου φαίνεται συννεφιασμένη σήμερα η ματιά σου;

Στο μυαλό του δεκατετράχρονου ήρθαν ορισμένα περιστατικά που είχαν συμβεί τελευταία, και στο σχολείο και στο σπίτι, τα οποία είχαν δυσκολέψει την καθημερινότητά του και τη ζωή του γενικότερα. Όσο για την τελευταία πλάκα που του είχαν κάνει τα δύο ξαδέρφια του, τον είχε βάλει σε μεγάλα μπλεξίματα και τον κρατούσε λυπημένο για μέρες.

Στη θύμησή της, ο Λεύκιος αισθάνθηκε την καρδιά του να κρυώνει απότομα. Έψαξε τριγύρω με το βλέμμα του να βρει κάτι ενδιαφέρον για να την ξαναζεστάνει.

— Τα φύλλα της φραουλιάς… έχουν σχήμα παλάμης, είπε σιγανά κι έδειξε με το δάχτυλό του μια γλάστρα που βρισκόταν δίπλα του. Και ο καρπός της… έχει σχήμα κωνικό, πρόσθεσε μετά, αποφεύγοντας να κοιτάξει τον κύριο Αργυρό.

Ο συμπαθής άντρας σήκωσε αργά το κεφάλι του και κοίταξε τη φραουλιά. Ύστερα κοντοζύγωσε τη γλάστρα και άρχισε να καθαρίζει τα λιγοστά αγριόχορτα που υπήρχαν γύρω της.

— Για δες, Λεύκιε! Τώρα που ξεχορτάριασα φάνηκε η ομορφιά της φραουλιάς, και τ’ αγριόχορτα δεν θα την εμποδίζουν πια να δυναμώσει και να αναπτυχθεί.

Η καρδιά του Λεύκιου σκίρτησε δυνατά. Στράφηκε προς το μέρος του κυρίου Αργυρού και τον κοίταξε αμήχανα. Εκείνος συνέχισε τότε να του εξηγεί:

— Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στην καρδιά μας, παιδί μου. Οι φόβοι, οι ανησυχίες, οι αγωνίες, οι λύπες μας την ταλαιπωρούν και συγχρόνως την αποδυναμώνουν και κρύβουν την ομορφιά της. Είναι καλό λοιπόν να προσπαθούμε να τα αντιμετωπίζουμε αυτά. Μια καλή λύση είναι να τα μοιραζόμαστε με άτομα που μας νοιάζονται πραγματικά και επιθυμούν την πρόοδο και την ευτυχία μας. Να τα συζητάμε μαζί τους. Όπως σου είπα και την ώρα που γευματίζαμε, είναι καλό και ευεργετικό να δείχνεις καλοσύνη στην καρδιά σου και να την ξεκουράζεις συχνά από όσα τη βαραίνουν.

— Κύριε Αργυρέ, κουράστηκα πια να χρησιμοποιούν τη δυστυχία μου για να ικανοποιούν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Θέλω να έχω μια πιο αξιοπρεπή διαβίωση. Να έχω ιδιωτική ζωή και να μην επεμβαίνει κανείς σε αυτήν, εξόν από τους ανθρώπους που θέλω εγώ. Να ζω σ’ ένα σπίτι που θα το αισθάνομαι δικό μου, και όχι ξένο. Θέλω να έρθουν οι καλύτερες μέρες για μένα, κύριε Αργυρέ! Θέλω πολύ να έρθουν!

Ο ζαχαροπλάστης, που συναισθάνθηκε την ψυχική του φόρτιση, κούνησε ελαφρώς το κεφάλι του συλλογισμένος.

— Η ζωή μάς εκπλήσσει καθημερινά, Λεύκιε. Θα σου δώσω ακόμα μία ακριβή συμβουλή, την οποία έδωσε κάποτε και σ’ εμένα ο παππούς μου. Πολλά χρόνια μετά την έδωσα κι εγώ με τη σειρά μου στη μοναχοκόρη μου. Αν θες, μπορείς να την εφαρμόσεις κι εσύ στην καθημερινότητά σου. Διαφορετικά, σου συνιστώ να τη φυλάξεις στη μνήμη σου, γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τη χρειαστείς στο μέλλον, παιδί μου.


Ο Λεύκιος συμφώνησε μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού του και ο κύριος Αργυρός του είπε:

— Κατ’ αρχάς, φαντάσου πως η καθημερινότητα του κάθε ανθρώπου είναι μια περιπέτεια. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως πολλές περιπέτειες τρέχουν γύρω σου κάθε μέρα, εάν αναλογιστείς με πόσους ανθρώπους συναναστρέφεσαι από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αυτό που χρειάζεται λοιπόν να κάνεις, είναι να μάθεις κι εσύ να ζεις σωστά και ευχάριστα τη δική σου καθημερινή περιπέτεια.

— Να μη λυπάσαι για τα καλά που δεν έχεις στη ζωή σου. Να είσαι αισιόδοξος. Φρόντισε γι’ αυτά που ήδη έχεις, αγωνίσου ν’ αποκτήσεις τα καλά που δεν έχεις, και σιγά σιγά θα ’ρθούνε κι άλλα. Να θέτεις υγιείς στόχους και να σχεδιάζεις τις ενέργειές σου για να τους πραγματοποιείς.

— Να λες κάθε πρωί: Θέλω να συνεργάζομαι ειρηνικά με τους συνανθρώπους μου, δείχνοντας σεβασμό προς τη ζωή τη δική μου και τη δική τους.

— Να εμπιστεύεσαι την εργατικότητά σου, την υπευθυνότητα, την παρατηρητικότητα, την αγωνιστικότητα, τη συνεργασία, την τιμιότητα, την επιμονή σου και άλλες ενάρετες δυνάμεις που διέπουν τον χαρακτήρα σου. Αυτές είναι πολύτιμα κληροδοτήματα των καλών προγόνων μας και ακριβοί θησαυροί που μας βοηθούν να προκόβουμε, ν’ αναπτυσσόμαστε, να εξελισσόμαστε και να ζούμε ουσιαστικές στιγμές ευτυχίας.

— Να ενημερώνεσαι, να συλλέγεις ποιοτική γνώση, να επεξεργάζεσαι τις πληροφορίες που λαμβάνεις καθημερινά και να καταφεύγεις στην κριτική σου σκέψη, για να βγάζεις και δικά σου συμπεράσματα. Να τα συζητάς με άτομα της εμπιστοσύνης σου, τα οποία εκτός από γνώση έχουν και την εμπειρία, την οποία θα μοιράζονται μαζί σου για να σε προστατεύουν από τα λοξοδρομήματα και τις αχρείαστες ταλαιπωρίες.

Εγώ, για παράδειγμα, χθες το βράδυ, προτού πάω για ύπνο, σχεδίασα τι θα έκανα σήμερα. Ανάμεσα σε άλλα, σημείωσα και τα εξής:

  • Να είμαι αισιόδοξος.
  • Να προσπαθήσω και αυτή τη μέρα να τραφώ υγιεινά.
  • Να προσφέρω στον οργανισμό μου αρκετή ποσότητα υγρών και κυρίως νερού.
  • Να περπατήσω στη φύση για μισή τουλάχιστον ώρα.
  • Να ξεκουραστώ το μεσημέρι και, αν μπορώ, να πάρω κι έναν σύντομο υπνάκο.
  • Να προσφέρω και αυτή τη μέρα στον εαυτό μου υγιή ψυχαγωγία, η οποία, μεταξύ άλλων, βοηθάει ν’ ανταποκρινόμαστε καλύτερα στις απαιτήσεις της καθημερινότητάς μας, καθώς επίσης και να κοιμόμαστε καλά τα βράδια.
  • Να θυμίσω στη σύζυγό μου πως θα μου δώσει μεγάλη χαρά αν κάνει τα παραπάνω, για να έχει και αυτή καλή ψυχική και σωματική υγεία. Να της δείχνω με λόγια και με πράξεις την εκτίμηση και την ευγνωμοσύνη μου για όσα φροντίζει κατά τη διάρκεια της ημέρας, έχοντας πάντοτε κατά νου πως η πρόοδος και η προκοπή της οικογένειάς μας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στη δική της αγάπη, έγνοια, εργατικότητα και υπευθυνότητα.
  • Να τηλεφωνήσω στην κόρη μου, στους ηλικιωμένους γονείς μου και στον αδερφικό μου φίλο, ο οποίος αντιμετωπίζει ένα σοβαρό θέμα υγείας τον τελευταίο καιρό. Θα τους πω μια καλημέρα και θα τους ρωτήσω αν χρειάζονται κάποια βοήθεια από μένα. Ακόμα και μια ολιγόλεπτη καλή κουβέντα μαζί τους θα ενισχύσει την αισιοδοξία τους και αρκεί για να τους θυμίσει πως τους νοιάζομαι και πως θα είμαι εδώ για κείνους όταν θέλουν να μοιραστούν μαζί μου τις χαρές, τις λύπες τους, μια σημαντική είδηση, ή ό,τι άλλο.
  • Να ενημερωθώ για τις τοπικές και τις διεθνείς ειδήσεις.
  • Να επικοινωνήσω με τους συνεργάτες μου, προμηθευτές, μεταφορείς, τεχνίτες κ.ά. και να φροντίσω να γίνουν όσο το δυνατόν καλύτερα οι δουλειές στο ζαχαροπλαστείο.
  • Να περιποιηθώ τα φυτά που καλλιεργώ μέσα στο θερμοκήπιο και να μαζέψω τα γινωμένα φρούτα που θα χρησιμοποιήσω σήμερα για την παρασκευή των γλυκών.

— Να νοιάζεσαι για τον εαυτό σου, Λεύκιε, και να προσπαθείς να τον κατανοείς κάθε μέρα και περισσότερο. Να διαβάζεις τον οργανισμό σου, να γνωρίζεις τι χρειάζεται για να τα βγάλει πέρα με τις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Πρόσφερέ του ό,τι καλύτερο μπορείς. Να εκτιμάς και τη φροντίδα που σου προσφέρουν οι δικοί σου άνθρωποι, μα πρώτα φρόντιζε εσύ για σένα, και κυρίως για τις βασικές σου ανάγκες: Να θέλεις να φροντίζεις για σένα, για την υγεία σου, την ευεξία και την ευτυχία σου.

— Να θέλεις να φροντίζεις για το ημερήσιο φαγητό σου, για την ποσότητα νερού και άλλων υγρών που πρέπει να λαμβάνεις, για τον ύπνο σου, την άθλησή σου, τις υγιείς δράσεις σου, την ψυχαγωγία και την ξεκούρασή σου. Να σκέφτεσαι:

— Πρέπει και θέλω να τρέφομαι υγιεινά, για να έχω καλή υγεία, ευεξία και ευτυχία.

— Πρέπει και θέλω να πίνω αρκετή ποσότητα νερού καθημερινά, για να έχω καλή υγεία, ευεξία και ευτυχία.

— Πρέπει και θέλω να κοιμάμαι καλά το βράδυ.

— Πρέπει και θέλω να ακολουθώ τις καλές και υγιείς δράσεις.

— Πρέπει και θέλω να θυμάμαι συχνά τους ανθρώπους που νοιάζονται για το καλό μου και να προσπαθώ να διατηρώ την επικοινωνία μου μαζί τους.

— Στη δική σου καθημερινή περιπέτεια, Λεύκιε, άλλοτε θα συναντάς την επιτυχία και άλλοτε την αποτυχία όσον αφορά τους στόχους που είχες θέσει, καθώς και τις ενέργειες που είχες σχεδιάσει κι εφαρμόσει για να τους πραγματοποιήσεις. Θα μάθεις λοιπόν να κερδίζεις, θα μάθεις και να χάνεις. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σου δώσω ακόμα μία συμβουλή.

Ο Λεύκιος σούφρωσε ελαφρώς τα φρύδια του και προσηλώθηκε περισσότερο στα λόγια του κυρίου Αργυρού.

— Να μην επαναπαύεσαι για μεγάλο χρονικό διάστημα στη χαρά και στην ευφορία που σου προσφέρουν οι επιτυχίες. Μάθε να σέβεσαι τον πολύτιμο χρόνο που σου δόθηκε να ζήσεις πάνω στη Γη. Μήτε όμως να παραμένεις για καιρό μέσα στη λύπη και στην απογοήτευση της κάθε αποτυχίας σου, εφόσον βέβαια έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες για να την αποτρέψεις. Να δείχνεις αγάπη και καλοσύνη στον εαυτό σου και να εκτιμάς όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και την προσπάθεια.

— Και στις δύο περιπτώσεις λοιπόν να φεύγεις νωρίς και να οδηγείς την περιπέτεια της καθημερινότητάς σου σε νέα μονοπάτια, για ν’ αποκτήσεις καινούρια γνώση, περισσότερες εμπειρίες και δεξιότητες.

— Τη διαρκή ενάρετη δράση. Αυτή να έχεις πάντοτε κατά νου, παιδί μου. Αυτή είναι και η συμβουλή που ήθελα να σου δώσω εξαρχής. Να εντοπίζεις τις αδυναμίες σου, να βελτιώνεσαι και να δρας συνεχώς, και πού και πού να σταματάς για να λάβεις την ανταμοιβή σου.

— Μια από τις μορφές της είναι η μεγάλη ικανοποίηση που θα αισθανθείς όταν αναλογιστείς πως αυξήθηκε το γνωστικό φως που διέπει τον χαρακτήρα σου: θέληση, προσπάθεια, εξυπνάδα, πειθώ, αποφασιστικότητα, υπομονή, γενναιότητα, τόλμη και τόσες άλλες αρετές σου ενισχύονται. Όταν δρας με αρετή, ενδυναμώνεις αρετές, και συγχρόνως κερδίζεις την εκτίμηση και τον σεβασμό των συνανθρώπων σου.

— Παράλληλα, αισθάνεσαι τον αυτοσεβασμό, την αυτοεκτίμηση και την πίστη στον εαυτό σου να δυναμώνουν, ενώ η αγάπη σου για τη ζωή αυξάνεται ολοένα περισσότερο. Μια γλυκιά ευχαρίστηση γυροφέρνει συχνά την καρδιά σου και ζεσταίνει τα συναισθήματά σου, γιατί διαπιστώνεις καθημερινά πως έχεις ήδη τραβήξει τον δρόμο που σε οδηγεί μπροστά. Καθώς η αξία σου μεγαλώνει και γίνεσαι ολοένα και πιο χρήσιμος για τον εαυτό σου και για τους άλλους, αισθάνεσαι μεγαλύτερη ασφάλεια και σιγουριά στη ζωή σου.

Ο Λεύκιος συνέχισε ν’ ακούει προσεκτικά τον κύριο Αργυρό και δεν άφηνε ούτε μία λέξη του να πέσει κάτω. Όταν εκείνος σώπασε, πήρε τον λόγο και του είπε αποφασιστικά:

— Θα προσπαθήσω, κύριε Αργυρέ. Θα βάλω τα δυνατά μου και θα επικεντρωθώ στη διαρκή ενάρετη δράση.

— Μπράβο, παιδί μου! Ανέβασε την αισιοδοξία και την ελπίδα στον ουρανό σου και φρόντισε να τις κρατήσεις εκεί ψηλά, κάνοντας καλές σκέψεις και πράξεις, δίκαιες και ειρηνικές. Πείσμωσε και πάλεψε τίμια. Γίνε σιγά σιγά κι εσύ ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, ένας καλός απόγονος αλλά κι ένας καλός πρόγονος για τις γενιές που θά ’ρθουν.

— Είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρεις. Εξάλλου, το είπε και η Βερόνικα, η οποία σπανίως πέφτει έξω στους υπολογισμούς της. Εσύ και ψηλά θα πας και μπροστά θα πας!

Ο καλοσυνάτος ζαχαροπλάστης χαμογέλασε πλατιά και χτύπησε τον Λεύκιο φιλικά στην πλάτη. Εκείνος πήρε τότε μια βαθιά ανάσα και του είπε προβληματισμένος:

— Τις τελευταίες μέρες συλλογίζομαι πολύ συχνά τον παππού μου, κύριε Αργυρέ. Κατά καιρούς, ο θείος μού υπενθυμίζει αυστηρά ότι δεν πρέπει να προσπαθήσω να επικοινωνήσω μαζί του, γιατί μπορεί να τον αναστατώσω. Κάθε φορά μάλιστα με διαβεβαιώνει πως μια έντονη συγκίνηση είναι πολύ πιθανό να χειροτερέψει τη βεβαρυμένη κατάσταση της καρδιάς του. Πέρασε πολύς καιρός από τότε που τον είδα τελευταία φορά, τον παππού μου, όμως τον θυμάμαι που με συμβούλευε πολύ κι εκείνος, με έγνοια.

— Λεύκιε! Για έλα από δω, παιδί μου. Είναι ώρα να φτιάξουμε το παραδοσιακό κέικ που σου είπα πριν, τους διέκοψε ξαφνικά η πρόσχαρη φωνή της κυρίας Βερόνικας.

Ο ζαχαροπλάστης πάλι χαμογέλασε πλατιά και το βλέμμα του γέμισε καλοσύνη.

— Πήγαινε, Λεύκιε. Μην της χαλάσεις το χατίρι. Ψες έβλεπε στον ύπνο της πως φτιάχνατε μαζί τη συγκεκριμένη συνταγή και πως κάποια στιγμή η ζύμη φούσκωσε και γέμισε όλη την κουζίνα. Βγήκε από το παράθυρο και κύλησε μέσα στην αυλή. Άκουγα τη Βερόνικα να γελάει στον ύπνο της και γελούσα κι εγώ από δίπλα. «Αφράτη, για πού το έβαλες; Γύρνα πίσω να σε ψήσω!» έλεγε μέσα στα γέλια της. Ξαφνικά, ξύπνησε απότομα και πετάχτηκε πάνω.

— Στράφηκε τότε ανήσυχη προς το μέρος μου και μου είπε ψιθυριστά: «Αργυρέ! … Μ’ ακούς; Πού την έχουμε φυλάξει εκείνη την παλιά συνταγή για την οποία έδειξε ενδιαφέρον ο Λεύκιος τις προάλλες που πέρασε από δω; Πρέπει οπωσδήποτε να τη βρω! Τ’ όνειρο που είδα προμηνύει καλοτυχία!». Εγώ, μισοκοιμισμένος όπως ήμουν, δεν μπορούσα να θυμηθώ πού είχαμε βάλει το τετράδιο που περιείχε τη συγκεκριμένη συνταγή.

— Σηκώθηκε λοιπόν η βασίλισσά μου μέσα στη νυχτιά, έψαξε το μεγάλο συρτάρι όπου βάζουμε το χαρτομάνι μας και περίπου ένα τέταρτο μετά κατάφερε και τη βρήκε. Άντε λοιπόν, πήγαινε να βγάλεις τ’ όνειρό της αληθινό, παιδί μου.

Ένα ευγενικό μα πικρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του Λεύκιου.

— Για να βγει αληθινό τ’ όνειρο της κυρίας Βερόνικας, εγώ χρειάζομαι ένα μαγικό χέρι, κύριε Αργυρέ, του αποκρίθηκε με σφιγμένη καρδιά και χαμογέλασε αμήχανα.

— «Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε, κι άμα πεινάσεις πιάσ’ τηνε», μου είπε κάποτε ο πατέρας μου, ο οποίος είχε κοπιάσει πολύ στη ζωή του. Ήταν εργατικός κι αισιόδοξος, γι’ αυτό και κατάφερε να κάνει ένα σωρό πράγματα προτού φύγει. Την ακολούθησα λοιπόν κι εγώ αυτή την ακριβή συμβουλή, Λεύκιε, και αξιοποιούσα κάθε ευκαιρία που παρουσιαζόταν μπροστά μου.

— Μια μέρα συγκέντρωσα όλες τις γνώσεις και την εμπειρία που είχα αποκτήσει στο διάβα του χρόνου και άνοιξα αυτό εδώ το ζαχαροπλαστείο. Από τον πρώτο κιόλας μήνα, οι κάτοικοι της περιοχής έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τα καλούδια που έφτιαχνα, γεγονός που με χαροποιούσε και με ωθούσε να βελτιώνω διαρκώς τις γευστικές μου δημιουργίες.

Μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, μπήκε στο κατάστημα η Βερόνικα, για να παραγγείλει μια τούρτα γενεθλίων για το ανιψάκι της.

«Γεια σας, κύριε. Θα ήθελα να παραγγείλω έναν ήλιο», μου είπε ευγενικά, κοιτώντας με κατάματα με τα μεγάλα όμορφα μάτια της.

Ευθύς σκίρτησε δυνατά η καρδιά μου μόλις την αντίκρισα. Έμεινα να κοιτάζω τη Βερόνικα, μην ξέροντας τι να πω. Στο βλέμμα της καθρεφτιζόταν η αναμονή, κι ένα ελαφρύ γλυκό χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό της. Πήρα μια ανάσα, για να συνέλθω, και της είπα αστειευόμενος:

«Δυστυχώς, δεσποινίς, στο μαγαζί μου δεν φτιάχνουμε ήλιους, γιατί είναι αδύνατο να τους συσκευάσουμε, εξαιτίας της υψηλής τους θερμοκρασίας».

Η Βερόνικα ανασήκωσε τότε τα φρύδια της και με κοίταξε παραξενεμένη.

«Πόπο! Να με συγχωρείτε, κύριε! Μπερδεύτηκα!» μου είπε όταν αντιλήφθηκε τι μου είχε πει νωρίτερα. «Θα ήθελα να παραγγείλω μια τούρτα σε σχήμα ήλιου», πρόσθεσε και κρυφογέλασε με το πάθημά της.

Σημείωσα τότε εγώ την παραγγελία που μου έδωσε και, μιας και στη συνέχεια με ρώτησε εάν φτιάχνω και παραδοσιακά γλυκά, την προσκάλεσα εκείνη την ώρα να έρθει στο εργαστήρι μαζί μου και να με παρακολουθήσει που θα έφτιαχνα τον παραδοσιακό μας χαλβά με χαρουπόμελο. Χάρηκε και αποδέχθηκε την πρόσκλησή μου, κι έτσι τον φτιάξαμε μαζί, τον πλάσαμε σε στρογγυλές μπάλες και τον ψήσαμε. Το αποτέλεσμα την ενθουσίασε, και γευστικά και οπτικά. Έκτοτε την προσκαλούσα συχνά για να φτιάχνουμε εκλεκτές παραδοσιακές συνταγές, κι εκείνη ερχόταν πάντοτε. Θυμάμαι πως δεν απέρριψε ούτε μία πρόσκλησή μου, κι εγώ ευχαριστιόμουν πολύ τη συντροφιά της και την πρόσμενα με λαχτάρα.

Έναν χρόνο μετά, το ζαχαροπλαστείο μου απέκτησε τη βασίλισσά του, κι ένα μεγάλο γλυκό χαμόγελο πηγαινοέρχεται ολημερίς από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του και όλο μου θυμίζει πως η ζωή είναι μια περιπέτεια, που άλλοτε φέρνει στον δρόμο μας λύπες, για να μας προβληματίσει και να μας δυναμώσει, και άλλοτε μας στρώνει χαρές, για να μας ανταμείψει και να μας δικαιώσει. Τις περνάμε μαζί με τη Βερόνικα, και τις λύπες και τις χαρές, εδώ και πολλά χρόνια, κι αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό.

Ο Λεύκιος χαμογέλασε καλοσυνάτα.

— Όπως σου είπα και πριν, παιδί μου, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ποια είναι η χρονική στιγμή που θα φανεί κάποιο χάρισμα ή ταλέντο μας, μα είναι σημαντικό να ξέρουμε πως βρίσκονται όλα εκεί, μέσα στην απέραντη απλωσιά της ύπαρξής μας.

Ο Λεύκιος χαμήλωσε το βλέμμα του, για να μη φανερωθεί η απαισιοδοξία που είχε αισθανθεί στα ξαφνικά.

— Αυτές τις σκέψεις τις κάνουν οι καλότυχοι άνθρωποι, κύριε Αργυρέ. Εγώ δεν είμαι καλότυχος. Ίσως κάποτε να ήμουν… μα τώρα πια…

— Αυτές τις σκέψεις, Λεύκιε, τις κάνουν όσοι αγαπούν τη ζωή τους.

Ο δεκατετράχρονος αισθάνθηκε την καρδιά του να σκιρτά δυνατά από ελπίδα. Ακούμπησε αυθόρμητα το ποτιστήρι στο έδαφος και κίνησε να πάει στο εργαστήρι.

Συγκέντρωσαν μαζί με την κυρία Βερόνικα όλα τα υλικά που χρειάζονταν για την παρασκευή του κέικ και τα μετέφεραν στον πάγκο εργασίας. Χωρίς να χάσουν χρόνο, έφτιαξαν τη ζύμη και τη χώρισαν σε μικρά κομμάτια. Τους έδωσαν το κατάλληλο σχήμα και στη συνέχεια τα έψησαν.

Σαράντα περίπου λεπτά αργότερα, τα ατομικά κέικ είχαν ψηθεί και μοσχομύρισε ο τόπος. Η κυρία Βερόνικα έβγαλε το ταψί από τον φούρνο και το τοποθέτησε πλάι στο ανοιχτό παράθυρο. Όταν κρύωσαν, πήρε δύο, κράτησε το ένα για τον εαυτό της και πρόσφερε το άλλο στον Λεύκιο.

— Και τώρα, παιδί μου, θα μιλήσει η γεύση! του είπε χαριτολογώντας.

Σε κάθε μπουκιά κουνούσε ευχαριστημένη το κεφάλι της και ξεστόμιζε τον ένα καλό λόγο μετά τον άλλο.

— Έχει εξαιρετική γεύση! είπε ο Λεύκιος, και η σκέψη του γέμισε με τα λόγια που του είχε πει νωρίτερα ο κύριος Αργυρός: «Τα χαρίσματα και τα ταλέντα μας βρίσκονται μέσα στην απέραντη απλωσιά της ύπαρξής μας…»

Ο δεκατετράχρονος ξεδίπλωσε μέσα στο μυαλό του ένα ένα τα υλικά που είχε δουλέψει τους τελευταίους μήνες, όταν ερχόταν στο ζαχαροπλαστείο. Γεύσεις, μυρωδιές και χρώματα κατέκλυζαν τη σκέψη του, μέχρι που κατάφερε να ξεχωρίσει ένα υλικό. Πήγε τότε στην αποθήκη, το βρήκε κι επέστρεψε γρήγορα πίσω.

— Κυρία Βερόνικα, ας δοκιμάσουμε να προσθέσουμε και αυτό το υλικό στη συνταγή, της είπε, κοιτώντας την επίμονα.

Η καλοσυνάτη γυναίκα έριξε μια ματιά στο υλικό που κρατούσε ο Λεύκιος στα χέρια του και άρχισε να εξετάζει το ενδεχόμενο να βγει νοστιμότερη η ζύμη αν προσέθεταν και αυτό στη συνταγή.

— Είναι καλή ιδέα! Ας δοκιμάσουμε! του είπε κάποια στιγμή με ενδιαφέρον.

Προμηθεύτηκαν λοιπόν τα υλικά από την αποθήκη κι έφτιαξαν ξανά τη ζύμη, προσθέτοντας αυτή τη φορά και το υλικό που είχε προτείνει ο Λεύκιος. Στη συνέχεια, τη μοίρασαν σε μικρά κομμάτια, τους έδωσαν σχήμα και τα έβαλαν στον φούρνο. Όταν ψήθηκαν, τ’ άφησαν να κρυώσουν και μετά πήρε ο καθένας από ένα κομμάτι και το δοκίμασαν.

Το βλέμμα της κυρίας Βερόνικας έλαμψε από την πρώτη κιόλας μπουκιά που έβαλε στο στόμα της.

— Είναι μια γευστική πανδαισία! είπε κατενθουσιασμένη και χτύπησε φιλικά τον Λεύκιο στην πλάτη. Το ’πα εγώ, δεν το ’πα; Μεγάλη τύχη θα σε βρει εσένα, παιδί μου!

Τα ελπιδοφόρα λόγια της κυρίευσαν αμέσως το μυαλό του και πήραν τη μορφή μιας μεγάλης και έντονης επιθυμίας. Ας με βρει η καλή τύχη στην οποία αναφέρθηκε μόλις τώρα η κυρία Βερόνικα. Ας με βρει ξανά αυτή η καλή τύχη! ευχήθηκε από μέσα του.

Η μεσήλικη γυναίκα, που αφουγκράστηκε τη λαχτάρα του, τον κοίταξε με κατανόηση και του είπε:

— Γνωρίζω πως ο δικός σου δρόμος είναι δύσκολος, Λεύκιε. Εγώ δεν την έζησα την ορφάνια, μα ξέρω πως είναι πολύ σκληρή και μερικές φορές αβάσταχτη. Συνέχισε όμως να είσαι γενναίος και θαρραλέος. Να πιστεύεις στον εαυτό σου και σε όλ’ αυτά τα θαυμαστά που φωλιάζουν στον χαρακτήρα σου. Να τα δυναμώνεις και να θυμάσαι πάντοτε πως τόσο εγώ όσο και ο Αργυρός σε σκεφτόμαστε συχνά, με μεγάλη έγνοια και αγάπη, και σε συντροφεύουμε νοερά με τους επαίνους μας, τις ευχές και τις προσευχές μας.

Ο Λεύκιος την ευχαρίστησε για τα καλά της λόγια και στη συνέχεια τη βοήθησε να συσκευάσουν τα κέικ και να τα μεταφέρουν στην αποθήκη του εργαστηρίου. Το τελευταίο πακέτο το έβαλε στην άκρη και είπε:

— Αυτά εδώ είναι για τον κύριο Αργυρό.

Η κυρία Βερόνικα συμφώνησε γνέφοντας.

Όταν τακτοποίησαν το εργαστήρι, ο Λεύκιος πήρε την τελευταία συσκευασία και κίνησε για το θερμοκήπιο. Φτάνοντας εκεί, βρήκε τον ζαχαροπλάστη να λιπαίνει τις φραουλιές και να σιγοτραγουδάει έναν εύθυμο σκοπό. Πήγε και στάθηκε κοντά του και άρχισε να τον παρατηρεί με προσοχή.

— Όπως βλέπεις, προσπαθώ να δείχνω καλοσύνη και στα φυτά, παιδί μου, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για όλα τα καλά που μας προσφέρουν, του είπε. Για δες αυτό εδώ το λίπασμα. Το φτιάχνω εγώ ο ίδιος με μπανανόφλουδες, τσόφλια αυγών και άλλα υλικά που μας περισσεύουν καθημερινά στο εργαστήρι και στο σπίτι. Το χρησιμοποιώ για να εμπλουτίσω το χώμα και να αυξήσω τη γονιμότητά του. Μ’ αυτό τον τρόπο, τα φυτά θ’ αναπτυχθούν και θα γίνουν πιο ανθεκτικά στις ασθένειες.

— Κύριε Αργυρέ, πρόσθεσα κι εγώ ένα καινούριο υλικό στη συνταγή και την εμπλούτισα. Η κυρία Βερόνικα έμεινε πολύ ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Χρησιμοποίησε μάλιστα τον χαρακτηρισμό «γευστική πανδαισία», είπε ο Λεύκιος και, αφού άνοιξε τη χάρτινη συσκευασία, του πρόσφερε ένα κομμάτι από το κέικ.

Ο ζαχαροπλάστης το δοκίμασε και κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω από ευχαρίστηση.

— Ακόμα μία φορά, η κυρά μου δεν έπεσε έξω, Λεύκιε. Είναι τραγανό και πολύ νόστιμο! Για πες μου όμως, πώς αισθάνεσαι τώρα που γνωρίζεις πως έβαλες κι εσύ το λιθαράκι σου ώστε να βγει αυτό το υπέροχο αποτέλεσμα;

Στο βλέμμα του Λεύκιου φάνηκε η νοσταλγία.

— Μεγάλη ευχαρίστηση, κύριε Αργυρέ. Τότε που ζούσα στη γενέτειρά μου, αισθανόμουν συχνά αυτή την ευχαρίστηση. Όταν, για παράδειγμα, φυτεύαμε ένα καινούριο δέντρο στην αυλή του σπιτιού, το φροντίζαμε με έγνοια και προσμέναμε την άνοιξη να φανεί για να δούμε τα πρώτα άνθη του και στη συνέχεια να πάρουμε τους πρώτους καρπούς, ο παππούς συνήθιζε να μου λέει: «Αν θέλεις να πάρεις καλά μήλα, θα πρέπει να φροντίζεις σωστά τη μηλιά. Αν θέλεις να πάρεις καλά λεμόνια, θα πρέπει να φροντίζεις σωστά τη λεμονιά. Το δέντρο να έχεις πάντα κατά νου, αν θες να παίρνεις καλούς καρπούς».

Ο παππούς μου, κύριε Αργυρέ, κρατούσε τον εαυτό του διαρκώς απασχολημένο με τη μια και την άλλη δουλειά, και είχε τους λόγους του γι’ αυτό. «Να κάνεις καινούρια πράγματα, για ν’ αυξάνεις την αξία σου, παιδί μου», μου έλεγε συχνά. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Ο δεύτερος ήταν ότι η συνεχής εργασία τον έκανε να ξεχνάει τις λύπες του, και κυρίως τις μεγάλες.

Κάποιες φορές συνόδευε τις συμβουλές του με διάφορα παιχνίδια και με ευχάριστες δραστηριότητες, για να κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον μου. Όταν, για παράδειγμα, αντιλαμβανόταν πως είχε λιγοστέψει η αγάπη μου για τη ζωή και η θέλησή μου για δράση και με κατέβαλλε η μελαγχολία και η βαρεμάρα, συνήθιζε να μου λέει:

«Λεύκιε, πρέπει να δραστηριοποιηθείς και να εξασκήσεις το μυαλό και το σώμα σου για ν’ αφυπνίσεις και να δυναμώσεις τις αρετές σου και τ’ άλλα ακριβά αγαθά που φωλιάζουνε στον χαρακτήρα σου. Σου δίνω λοιπόν ορισμένες επιλογές».

Άκουγα τότε εγώ τις επιλογές που μου έδινε ο παππούς, οι οποίες αφορούσαν διάφορες εργασίες και δραστηριότητες εντός, μα και εκτός, του σπιτιού. Ξεχώριζα μία από αυτές κι έκανα την αρχή. Ως συνήθως, διάλεγα μια αθλητική δραστηριότητα, ή κάποια εργασία που αφορούσε τη συντήρηση του σπιτιού, ή τη φροντίδα του κήπου. Τις περισσότερες φορές επέλεγα το τρέξιμο στο βουνό με τα έλατα, που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το σπίτι μας. Το διέσχιζε ένας μεγάλος ανηφορικός δρόμος, που έφτανε μέχρι την κορυφή του.

«Σήμερα λοιπόν, παιδί μου, αποφάσισες πως θ’ ανεβείς το βουνό. Και ποιο αιώνιο αγαθό που διέπει τον χαρακτήρα σου θέλεις να ενισχύσεις; Για πες μου το δυνατά να το ακούσω», με ρωτούσε στη συνέχεια ο παππούς.

Συνήθως διάλεγα την ειρήνη. Και το παιχνίδι ξεκινούσε με τις πρώτες οδηγίες που μου έδινε:

«Σήμερα, Λεύκιε, θ’ ανεβείς τρέχοντας το βουνό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής, θα εκφράζεις σιωπηλά την εξής επιθυμία: “Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός… Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός… Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός…”. Θα συνεχίσεις να τη λες σιωπηλά μέσα σου, μέχρι ν’ ανεβείς το βουνό. Όταν κατά διαστήματα η σκέψη σου θα ξεφεύγει από τη συγκεκριμένη επιθυμία, εσύ θα προσπαθείς να την επαναφέρεις το συντομότερο. Με αυτό τον τρόπο, θα δυναμώσεις και άλλες αρετές σου, όπως είναι η προσοχή και η συγκέντρωσή σου, ενώ ταυτοχρόνως θα δυναμώνεις και τη μνήμη σου.

»Καθώς θα πλησιάζεις στην κορυφή του βουνού και θα αισθάνεσαι την κούραση να ταλαιπωρεί όλο και πιο πολύ το σώμα σου, τότε θα πρέπει να επικεντρωθείς ακόμα περισσότερο στην επιθυμία σου, παιδί μου.

»Κάποια στιγμή θα φτάσεις. Η καρδιά σου θα χτυπάει δυνατά, από κούραση. Από εκεί ψηλά που θα βρίσκεσαι, θα στρέψεις το βλέμμα σου προς την όμορφη πόλη μας και θα το αφήσεις ν’ απλωθεί πάνω από τα κτίσματα… τα σπίτια, τις γειτονιές, τους δρόμους, τα γεφύρια, τα πάρκα… να φτάσει μέχρι τη θάλασσα, εκεί που πλέουν τα καράβια και οι ψαρόβαρκες.

»Καθώς η καλή επιθυμία σου “Θέλω να γίνω πιο ειρηνικός” θ’ αντηχεί δυνατά εντός σου και θα φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη του ψυχισμού σου, το βλέμμα σου θ’ αγκαλιάζει την οικουμένη απ’ άκρη σ’ άκρη, και τότε θα σκέφτεσαι πως οι άνθρωποι εν καιρώ ειρήνης αυξάνουν τον τεχνητό πλούτο της Γης. Χτίζουν σπίτια, σχολεία, χώρους ψυχαγωγίας, κατασκευάζουν δρόμους, λιμάνια, αεροδρόμια, γεμίζουν τις πόλεις, τα χωριά, τις γειτονιές με όμορφα και θαυμαστά έργα και δημιουργήματα.

»Στη συνέχεια, θα παρατηρήσεις τα παιδιά, τους άνδρες και τις γυναίκες, και θα συνειδητοποιείς πως μόνο εν καιρώ ειρήνης μπορούν να πραγματοποιούν με ασφάλεια τους στόχους και τα όνειρά τους, να προκόβουν και ν’ απολαμβάνουν την αληθινή ευτυχία της ζωής.

»Ύστερα, θ’ αφήσεις το βλέμμα σου να ξαποστάσει πάνω στον φυσικό πλούτο της πόλης μας. Θα κοιτάξεις τα δέντρα, τα βουνά, τις λίμνες, τα ποτάμια και θα θυμηθείς πως μόνο εν καιρώ ειρήνης μπορούμε να τα χαιρόμαστε με ασφάλεια και ν’ αντλούμε από αυτά όλα τα οφέλη που μας προσφέρουν ολημερίς κι ολονυχτίς. Κάνουμε τις βόλτες μας, βουτάμε στο γλυκό και στο αλμυρό νερό, εξερευνούμε, ταξιδεύουμε, μεταφέρουμε προϊόντα από το ένα μέρος στο άλλο, προοδεύουμε, αναπτυσσόμαστε, εξελισσόμαστε.

»Και θα παραδέχεσαι, ξανά και ξανά, πως μόνο σε καιρούς ειρηνικούς μπορούμε να αισθανόμαστε πως η ζωή είναι όμορφη και πως μπορούμε να την ευχαριστιόμαστε».

Αυτή λοιπόν, κύριε Αργυρέ, ήταν μια από τις δραστηριότητες που μου έμαθε κάποτε ο παππούς μου, και την έκανε να μοιάζει με παιχνίδι. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια, μα εγώ δεν την ξεχνώ. Την τελευταία μέρα κάθε μήνα, τρέχω σε μια καταπράσινη έκταση που βρίσκεται σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από το σπίτι του θείου μου. Όσο υπερβολικό κι αν ακουστεί αυτό που θα πω, τα οφέλη που αποκομίζω από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι πολλά. Βέβαια, για να διαρκούν καιρό, έπρεπε ν’ αποκτήσω την «ασπίδα προστασίας», όπως την αποκαλούσε ο παππούς Λουκιανός. Θα σου μιλήσω κάποια άλλη φορά γι’ αυτήν, κύριε Αργυρέ. Ίσως σου φανεί χρήσιμη όταν μετά από χρόνια θελήσεις να μάθεις κι εσύ στα εγγόνια σου αυτό το παιχνίδι, κατέληξε ο Λεύκιος, που γνώριζε πως μέσα στους επόμενους μήνες η μοναχοκόρη του θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.

Ο κύριος Αργυρός χαμογέλασε στη σκέψη πως θα γινόταν σύντομα παππούς, και το βλέμμα του φωτίστηκε από χαρά.

— Συνέχισε ν’ ακολουθείς τον δρόμο της υγιούς δράσης, παιδί μου. Είναι μαγευτικά τα μέρη που θα σε πάει. Κάθε ένα από αυτά τα ταξίδια θα σου χαρίζει πρωτόγνωρες εμπειρίες, ακριβή γνώση και πολλές στιγμές ουσιαστικής ευτυχίας.

Ένα ωραίο τραγούδι που ακούστηκε ξαφνικά έκανε τον Λεύκιο να στρέψει το κεφάλι του προς το περιβόλι.

— Τέτοια ώρα η Βερόνικα ποτίζει τα γεράνια της, του εξήγησε ο κύριος Αργυρός και χαμογέλασε πλατιά. Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι το αγαπημένο της. Το λέει άμα ποτίζει τα κόκκινα γεράνια. Όταν ποτίζει τα λευκά, τραγουδάει ένα άλλο. Το ίδιο κάνει και για τα ροζ και τα κίτρινα. Λέει πως η ομορφάδα τους την εμπνέει, γεμίζει το μυαλό της με ελπιδοφόρες σκέψεις και ευφραίνει την καρδιά της.

Ο κύριος Αργυρός χαμογελούσε καλοσυνάτα κι έδειχνε να ευχαριστιέται το τραγούδι της κυρίας Βερόνικας. Στο μυαλό του Λεύκιου ήρθε ξαφνικά το κείμενο που είχε διαβάσει το προηγούμενο βράδυ προτού κοιμηθεί. Μια ηλικιωμένη γυναίκα μιλούσε στη μικρή εγγονή της και της έλεγε:

«Να αναγνωρίζεις, καρδούλα μου, όλα τα καλά που έχεις στη ζωή σου και να αισθάνεσαι εκτίμηση κι ευγνωμοσύνη γι’ αυτά. Για ρίξε μια ματιά σε αυτήν εδώ την πορτοκαλιά, που καθόμαστε στον ίσκιο της τ’ απογεύματα, χρόνια τώρα, και κουβεντιάζουμε για ένα σωρό καθημερινά πράγματα και θέματα. Να θυμηθείς, παιδί μου, σήμερα κατά το σούρουπο να την ποτίσεις.

»Για δες τον πατέρα σου, που μόλις τώρα σχόλασε από τη δουλειά και κουβαλάει τα ψώνια που του ζήτησε η μητέρα σου. Άντε να πάρεις κι εσύ καμιά τσάντα, να τον ελαφρύνεις. Και όταν θα την πας μέσα στην κουζίνα, αφιέρωσε πέντε λεπτάκια για να τακτοποιήσεις τα πράγματα μέσα στα ντουλάπια. Σήμερα η μητέρα σου επέστρεψε νωρίτερα από τη δουλειά, γιατί είχε δυνατό πονοκέφαλο, και χρειάζεται τη βοήθεια όλων μας.

»Να περάσεις και από το υπνοδωμάτιο της αδερφής σου, για να τη χαιρετήσεις και να τη ρωτήσεις αν χρειάζεται κάτι από σένα. Δεν τα πήγε καλά στις εξετάσεις της σήμερα και δεν μιλιέται. Ούτε μια κουβέντα δεν καταφέραμε να της πάρουμε από την ώρα που επέστρεψε στο σπίτι. Ίσως όμως θελήσει να μιλήσει σ’ εσένα. Αν το κάνει, που το εύχομαι, κορίτσι μου, θα αισθανθεί ανακούφιση και δεν θ’ αργήσει να σηκωθεί πάλι πάνω και να κοιτάξει ξανά μπροστά στη ζωή της…»

Η σκέψη του Λεύκιου πέταξε ξαφνικά στη γενέτειρά του και πιο συγκεκριμένα στους ανθρώπους εκείνους, μικρούς μα και μεγάλους, που τα πρώτα χρόνια της ορφάνιας του έθρεφαν με την αγάπη και την καλοσύνη τους το κουράγιο του, την υπομονή του, την αισιοδοξία και την ελπίδα του. Έσμιγαν την ειλικρινή έγνοια τους με την κατανόησή τους και τη μεγαλοψυχία τους και του χάριζαν απλόχερα τη φιλία τους, για να μη σβήσει η αγάπη και η θέλησή του για ζωή, να μην παύσουν τα όνειρα και οι προσδοκίες του.

Κάποια στιγμή, ο δεκατετράχρονος προσηλώθηκε στους στίχους του τραγουδιού που σιγοτραγουδούσε η κυρία Βερόνικα, και τότε η καρδιά του σκίρτησε δυνατά από ένα πρωτόγνωρο και ελπιδοφόρο συναίσθημα.

Μια φορά στα χίλια χρόνια,

του πελάγου τα τελώνια,

μες στα σκοτεινά τα φύκια,

μες στα πράσινα χαλίκια,

το φυτεύουνε και βγαίνει,

πριν ο ήλιος ανατείλει,

το μαγεύουνε και βγαίνει,

το θαλασσινό τριφύλλι.1

  1. ↩ Οδυσσέας Ελύτης, «Το θαλασσινό τριφύλλι».