ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 — Η ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΑ
Ο Λεύκιος, πλέον μαθητής της δευτέρας τάξης του γυμνασίου έφτασε εκείνη τη μέρα αργοπορημένος στο σχολείο, γι’ αυτό κατευθύνθηκε βιαστικός προς την τάξη του, που βρισκόταν στην άλλη άκρη του κτιρίου. Η Βικτώρια και η Σόνια τού επιφύλασσαν μια έκπληξη. Τον περίμεναν έξω από την τάξη και τον καλημέρισαν θερμά, γεγονός που παραξένεψε τον Λεύκιο, αφού οι συγκεκριμένες μαθήτριες της τρίτης τον αγνοούσαν και απέφευγαν ακόμη και να τον κοιτάξουν.
— Επιτέλους ήρθες, Λεύκιε! Σε γυρεύουμε εδώ και ώρα, του είπε η Βικτώρια.
— Με γυρεύετε; Γιατί; ρώτησε απορημένος.
— Σου φέραμε ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, του εξήγησε η Σόνια.
Ο Λεύκιος συνέχισε να τις κοιτάζει απορημένος.
— Δεν καταλαβαίνω. Πουλάτε παπούτσια; ξαναρώτησε ανασηκώνοντας τα φρύδια του.
Οι δύο μαθήτριες έβαλαν αμέσως τα γέλια.
— Όχι βέβαια! Απλώς είμαστε συμπονετικές και φιλεύσπλαχνες, του αποκρίθηκε η Σόνια.
Η Βικτώρια έβηξε μία φορά δυνατά κι έσπρωξε ελαφρώς τη Σόνια, για να μαζέψει τη γλώσσα της.
Ο Λεύκιος συνέχισε να τις κοιτάει παραξενεμένος, μα πάνω που εκείνες ετοιμάζονταν να του πουν περισσότερα, χτύπησε το κουδούνι για το μάθημα.
— Σε λίγο θα καταλάβεις, του είπε βιαστικά η Βικτώρια και μπήκε στην τάξη. Η Σόνια την ακολούθησε.
Ο Λεύκιος πήγε και κάθισε στη θέση του, ενώ τα δύο κορίτσια στάθηκαν δίπλα στην έδρα.
— Λεύκιε, μπορείς, σε παρακαλώ, να έρθεις εδώ, κοντά μας; τον ρώτησε άξαφνα η Βικτώρια χαμογελώντας πλατιά, γνέφοντάς του συγχρόνως με το χέρι της να σηκωθεί πάνω.
Ήταν περίεργος να μάθει τι ακριβώς ήθελαν απ’ αυτόν. Σηκώθηκε λοιπόν από τη θέση του και πήγε και στάθηκε δίπλα τους.
— Αυτά τα υπέροχα παπούτσια τ’ αγοράσαμε για σένα με τα χρήματα από τον έρανο που κάναμε εγώ και η Σόνια, είπε δυνατά η Βικτώρια, ώστε να την ακούσουν και οι μαθητές που κάθονταν στα τελευταία θρανία της αίθουσας.
— Ένα καινούριο ζευγάρι το χρειαζόσουν. Το φωνάζουν τα σκισμένα παπούτσια που φοράς εδώ και καιρό, πρόσθεσε η Σόνια, κι ευθύς το χαμόγελό της πλάτυνε.
Η Βικτώρια έβηξε δυνατά κι έδωσε ακόμη μία ελαφριά σπρωξιά στη Σόνια, για να μαζευτεί.
Ο Λεύκιος αισθάνθηκε ένα αόρατο σουβλερό βέλος να διαπερνά το σώμα του, να σκίζει με φόρα τον εσωτερικό του κόσμο και να καταλήγει πάνω στην αυτοπεποίθησή του. Την αφουγκράστηκε ξαφνικά, όση είχε καταφέρει να χτίσει μέσα στα δύσκολα χρόνια της ορφάνιας του, να διαμαρτύρεται έντονα.
Καθώς προσπαθούσε να διαχειριστεί την αναπάντεχη ψυχική αναστάτωση που τον είχε βρει, αισθάνθηκε να αποστασιοποιείται από τους υπόλοιπους μαθητές και σιγά σιγά να καταλήγει στη γωνία, στην άκρη της αίθουσας.
Ένας λυγμός ανέβηκε από την καρδιά του κι έφραξε τον λαιμό του όταν αισθάνθηκε τη λέξη ΥΠΟΔΕΕΣΤΕΡΟΣ να εμφανίζεται με μεγάλα κεφαλαία γράμματα μέσα στο μυαλό του και να το διαφεντεύει.
Ξεροκατάπιε γρήγορα και σήκωσε το κεφάλι του. Έριξε μια σύντομη ματιά στους συμμαθητές του και μετά στράφηκε προς το μέρος της Βικτώριας και κοίταξε ξανά τα παπούτσια που κρατούσε στα χέρια της.
Τα κορίτσια συνέχισαν να χαμογελούν πλατιά, περιμένοντας από τον Λεύκιο να τα πάρει και να τις ευχαριστήσει. Μία λεπτομέρεια όμως, η οποία είχε διαφύγει την προσοχή τους, ανέτρεψε τα σχέδιά τους κι έφερε τα πάνω κάτω.
— Βγάλατε λάθος συμπέρασμα, κορίτσια, τους είπε ευγενικά, δείχνοντας με το δάχτυλό του τα παπούτσια που φορούσε.
Οι δύο μαθήτριες της τρίτης μάζεψαν αμέσως τα χαμόγελά τους και χαμήλωσαν το κεφάλι, για να δούνε τι τους έδειχνε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο ενθουσιασμός που έλαμπε από ώρα στο βλέμμα τους εξαφανίστηκε.
Ορισμένοι μαθητές σηκώθηκαν από τις θέσεις τους για να δούνε κι αυτοί τι έδειχνε ο Λεύκιος με το δάχτυλό του, ενώ κάποιοι άλλοι άρχισαν να γέρνουν μια από δω και μια από κει, προκειμένου να καταφέρουν να δουν τι είχε κάνει τα δύο κορίτσια της τρίτης να κοκαλώσουν.
— Πού τα βρήκες; τον ρώτησε κοφτά η Βικτώρια, σαν να είχε θυμώσει ξαφνικά.
— Πού είναι τα σκισμένα παλιοπάπουτσά σου; Και πώς θα εντυπωσιάσουμε τώρα εμείς τους μαθ…, πήγε να πει με έντονο ύφος η Σόνια, μα η σπρωξιά που της έδωσε η Βικτώρια, δυνατότερη από τις δύο προηγούμενες, της έκλεισε αμέσως το στόμα.
Ο Λεύκιος φορούσε τα μεταχειρισμένα αθλητικά παπούτσια που του είχαν φέρει τα ξαδέρφια του λίγες ημέρες πριν, γεγονός που ενόχλησε πολύ τη Βικτώρια, γιατί ήταν ένα απροσδόκητο εμπόδιο που έβαζε σε κίνδυνο την πραγματοποίηση του στόχου της. Προσπάθησε λοιπόν να επικεντρωθεί στη συμβουλή που της είχε δώσει ο πατέρας της: «Θέτεις τον στόχο σου και προσπαθείς να τον πετύχεις, εξουδετερώνοντας με κάθε τρόπο οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιαστεί».
— Πάρε τα παπούτσια που σου αγοράσαμε, για να έχεις ένα δεύτερο ζευγάρι. Μην είσαι ακατάδεκτος, είπε στον Λεύκιο με προσποιητή καλοσύνη.
— Ναι. Μην είσαι ακατάδεκτος. Πάρε τα παπούτσια, επανέλαβε η Σόνια. Και να μην ξεχάσεις, Λεύκιε, πως από τώρα και στο εξής θα πρέπει να αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη για εμάς. Όταν φτάσει λοιπόν η ώρα να ζητήσουμε την ψήφο σου στις επερχόμενες εκλ…
Το άγριο βλέμμα της Βικτώριας έπεσε πάλι βαρύ επάνω στη Σόνια και την έκανε να σωπάσει αμέσως.
Ο Λεύκιος δεν τους είπε τίποτε άλλο και επέστρεψε στη θέση του.
Παγερή σιωπή απλώθηκε ξαφνικά μέσα στην αίθουσα. Η μοναδική κίνηση ήταν εκείνη η αμήχανη που έκαναν οι κόρες των ματιών των μαθητών, οι οποίες πήγαιναν μια δεξιά και μια αριστερά, αργά και ασταμάτητα. Κάποιοι προσπάθησαν να πουν κάτι, μα η Βικτώρια τους αγριοκοιτούσε κι ευθύς σώπαιναν.
— Βικτώρια! ακούστηκε δυνατά η φωνή του μαθητή που καθόταν στο τελευταίο θρανίο, κάνοντας όλους τους άλλους να στραφούν προς το μέρος του και να τον κοιτάξουν σαστισμένοι. «Μια αγαθοεργία θα πρέπει να κάνει όλους τους εμπλεκoμένους να αισθάνονται καλά. Και αυτούς που δίνουν και αυτούς που παίρνουν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο».
— Συμφωνώ. Μήπως μας κρύβετε κάτι, κορίτσια; τις ρώτησε μια μαθήτρια κοιτώντας τες καχύποπτα.
Οι υπόλοιποι ευθύς στράφηκαν προς το μέρος τους. Ορισμένοι σούφρωσαν τα φρύδια τους παραξενεμένοι.
Η Βικτώρια, που βρέθηκε σε δύσκολη θέση, συγκεντρώθηκε ακόμα περισσότερο στη συμβουλή που της είχε δώσει ο πατέρας της. Σήκωσε λοιπόν ψηλά το κεφάλι της και τους είπε περιφρονητικά μία συμβουλή που της είχε δώσει παλιά η μητέρα της:
— Ως συνήθως, οι αδρανείς άνθρωποι επικρίνουν τις ενέργειες αυτών που δρουν.
— Ως συνήθως, οι αδρανείς άνθρωποι επικρίνουν τις ενέργειες αυτών που δρουν, επανέλαβε γρήγορα η Σόνια, προσπαθώντας να μιμηθεί το ύφος της Βικτώριας.
Τρεις μαθητές αποφάσισαν να τις υπερασπιστούν. Το βράδυ του Σαββάτου η Βικτώρια θα έκανε ένα μεγάλο πάρτι στο σπίτι της, οπότε αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία για να κερδίσουν από μία πρόσκληση.
— Ηρεμήστε, βρε παιδιά, είπε ο ένας.
— Σωστά. Δεν χρειάζεται να το κάνετε τόσο μεγάλο θέμα, πρόσθεσε ο δεύτερος.
— Ας μην χαλάσουμε τη διάθεσή μας για ένα ζευγάρι παπούτσια, πρόσθεσε ο τρίτος, που σκόπευε να ζητήσει μια χάρη από τον πατέρα της Βικτώριας τις επόμενες μέρες.
— Πάρε επιτέλους τα παπούτσια. Δεν βλέπεις πως η στάση που τηρείς προκαλεί αναστάτωση; είπε η Βικτώρια στον Λεύκιο με έντονο ύφος, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ευχαρίστησης.
— Πάρε επιτέλους τα παπούτσια! αντήχησε ξαφνικά αγανακτισμένη σε ολόκληρη την αίθουσα η φωνή της Σόνιας, η οποία κουνούσε αυστηρά το δάχτυλό της στον Λεύκιο. Πρέπει να κερδίσουμε την εκτίμηση των καθηγητών του σχολείου μας για να έχουμε την εύνοια τους. Πρέπει ακόμη να εντυπωσιάσουμε τους μαθητές του σχολείου για να καταφέρουμε να πάρουμε τις ψήφους τους στις επερχόμενες σχολικές εκλογές. Και να θυμάσαι, Λεύκιε, πως από τώρα και στο εξής θα πρέπει να μας ευγνωμονείς για τα παπούτσια που σου αγοράσαμε. Όταν λοιπόν σου ζητήσουμε να μας δώσεις την ψήφο σου, ή να μας κάνεις οποιοδήποτε άλλο θέλημα, δεν πρέπει ν’ αρνηθείς, κατέληξε η Σόνια, κάνοντας τη Βικτώρια να φρικάρει και να χαμογελάσει αμήχανα.
Παγερή σιωπή απλώθηκε ξανά στη μεγάλη αίθουσα. Τα δυσάρεστα ξεφυσήματα που ακούστηκαν από ορισμένους μαθητές μαρτυρούσαν πως μια έντονη εσωτερική ταραχή τούς είχε καταβάλει. Ένας απ’ αυτούς μουρμούρισε κάποια ακαταλαβίστικα λόγια, ενώ κάποιοι άλλοι άρχισαν να χτυπούνε νευρικά με το στιλό τους το θρανίο.
Ο Λεύκιος στράφηκε τότε προς το μέρος της Βικτώριας και της Σόνιας και τους είπε με ήπιο τόνο:
— “Αγαθοεργία”, κορίτσια, είναι η έμπρακτη βοήθεια προς τους συνανθρώπους μας που έχουν ανάγκη, με στόχο την ανακούφισή τους. Εκφράζεται με διακριτικότητα, με κατανόηση και με σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους, έτσι ώστε να μην προκαλεί αμηχανία και έκθεση. Η προσφορά είναι ανιδιοτελής, δεν περιμένουμε λοιπόν από εκείνους τίποτε σε αντάλλαγμα, παρά μόνο την ικανοποίηση που μας δίνει η καλή πράξη. Δεν τους εγκλωβίζουμε μέσα στη βοήθεια που τους προσφέρουμε, απαιτώντας στη συνέχεια από αυτούς να εκτελούν τη μία ή την άλλη επιθυμία ή εντολή μας.
Η Βικτώρια κοίταξε θυμωμένη τον Λεύκιο, με την άκρη του ματιού της, κι έκανε έναν περιφρονητικό μορφασμό. Χωρίς να χάσει χρόνο, κίνησε να φύγει από την αίθουσα, γιατί αισθανόταν τα βλέμματα των μαθητών και των μαθητριών της δευτέρας βαριά επάνω της. Στο μυαλό της τριγύριζε το ακριβό δώρο που της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της εάν κέρδιζε τις σχολικές εκλογές, και η σκέψη πως θα το έχανε την έκανε ακόμα πιο θυμωμένη.
Η Σόνια την πήρε στο κατόπι και τη ρώτησε:
— Τι θα τα κάνουμε τα παπούτσια; Μήπως να τα επιστρέψουμε πίσω στο κατάστημα και να πάρουμε κάτι για εμάς;
Η Βικτώρια έγινε έξαλλη όταν την άκουσε και επιτάχυνε τον βηματισμό της.
— Σόνια! ακούστηκε δυνατά η φωνή του μαθητή που καθόταν στο τελευταίο θρανίο, κάνοντας τους υπόλοιπους να στραφούν αμέσως προς το μέρος του.
Εκείνη σκιάχτηκε προς στιγμή. Σταμάτησε απότομα και έμεινε να τον κοιτάζει με απορία.
— Μας φανέρωσες τις πραγματικές προθέσεις της Βικτώριας. Μας άνοιξες τα μάτια, κι ας μην το είχες σκοπό. Άνοιξε κι εσύ λιγάκι παραπάνω τα δικά σου, για να δεις ποιους ενδυναμώνεις και ποιους αποδυναμώνεις. Μάθε να εντοπίζεις τους μαθητές που στοχεύουν σε σχολικά αξιώματα έχοντας κατά νου να υπηρετήσουν το κοινό καλό και όχι να εξυπηρετήσουν το προσωπικό τους συμφέρον.
Όση ώρα μιλούσε ο μαθητής του τελευταίου θρανίου, η Σόνια δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Όταν τελείωσε, εκείνη συνέχισε να τον κοιτάζει με αμηχανία. Ήταν φανερό πως αισθάνθηκε άβολα και πως δεν έβρισκε λόγια να του πει.
— Οι άνθρωποι καθημερινά τρέχουμε προς ένα σωρό κατευθύνσεις. Όταν αντιλαμβανόμαστε πως μία από αυτές είναι λανθασμένη, δεν αυξάνουμε την ταχύτητά μας για να τρέξουμε γρηγορότερα. Ελαττώνουμε, σταματάμε και συνεχίζουμε ν’ ακολουθούμε τις υπόλοιπες κατευθύνσεις, της είπε ο Λεύκιος ευγενικά.
Για παράδειγμα, η καθημερινή συναναστροφή και επικοινωνία μας με άλλους ανθρώπους, η άθλησή μας, η φοίτησή μας στο σχολείο, μια συμβουλή, μια γνώμη, μια ιδέα κ.λπ. μας κατευθύνουν προς τα κάπου. Πριν από δύο περίπου μήνες, λόγου χάρη, ακολούθησα μια συμβουλή που μου έδωσε ένα συγγενικό μου πρόσωπο, η οποία έλεγε: «Θέτεις τον στόχο σου και προσπαθείς να τον πετύχεις, εξουδετερώνοντας με κάθε τρόπο οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιαστεί». Μα στην πορεία διαπίστωσα πως δεν με ωφελούσε, γιατί με γέμιζε άγχος, με έκανε να νιώθω μπερδεμένος και αποδυνάμωνε την ειρήνη της ψυχής μου, οπότε αποφάσισα να σταματήσω να την ακολουθώ. Της έκανα ορισμένες μετατροπές και της έδωσα την εξής μορφή: «Θέτεις υγιείς στόχους και προσπαθείς να τους πετύχεις, αντιμετωπίζοντας ειρηνικά και δίκαια οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιαστεί».
Αρκετοί μαθητές συμφώνησαν αμέσως με τον Λεύκιο, γνέφοντας καταφατικά με το κεφάλι τους. Κάποιοι άλλοι αισθάνθηκαν νευρικότητα κι έκαναν ορισμένες ανήσυχες κινήσεις, ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν ατάραχοι και σιωπηλοί.
Ο καθηγητής, πριν μπει στην τάξη, είχε προλάβει να ακούσει ένα μικρό μέρος του διαλόγου που είχε προηγηθεί ανάμεσα στους μαθητές της δευτέρας και στις δύο μαθήτριες της τρίτης.
— Κορίτσια, όταν έχετε ελεύθερο χρόνο, περάστε, σας παρακαλώ, από το γραφείο μου να μιλήσουμε, τους είπε με ευγένεια και καλοσύνη.
Η Βικτώρια δεν έδωσε σημασία στα λόγια του και επιτάχυνε το βήμα της, ενώ η Σόνια τον κοίταξε ανήσυχη και του έγνεψε καταφατικά.
— Θα περάσω το συντομότερο, κύριε, του αποκρίθηκε με σφιγμένη καρδιά κι έφυγε συλλογισμένη.
Ο καθηγητής μπήκε στη συνέχεια στην τάξη και καλημέρισε τους μαθητές. Το σοβαρό και προβληματισμένο ύφος του τους παραξένεψε όλους. Συνήθως ακουμπούσε τα πράγματά του στην έδρα και μετά έκανε διάλογο μαζί τους. Πότε σοβαρεύονταν και πότε έπιαναν τ’ αστεία. Πότε συμφωνούσαν και πότε διαφωνούσαν. Για ένα πεντάλεπτο περίπου λοιπόν, προτού ξεκινήσει το μάθημα, βελτίωναν την επικοινωνία τους και ενδυνάμωναν τη φιλία τους.
Εκείνη τη μέρα όμως προχώρησε κατευθείαν στο μάθημα. Στάθηκε στον πίνακα κι έγραψε:
Σήμερα επιθυμώ να κάνω τα εξής:
● Να είμαι στην ώρα μου το πρωί στο σχολείο.
● Να ενθαρρύνω τους μαθητές να συνεχίσουν να προσπαθούν και να βελτιώνονται.
● Να βάλω πολύ δύσκολες ασκήσεις στο διαγώνισμα.
● Να καβγαδίσω με δύο συναδέλφους μου, επειδή διαφωνώ πλήρως με τις απόψεις τους.
● Καθώς θα επιστρέφω στο σπίτι μου το μεσημέρι, να είμαι ιδιαίτερα προσεκτικός στην οδήγηση, γιατί η ορατότητα θα είναι χαμηλή λόγω του νέφους σκόνης που υπάρχει σήμερα στην ατμόσφαιρα..
● Να φάω για μεσημεριανό δύο μερίδες φαγητό, ίσως και τρεις, αντί για μία.
● Να αθληθώ για μία τουλάχιστον ώρα ή να κάνω μια βόλτα στη φύση.
● Να περιποιηθώ τον κήπο του σπιτιού μου, τον οποίο έχω παραμελήσει εδώ και καιρό.
● Να πετάξω στα σκουπίδια όλα τα ρούχα και τα παπούτσια που έχω μέσα στην ντουλάπα μου και να πάω ν’ αγοράσω καινούρια.
● Να τηλεφωνήσω στους γονείς μου, για να μάθω αν είναι καλά στην υγεία τους και να τους ρωτήσω αν χρειάζονται κάποια βοήθεια από μένα.
● Να πετάξω στο φυσικό πάρκο της γειτονιάς μου τις μικροσυσκευές που δεν χρειάζομαι.
— Αυτές, παιδιά, είναι οι επιθυμίες μου για σήμερα, και σκοπεύω να τις πραγματοποιήσω όλες! τους είπε απλά και ήρεμα.
Οι μαθητές και οι μαθήτριες διάβασαν τις επιθυμίες που έγραψε στον πίνακα και μετά στράφηκαν ένας ένας προς το μέρος του και τον κοίταξαν παραξενεμένοι. Κάποιες μαθήτριες αντάλλαξαν μεταξύ τους περίεργες ματιές, λες και μια εικόνα που ομόρφαινε τον εσωτερικό τους κόσμο είχε σβηστεί, μα η καρδιά τους, που την ήθελε πάλι πίσω, μαχόταν να βρει τρόπο να την επαναφέρει.
Ο καθηγητής περίμενε υπομονετικά τις αντιδράσεις τους και συγχρόνως αφουγκραζόταν τη σκέψη τους: Οι άπληστοι καιροί μάς παίρνουν έναν έναν τους εκπαιδευτικούς που αγαπάμε.
— Μα… δεν μπορείτε να τις πραγματοποιήσετε, κύριε, είπε η Ναυσικά σπάζοντας την κρύα σιωπή που επικρατούσε μέσα στην αίθουσα τα τελευταία λεπτά.
— Γιατί όχι, παιδί μου; Αφού είναι όλες δικές μου. Εγώ τις ορίζω. Κανένας άλλος δεν ορίζει τις επιθυμίες μου εκτός από μένα. Και φυσικά, το ίδιο ισχύει και για εσάς και για κάθε άλλο άνθρωπο, της αποκρίθηκε.
Κανείς από τους μαθητές δεν είχε αντιληφθεί ακόμη το μεγαλόπνοο σχέδιο που είχε θέσει σ’ εφαρμογή ο βαθυστόχαστος εκπαιδευτικός.
Η μαθήτρια σούφρωσε ελαφρώς τα φρύδια της και του είπε με δισταγμό, διακόπτοντας διαρκώς τη ροή του λόγου της:
— Δεν πρέπει να τις πραγματοποιήσετε όλες, κύριε, γιατί… γιατί… ορισμένες από τις επιθυμίες σας είναι… κάπως!
Ο καθηγητής χαμογέλασε με σύνεση.
— Μπορείς, σε παρακαλώ, να γίνεις πιο συγκεκριμένη, Ναυσικά; Τι εννοείς όταν λες πως ορισμένες επιθυμίες μου είναι «κάπως»;
Η μαθήτρια έμεινε να τον κοιτάει ανέκφραστη, με τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά.
— Ορισμένες από τις επιθυμίες που γράψατε στον πίνακα δεν μπορείτε να τις πραγματοποιήσετε, κύριε, είπε η Όλγα διστακτικά.
Ο καθηγητής χαμογέλασε πάλι.
— Σε διαβεβαιώνω, παιδί μου, πως μπορώ να τις πραγματοποιήσω όλες, από την πρώτη μέχρι την τελευταία, της απάντησε, περιμένοντας με κρυφή αγωνία το επόμενο σχόλιο που θα έκαναν οι μαθητές και οι μαθήτριες, το οποίο πιθανότατα θα εξυπηρετούσε το σχέδιό του.
Η αίθουσα κυριεύτηκε από εκκωφαντική σιωπή. Ο καθηγητής στεκόταν μπροστά από την έδρα και αφουγκραζόταν με μεγάλη ικανοποίηση την εσωτερική προσπάθεια που έκαναν όλοι, νοητικά και συναισθηματικά, προκειμένου να καταφέρουν να εντοπίσουν το πιο πειστικό επιχείρημα για να τον αντιμετωπίσουν.
— Ορισμένες από τις επιθυμίες σας είναι βλαβερές, κύριε, είπε ο Λεύκιος, με ήπιο ύφος, κοιτώντας τον καθηγητή με σιγουριά.
Κάποιοι μαθητές χαμογέλασαν από έκπληξη για την ευθύτητά του, ενώ κάποιοι άλλοι στράφηκαν προς τον καθηγητή, ο οποίος πήρε μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και χαμογέλασε ευχαριστημένος.
— Λεύκιε, μπορείς, σε παρακαλώ, να γίνεις πιο σαφής;
— Ορισμένες από τις επιθυμίες σας, κύριε, δεν είναι ευεργετικές. Είναι βλαβερές για εσάς τον ίδιο, για εμάς τους μαθητές, για κάποιους συνανθρώπους σας, για άλλα ζωντανά πλάσματα, για το τεχνητό και το φυσικό μας περιβάλλον.
— Μπορείς να μας δώσεις ένα παράδειγμα, παιδί μου; τον ρώτησε, προσμένοντας με ενδιαφέρον την απάντησή του.
Ο Λεύκιος στράφηκε προς τον πίνακα και διάβασε ξανά τις επιθυμίες που είχε γράψει ο καθηγητής. Ύστερα τον κοίταξε με σεβασμό και του είπε ευγενικά:
— Γράψατε πως επιθυμείτε να καβγαδίσετε με δύο συναδέλφους σας, επειδή διαφωνείτε πλήρως με τις απόψεις τους. Εάν λοιπόν πραγματοποιήσετε αυτή την επιθυμία σας, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συμβούν τα εξής: - - -
- Να προκληθεί φασαρία και αναστάτωση.
- Να διασαλευτεί η τάξη και η ησυχία.
- Να ενοχληθούν άλλα άτομα που θα βρίσκονται εκεί και να υπάρξουν διαμαρτυρίες.
- Να υπονομευτεί η ειρήνη και…
Μόλις ο Λεύκιος ξεστόμισε τις τελευταίες λέξεις, και προτού ακόμη τελειώσει τη φράση του, ένα αποκρουστικό νέφος, συνοδευόμενο από έντονο βουητό, απλώθηκε ξαφνικά πάνω από το σχολικό κτίριο.
— Απ’ ό,τι φαίνεται, θα ξεσπάσει μεγάλη καταιγίδα! είπε με έντονο ύφος ένας από τους μαθητές που κάθονταν πλάι στα παράθυρα και είχαν θέα προς την αυλή.
Ο καθηγητής κατευθύνθηκε προς την είσοδο της αίθουσας και κοίταξε εξεταστικά το περίεργο φαινόμενο που είχε καλύψει ένα μεγάλο μέρος του ουρανού πάνω από το σχολείο.
— Αυτά που βλέπετε, παιδιά, δεν είναι σύννεφα. Είναι ένα τεράστιο σμήνος από μαύρα πουλιά!
Οι μαθητές σηκώθηκαν αμέσως από τις θέσεις τους κι έτρεξαν προς τα παράθυρα, για να δούνε το σπάνιο θέαμα.
Ο Λεύκιος σηκώθηκε τελευταίος και πήγε και στάθηκε πίσω από τους συμμαθητές του. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά και είδε το σμήνος των πουλιών, που κινούνταν κυκλικά μέσα σ’ ένα δυνατό και διαρκές βουητό.
Ξαφνικά, διέκρινε μια μεγάλη σκιά να προβάλλει από το σμήνος και να κατευθύνεται ταχύτατα προς το σχολικό κτίριο. Για μια στιγμή, νόμισε πως τον ξεγελούσαν τα μάτια του, αφού εκτός από αυτόν κανείς άλλος δεν μπορούσε να τη διακρίνει. Τα έτριψε με τα χέρια του και ξανακοίταξε το σμήνος. Η σκιά, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, βρέθηκε πάνω από τις αίθουσες του σχολείου και άρχισε να τις περνάει μία μία, λες και γύρευε κάτι. Όταν έφτασε έξω από τη δική τους, σταμάτησε απότομα.
Ο Λεύκιος αισθάνθηκε έντονη απειλή, μα αδυνατούσε να προσδιορίσει τον λόγο. Το ένστικτό του τον ειδοποιούσε πως κινδύνευε και πως έπρεπε να κάνει κάτι για να προφυλαχτεί.
Ενστικτωδώς λοιπόν, κινήθηκε προς τα πίσω κάνοντας δύο βιαστικά βήματα. Ύστερα προχώρησε προς το θρανίο του, άρπαξε στα γρήγορα την τσάντα του και κατευθύνθηκε προς τη μικρή αποθήκη που βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της αίθουσας. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα στο δωματιάκι και την έκλεισε ξανά πίσω του. Άξαφνα, αισθάνθηκε εντονότερη ανησυχία, και τότε κατάλαβε πως η σκιά είχε μπει στην αίθουσα και περιφερόταν στον χώρο. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά από μεγάλο φόβο.
Ανασαίνοντας αργά, ακούμπησε την πλάτη και το κεφάλι του στον τοίχο της μικρής αποθήκης και προσπάθησε να παραμείνει ψύχραιμος. Κάποια στιγμή τα χέρια του ακούμπησαν τις πλαϊνές τσέπες του παντελονιού του και τότε αντιλήφθηκε πως το μενταγιόν του έλειπε. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα διαπίστωσε πως ούτε γύρω από τον λαιμό του ήταν κρεμασμένο. Με μια γρήγορη κίνηση, άνοιξε το μπροστινό φερμουάρ της σχολικής του τσάντας και άρχισε να το ψάχνει ανήσυχος. Μόλις το βρήκε, του έριξε μια σύντομη ματιά και το έβαλε στην τσέπη του ανακουφισμένος. Ευθύς τότε έπαψε να αισθάνεται την απειλή, γεγονός που τον έκανε να σουφρώσει τα φρύδια του παραξενεμένος.
Άνοιξε αθόρυβα την πόρτα της αποθήκης και εξέτασε προσεκτικά τον χώρο της αίθουσας. Είδε τότε τη σκιά να απομακρύνεται και η καρδιά του σκίρτησε από χαρά.
Βγήκε έξω και προχώρησε προς το παράθυρο, εκεί όπου έστεκαν οι συμμαθητές του και ο καθηγητής. Έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό και παρατήρησε πως η σκιά πετούσε με μεγάλη ταχύτητα προς το σμήνος και σύντομα ενσωματώθηκε σε αυτό. Στη συνέχεια, το σμήνος απομακρύνθηκε ακολουθώντας ανοδική πορεία, μέχρι που κάποια στιγμή χάθηκε από το οπτικό τους πεδίο.
Ο Λεύκιος, στην προσπάθειά του να αποδιώξει την αγωνία που τον είχε βρει τα τελευταία λεπτά, έπεισε τον εαυτό του πως το περιστατικό με τη σκιά δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση που είχε προκύψει από την ψυχική κούραση που αισθανόταν τις τελευταίες μέρες.
— Τα περισσότερα είδη πουλιών, και ειδικά αυτά που είναι μεγάλα σε μέγεθος, μεταναστεύουν σε σμήνη, συνέχισε να εξηγεί ο καθηγητής στους μαθητές του, οι οποίοι είχαν ακόμη τα κεφάλια τους σηκωμένα ψηλά. «Υπάρχουν είδη πουλιών που διανύουν πολύ μεγάλες αποστάσεις κι έρχονται αντιμέτωπα με πολλούς κινδύνους μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους».
Ένας ένας οι μαθητές γύρισαν στις θέσεις τους και ο καθηγητής συνέχισε.
— Και τώρα, παιδιά, θα πάρουμε τις επιθυμίες που έγραψα στον πίνακα και θα προσπαθήσουμε να βρούμε τα λάθη που περιλαμβάνουν. Σας πληροφορώ πως ο δρόμος που θα διαβούμε για να φτάσουμε σε αυτά είναι ξεχωριστός, γιατί, καθώς θα τον διανύουμε, θα μας αποκαλυφθούν ορισμένες μεγάλες αλήθειες.
— Ακούγεται πολύ ενδιαφέρον, είπε θαρρετά η Αρσινόη.
— Ακούγεται σαν παιχνίδι, είπε η Ναυσικά και χαμογέλασε μ’ ευχαρίστηση.
— Ας παίξουμε λοιπόν! συμφώνησε ο καθηγητής, καθώς έγραφε στον πίνακα: «Πώς εντοπίζουμε τις βλαβερές επιθυμίες μας, και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’ αντιστεκόμαστε σ’ αυτές;».
— Γιατί διαφοροποιήσατε το σημερινό μάθημα, κύριε; τον ρώτησε ξαφνικά η Θάλεια.
Αρκετοί μαθητές συμμερίζονταν την απορία της, και το έδειξαν μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού τους ή μ’ έναν λόγο τους.
Ο καθηγητής τούς κοίταξε στοργικά, χαμογέλασε ελαφρώς και τους είπε:
— Γιατί εκτός από γνώση, επιθυμώ να έχετε και προσωπική ευτυχία, παιδιά.
Οι μαθητές αφουγκράστηκαν την ειλικρινή έγνοια στον ήχο της φωνής του κι ένας ένας χαμήλωσαν το βλέμμα τους. Αισθάνθηκαν τις αγωνίες, τις ανησυχίες, τους φόβους, τα παράπονά τους και ό,τι άλλο είχε στοιβαχτεί από καιρό μέσα στις καρδιές τους να ημερεύουν.
— Σας ευχαριστούμε, κύριε, του είπε η Θάλεια, με εκτίμηση.
Οι υπόλοιποι μαθητές συμφώνησαν κουνώντας αργά τα κεφάλια τους.
Η μέρα κύλησε γρήγορα και το βράδυ ο Λεύκιος κοιμήθηκε βαθιά και είδε ένα παράξενο όνειρο.
Βρισκόταν στην πόλη όπου γεννήθηκε κι έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Στεκόταν στην κορυφή του λευκού φάρου που δέσποζε στη δυτική ακτή της και αγνάντευε το νυχτερινό πέλαγος, που λαμπύριζε κάτω από τον έναστρο ουρανό. Ξαφνικά, μια έντονη λάμψη, σαν αστραπή, φώτισε την ήσυχη πλάση. Ο Λεύκιος έκανε δυο βήματα μπροστά, για να έχει καλύτερη ορατότητα, και παρατήρησε πως η λάμψη κάλυπτε ένα μεγάλο σημείο του ουρανού πάνω από τον φάρο. Συνέχισε να κοιτάει έκπληκτος το εντυπωσιακό θέαμα, μέχρι που άκουσε μια βαθιά και απόκοσμη φωνή να αντηχεί ολόγυρα. Αδυνατούσε να δει τον ομιλητή, μα μπορούσε να ακούσει καθαρά όσα έλεγε:
Αγγελιοφόρος:
Αρετές!
Όπως γνωρίζετε, οι Αθάνατοι Ειρηνικοί Αναγεννητές ενανθρωπίστηκαν και βρίσκονται στη Γη.
Θα εφαρμόσουν τα ειρηνικά σχέδιά τους για ν’ αποκαταστήσουν την ειρήνη πάνω στον πλανήτη και να εδραιώσουν τη θέση της σε αυτόν.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Πρώτος Αναγεννητής, ο οποίος πραγματοποιεί τις μεγαλύτερες ανατροπές πάνω στους πλανήτες.
Σας υπενθυμίζω τα εξής:
Όταν οι Αθάνατοι αποκτούν υλική, ανθρώπινη υπόσταση, χάνουν ένα μέρος της μνήμης τους, με αποτέλεσμα να γίνονται ευάλωτοι σε ορισμένα στοιχεία που διαμορφώνουν τη ζωή πάνω στη Γη.
Η μνήμη του Πρώτου Αναγεννητή φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη του Χρόνου, εκεί όπου κατοικεί η Αρχέγονη Γνώση.
Όταν ανακτήσει όλη τη χαμένη μνήμη του, η Αρχέγονη Γνώση θα του παραχωρήσει την Υπέρτατη Ισχύ. Τότε, θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αναγεννητές και θα καταστεί ακατανίκητος στις μάχες που θα δίνει για την αποκατάσταση της ειρήνης στη Γη.
Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτήν, καλείστε να στηρίξετε το ύψιστο έργο των Ειρηνικών Αναγεννητών με τη γνώση που εμπερικλείεται στο ανίκητο φως σας.
Αρετές!
Η ανθρωπότητα σας χρειάζεται.
Προστατέψτε τη ζωή και ό,τι άλλο πολύτιμο αναπτύχθηκε μέσα στους αιώνες και μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά.
Καλείστε να εισχωρήσετε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πλανήτη, να διαφωτίσετε και ν’ αναγεννήσετε τους λαούς και τα έθνη.
Αφυπνίστε τις ευεργετικές επιθυμίες και τις καθάριες εμπνεύσεις τους.
Οι απεσταλμένοι του Χρόνου θα σας στηρίζουν και θα σας καθοδηγούν αδιάλειπτα.
Ξαφνικά, η απόκοσμη φωνή σώπασε και η έντονη λάμψη χάθηκε. Ο Λεύκιος συνέχισε να έχει το κεφάλι του στραμμένο ψηλά και να κοιτάζει άφωνος και σαστισμένος την απεραντοσύνη τ’ ουρανού. Από τη μνήμη του αναδύθηκαν τότε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η μητέρα του, σ’ ένα παλιότερο όνειρό του. Οι λέξεις και οι προτάσεις, γεμάτες έγνοια και βαθιά αγάπη, έφταναν στ’ αυτιά του αργά και διακοπτόμενα: «Βρες τη φράση, παιδί μου. Είναι πολύ σημαντική. Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Προσπάθησε να εντοπίζεις τα φωτεινά σημάδια, για να μη χάνεις τον δρόμο σου».
Καθώς τα λόγια της επαναλαμβάνονταν μέσα στο μυαλό του, ο Λεύκιος άκουσε βήματα κι έστρεψε αμέσως το κεφάλι του προς την εσωτερική σκάλα του φάρου.
Ανδρικές και γυναικείες φωνές άρχισαν να φτάνουν στ’ αυτιά του, και τότε συνειδητοποίησε πως κάποιοι άνθρωποι κατευθύνονταν προς την κορυφή του ψηλού οικοδομήματος. Οι φωνές τους ακούγονταν σαν μακρινός αντίλαλος και δυνάμωναν στο πέρασμα της ώρας. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τα λόγια τους, μα αισθανόταν την παρουσία τους να γεμίζει την ψυχή του με ευφορία. Η χαρά σκιρτούσε μέσα του έντονα και ασταμάτητα. Καθώς οι άγνωστοι ανέβαιναν τα σκαλιά, πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο το σημείο όπου στεκόταν εκείνος, η ταραχή του αυξανόταν. Όταν βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής από την κορυφή, ο φάρος εξέπεμψε δυνατά φωτεινά σήματα πάνω από τη νυχτερινή θάλασσα.
Ο Λεύκιος ξύπνησε απότομα. Βαριανάσαινε, και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την αγωνία. Έστρεψε το κεφάλι του από την άλλη και μισοκοιμισμένος είδε το μενταγιόν του πάνω στο κομοδίνο, πλάι στο κρεβάτι του. Παρατήρησε πως ήταν ανοιχτό. Άπλωσε το χέρι του, το έκλεισε και συνέχισε τον ύπνο του, έχοντας την παλάμη του ακουμπισμένη προστατευτικά πάνω στο μενταγιόν. Η ύπαρξή του βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο όνειρο.
Είδε τη μορφή του να βυθίζεται αργά μέσα σε βαθιά νερά. Ήταν τραυματισμένος στο δεξί χέρι και στο κεφάλι και είχε χάσει τις αισθήσεις του.
Ορισμένα γράμματα γυρόφεραν άξαφνα το σώμα του. Σιγά σιγά μπήκαν σε σειρά και σχημάτισαν μια πρόταση που αποτελούνταν από τέσσερις λέξεις. Η πρώτη από αυτές ήταν το άρθρο «Η».
Καθώς ο Λεύκιος βυθιζόταν βαθύτερα στο νερό, μια φωτεινή αέρια μάζα τον περιτριγύρισε και τον περιέβαλε με πρωτόγνωρη ζεστασιά. Κάποια ελπιδοφόρα λόγια αντήχησαν τότε στ’ αυτιά του. Όσο η φωτεινή ανέμη γυρόφερνε το σώμα του, τα λόγια αντηχούσαν ολοένα και πιο δυνατά μέχρι που κάποια στιγμή η έντασή τους αυξήθηκε τόσο που ο Λεύκιος ανέκτησε απότομα τις αισθήσεις του και άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.
Τραντάχτηκε ολόκληρος και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ακολουθώντας τα ελπιδοφόρα λόγια που τον παρότρυναν να πεισμώσει, άρχισε να παλεύει για να σώσει τη ζωή του:
— Είναι κάποιες νύχτες που νομίζω πως ακούω τα λόγια της σιωπής σου μέσα στο σκοτάδι, γεμάτα λύπη και παράπονο, να τριγυρνάνε πάνω από την πόλη μας.
Γεφυρώνω την απόσταση που μας χωρίζει κρατώντας ζωντανές στη μνήμη μου τις όμορφες παιδικές μας αναμνήσεις.
Τραγουδώ τ’ αγαπημένα μας τραγούδια και ζητώ από τους ειρηνικούς ανέμους να οδηγούν τους μουσικούς απόηχους μέχρι την πόρτα της καρδιάς σου.
Συνεχίζεται…