ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 09 — Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ
Ο Λεύκιος επέστρεψε νωρίς από το σχολείο, γιατί είχαν μία ώρα κενό. Τελείωσε τα μαθήματά του, τακτοποίησε το υπνοδωμάτιό του και την κουζίνα και στις τρεις η ώρα έφυγε για το ζαχαροπλαστείο του κυρίου Αργυρού και της κυρίας Βερόνικας. Απείχε ένα περίπου χιλιόμετρο από το σπίτι του θείου του, και συνήθιζε να πηγαίνει εκεί μία φορά την εβδομάδα.
Οι φιλόξενοι ιδιοκτήτες του ζαχαροπλαστείου, τους οποίους είχε γνωρίσει έξι περίπου μήνες πριν, όταν πήγε να παραλάβει τα γλυκά που παρήγγειλε η θεία του, χαιρόντουσαν όταν τους επισκεπτόταν και τον καλοδέχονταν. Και όπως κάθε φορά, η κυρία Βερόνικα του διηγούνταν ξεχωριστές ιστορίες που είχαν ζήσει με τον σύζυγό της από τότε που είχαν ενώσει τις ζωές τους, και μετέφερε νοερά τον Λεύκιο σε μέρη με μοναδική ομορφιά και χάρη.
Η διήγησή της εκείνη τη μέρα αφορούσε την επίσκεψή τους σ’ ένα από τα μεγαλύτερα καταφύγια άγριας ζωής στον κόσμο. Ο κύριος Αργυρός και η κυρία Βερόνικα είχαν πάει να δουν τα θηλυκά δενδρόβια καγκουρό, τα οποία μπορούσαν να πηδούν με μεγάλη ευκολία και γρηγοράδα από το ένα σημείο του δέντρου στο άλλο, καθώς και από το ένα δέντρο στο άλλο. Κινούνταν με συγκεκριμένους τρόπους, ώστε να μη θέτουν σε κίνδυνο τα μικρά καγκουρό που κουβαλούσαν μέσα στους μάρσιπούς τους. Τρέφονταν κυρίως με φύλλα και όταν κουράζονταν κοιμόντουσαν πάνω στις διχάλες των δέντρων.
Σε κάποιο απόμερο σημείο της τεράστιας έκτασης όπου ζούσαν τα φιλήσυχα καγκουρό υπήρχε ένα εντυπωσιακό πέτρινο άγαλμα που αναπαριστούσε μια μεγαλόπρεπη και θαυμαστή γυναίκα. Οι ντόπιοι την αποκαλούσαν Σοφή Ανθοφόρα! Το βλέμμα της ήταν έντονα εκφραστικό –σαν αληθινό έμοιαζε– και το σώμα της ήταν καλυμμένο μ’ ένα θαυμαστό είδος φυτού, που λεγόταν μεγάλειον.
Το φυτό αυτό ανθοφορούσε όλο το έτος. Το εξωτερικό των πετάλων του ήταν κατακόκκινο, ενώ το εσωτερικό ήταν κατάλευκο. Μια υπάλληλος του πάρκου είχε διηγηθεί στην κυρία Βερόνικα και στον κύριο Αργυρό τον μύθο που περιέβαλλε το άγαλμα:
Όταν έπεφτε το σούρουπο κι ένα ένα τα λουλούδια του πάρκου έκλειναν τα πέταλά τους, το πανέμορφο μεγάλειον κρατούσε τα δικά του ανοιχτά. Τα καλοσυνάτα αερικά της νύχτας έσμιγαν με την ξεχωριστή μυρωδιά του και δημιουργούσαν τις «αέναες εμπνεύσεις», οι οποίες σκορπίζονταν πάνω από τα χωριά και τις πόλεις, επαινούσαν τους ανθρώπους και τους ενθάρρυναν να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους:
— Η ειρήνη διαφεντεύει τις υπάρξεις σας, γι’ αυτό και οι ελπίδες σας είναι διαρκώς αναπτερωμένες. Ενδυναμώνονται οι αρετές και οι αιώνιες αξίες σας, όπως ο αλληλοσεβασμός σας, η εργατικότητα, η συνεργασία, η πρόοδος και η ευημερία σας. Διασφαλίζονται οι μελλοντικές χαρές σας και προστατεύεται η ευτυχία σας.
Γίνεστε ολοένα και πιο προνοητικοί. Προτού θυσιάσετε τα σώματά σας, τους στόχους και τις προσδοκίες σας στον βωμό και άλλων εχθροπραξιών, σπεύδετε πρώτα ν’ αυξήσετε στον μέγιστο βαθμό τη σύνεσή σας, τη σωφροσύνη και τη σοφία σας. Σκέφτεστε και πράττετε ειρηνικά, σέβεστε τη ζωή σας και τις ζωές των συνανθρώπων σας και προστατεύετε τις τύχες τις δικές σας και των απογόνων σας.
Ο άνεμος της ειρήνης πνέει μέσα στις γειτονιές, στα χωριά και στις πόλεις σας. Σαλπάρουν οι υγιείς στόχοι σας προς την εκπλήρωσή τους. Ταξιδεύουν τα μεγαλόπνοα όνειρά σας προς την πραγματοποίησή τους.
Γέμιζαν όμως κάποτε οι καιροί με σημάδια παράξενα και ανησυχητικά. Από τα μάτια του εντυπωσιακού αγάλματος ανάβλυζε τότε μια ουσία, η πυράθη, η οποία κυλούσε πάνω στο μεγάλειον, κατέβρεχε τα πέταλά του και του προσέδιδε μια μυρωδιά ολόιδια με της καμένης γης και της στάχτης. Στη συνέχεια η ουσία κατευθυνόταν προς τις ρίζες του φυτού. Όταν αυτές την απορροφούσαν, τα λουλούδια έκλειναν αμέσως τα πέταλά τους και η αγαλμάτινη Σοφή Ανθοφόρα από κατάλευκη γινόταν κατακόκκινη.
Οι μητέρες καγκουρό κατέβαιναν τότε τρομαγμένες από τα δέντρα και κρύβονταν μέσα στις υπόγειες σπηλιές, ενώ τα καλοσυνάτα αερικά έσμιγαν με τη δυσάρεστη μυρωδιά που άφηνε η πυράθη στο πέρασμά της και δημιουργούσαν τα «προνοητικά στοιχεία». Αυτά απλώνονταν στη συνέχεια πάνω από τα χωριά και τις πόλεις, για να προωθήσουν την ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους και να τους κάνουν πιο συνετούς και σώφρονες, λέγοντάς τους τα εξής:
— Θρέψτε την ειρήνη, για να ξεθολώσουν τα μάτια της ψυχής σας και να διακρίνετε ξανά τους δρόμους που οδηγούν στην ασφαλή προκοπή και στην αληθινή ευτυχία.
Η ειρήνη που κατοικεί τις υπάρξεις σας δεν γεννιέται μέσα στα λόγια μήτε στις πράξεις σας, αλλά μέσα στις σκέψεις σας. Μάθετε να τις πειθαρχείτε και να τις κρατάτε μακριά από τους τσακωμούς και τις εχθροπραξίες.
Η κυρία Βερόνικα συνέχισε να διηγείται την ιστορία με ύφος απλό και ευχάριστο. Όταν έφτασε στο τέλος της, η ώρα είχε ήδη πάει έξι.
Αφού οι τρεις τους σχολίασαν για λίγα λεπτά τον μύθο, στη συνέχεια φίλεψαν τον Λεύκιο ένα σωρό καλούδια, από εκείνα που έφτιαχναν καθημερινά για τους πελάτες τους. Ο κύριος Αργυρός αστειευόταν συχνά και έκανε τον Λεύκιο να γελάει, ενώ η κυρία Βερόνικα του έδινε εγκάρδιες συμβουλές:
— Νεράκι να πίνεις μπόλικο, παιδί μου.
— Και να λιάζεσαι καθημερινά, Λεύκιε. Τον ήλιο, να τον έχεις φίλο καλό.
— Την ελπίδα σου να τη δυναμώνεις διαρκώς, για να μην ξεχνάς πως η ζωή είναι όμορφη.
Κατά τις εφτά η ώρα, ο Λεύκιος τους ευχαρίστησε για τη φιλοξενία κι ετοιμάστηκε να επιστρέψει στο σπίτι. Ο κύριος Αργυρός τον αποχαιρέτησε χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Η κυρία Βερόνικα τον κοίταξε με έγνοια.
— Στο καλό να πας, παιδί μου. Να μας ξανάρθεις σύντομα, του είπε καλοσυνάτα και τον έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της.
Ο Λεύκιος τους ευχαρίστησε ακόμα μία φορά, έβαλε το σακίδιο στον ώμο του και κίνησε για το σπίτι του θείου του.
Περπάτησε για ένα μισάωρο κατά μήκος της λεωφόρου. Τέτοια ώρα έσφυζε από ζωή. Όπως κάθε φορά που περνούσε από αυτό τον δρόμο, έτσι κι αυτή γύρεψε με το βλέμμα του τα λογοτεχνικά γλυκοπωλεία, τα οποία είχαν φτάσει τα τέσσερα μέσα σε δύο μόλις χρόνια.
Οι πρωτότυποι αυτοί χώροι αναψυχής έμοιαζαν με τα συνηθισμένα γλυκοπωλεία, αλλά, εκτός από γλυκά και ροφήματα, σέρβιραν στους πελάτες τους και λογοτεχνικά κείμενα. Ήταν γνωστό πως οι ιδιοκτήτες της συγκεκριμένης αλυσίδας γλυκοπωλείων έτρεφαν μεγάλη αγάπη κι ενδιαφέρον για τον έντεχνο λόγο. Κάθε μέρα της εβδομάδας λοιπόν, πάνω στα τραπέζια υπήρχε ένα διαφορετικό κείμενο λιγοστών σελίδων από την παγκόσμια γραπτή ή προφορική λογοτεχνία. Τα κείμενα αυτά πρόσφεραν στον κόσμο πολύτιμα μηνύματα και σιγά σιγά έγιναν ένα είδος ψυχικής τροφής για τους επισκέπτες, και κυρίως για τους θαμώνες. Μικροί και μεγάλοι έμαθαν να τ’ αποζητούν κι αισθάνονταν ευχαρίστηση όταν τα διάβαζαν.
Ο Λεύκιος προσπέρασε το λογοτεχνικό γλυκοπωλείο και κατευθύνθηκε ανατολικά για να συντομεύσει τη διαδρομή του. Λίγο πριν από τις οκτώ έφτασε στον προορισμό του. Ο συνταξιούχος γείτονας, ο κύριος Ερμογένης, ο καπετάνιος, καθόταν στο μπαλκονάκι του σπιτιού του εκείνη την ώρα και άκουγε παραδοσιακά τραγούδια. Η μελωδία και οι στίχοι του τραγουδιού που έπαιζε το ραδιόφωνο έφτασαν μέχρι τ’ αυτιά του Λεύκιου:
Μου ορκίζεσαι, μικρό μου,
πως θα μ’ αγαπάς,
πως θα μ’ αγαπάς.
Όσο μακριά κι αν θα ’σαι,
κι όπου κι αν θα πας,
κι όπου κι αν θα πας.
Σου ορκίζομαι στο κύμα
και στον ουρανό,
και στον ουρανό.
Όσο μακριά κι αν θα ’μαι
δεν σε λησμονώ,
δεν σε λησμονώ.3
Ο Λεύκιος έβαλε ήσυχα το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού και την άνοιξε. Μόλις μπήκε μέσα, είδε απέναντί του τον θείο του να τον κοιτάει αγριεμένος κι ευθύς κοντοστάθηκε. Τον πήρε ο φόβος, και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά.
— Επιτέλους επέστρεψες, απολίτιστε ανιψιέ! Είχες το θράσος να κάνεις και τη βόλτα σου, χωρίς καν να βάλεις σε τάξη έστω λίγη από την ακαταστασία που προκάλεσες. Μπράβο! Σε συγχαίρω!
Ο Λεύκιος έμεινε να τον κοιτάζει παραξενεμένος, αφού δεν είχε την παραμικρή ιδέα σε τι αναφερόταν ο κύριος Νέαρχος. Όταν όμως τον διέταξε να καθαρίσει το υπνοδωμάτιό του και την κουζίνα, και μάλιστα τον προειδοποίησε πως θα πλήρωνε πολύ ακριβά μια τέτοια απερίσκεπτη πράξη εάν την επαναλάμβανε στο μέλλον,
- ↩3«Δεν σε λησμονώ». Παραδοσιακό τραγούδι.
κατάλαβε πως τα ξαδέρφια του και οι φίλοι τους είχαν επιδοθεί πάλι σ’ ένα ξέφρενο φαγοπότι. Έκαναν όμως αγνώριστους τους συγκεκριμένους χώρους του σπιτιού, έτσι λοιπόν κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να φορτώσουν σε αυτόν την καθαριότητα, όπως είχαν κάνει κι άλλες φορές στο παρελθόν.
Το απόγευμα της επόμενης ημέρας, τα ξαδέρφια του έκαναν μια απροσδόκητη επίσκεψη στο υπνοδωμάτιό του. Χτύπησαν δύο φορές την πόρτα δυνατά και, προτού ο Λεύκιος προλάβει ν’ απαντήσει, μπήκαν μέσα σαν σίφουνες και τον αιφνιδίασαν.
O Γιώργος πέταξε μια μεγάλη νάιλον τσάντα πάνω στο μικρό ξύλινο γραφείο, ενώ ο Πέτρος άφησε ένα ζευγάρι παπούτσια στο πάτωμα. Μετά ξάπλωσαν φαρδιοί πλατιοί πάνω στο κρεβάτι του Λεύκιου.
— Πώς είσαι σήμερα, παράξενε; τον ρώτησε ο Πέτρος και γέλασε κοροϊδευτικά.
Παρόλο που ο Γιώργος ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερός του και ο Πέτρος δύο, ο Λεύκιος απέφευγε να κάνει παρέα μαζί τους, γιατί παρεκτρέπονταν συχνά και φόρτωναν σε αυτόν τις ζημιές τους.
Καθώς συλλογιζόταν την τελευταία φορά που είχε μπλέξει άσχημα εξαιτίας τους, ο Γιώργος και ο Πέτρος παρέμεναν ξαπλωμένοι πάνω στο κρεβάτι του. Ο μεγάλος, που δεν είχε πάρει καμία απόκριση από τον Λεύκιο, άρπαξε το μαξιλάρι και το έριξε με ορμή καταπάνω του.
— Κουφάθηκες, παράξενε; Σε ρώτησα πώς πέρασες τη μέρα σου. Δεν θα μου απαντήσεις;
Ο Λεύκιος, που ήξερε πως ο μεγάλος εκνευριζόταν πολύ όταν τον αγνοούσαν, αποφάσισε να πει έστω κάτι.
— Καλά. Τα ίδια, όπως κάθε μέρα, του αποκρίθηκε, και η φωνή του μόλις που ακούστηκε.
— Αφού η μαμά μάς είπε πως ήσουν άρρωστος. Πώς γίνεται να είσαι και καλά και άρρωστος; Με κοροϊδεύεις, ξαδερφούλη; Μήπως σου περνάει από το μυαλό η σκέψη πως έχω μυαλό κουκούτσι σαν εσένα; του φώναξε αγριεμένος, κάνοντας την καρδιά του Λεύκιου να χτυπήσει γρηγορότερα από φόβο.
— Τώρα είμαι καλά. Έχουν ήδη περάσει τρεις εβδομάδες από τότε που αρρώστησα, του αποκρίθηκε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
— Αυτά είναι για σένα, παράξενε. Να φοράς και τα ρούχα και τα παπούτσια. Δεν πιστεύω να έχεις κάποιο πρόβλημα με τα μεγέθη. Και ψηλός είσαι και γεροδεμένος. Και εννοείται πως δεν θα κάνεις καμία ιδιοτροπία. Συνέχισε να κοιτάς την ουσία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ουσία είναι ότι θα φορέσεις καινούρια ρούχα και παπούτσια. Άνοιξε η τύχη σου, παράξενε. Ποιος τη χάρη σου!
Ο Πέτρος κρυφογέλασε, ενώ ο Λεύκιος πήρε τη νάιλον τσάντα κι έριξε μια ματιά στο περιεχόμενό της. Δεν άργησε ν’ αναγνωρίσει τα ρούχα. Ανήκαν στον Πέτρο. Όσο για τα παπούτσια, ανήκαν στον Γιώργο. Τα είχαν αγοράσει το προηγούμενο φθινόπωρο, όταν είχαν πάει ταξίδι με τη γιαγιά και τον παππού τους. Τους είχε δει κάποιες φορές να τα φοράνε.
— Τυχερέ άνθρωπε! Πάλι θ’ ανανεώσεις τη φτωχική γκαρνταρόμπα σου! τον πείραξε ο Γιώργος και του έδωσε μια δυνατή σπρωξιά στον ώμο.
Ο Λεύκιος σκέφτηκε πως δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε πάει σε κατάστημα για ν’ αγοράσει ρούχα και παπούτσια.
— Πες ένα ευχαριστώ, μυαλό κουκούτσι. Μην είσαι αχάριστος, του φώναξε θυμωμένος ο Πέτρος.
Ο Λεύκιος σήκωσε το κεφάλι του και τους κοίταξε έναν έναν. Σκέφτηκε πως δεν ήθελε να φοράει μήτε τα ρούχα μήτε τα παπούτσια τους. Αυτό που επιθυμούσε ήταν να έχει λίγα ρούχα, που θα τα διάλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του. Ύστερα όμως θυμήθηκε κάποια λόγια που του έλεγε κατά καιρούς ο θείος του κι ευθύς συγκέντρωσε τη σκέψη του:
— Λεύκιε, εκτός από απολίτιστος είσαι και αχάριστος. Αν δεν σε περιμαζεύαμε εμείς, τώρα θα βρισκόσουν στο ορφανοτροφείο και θα μεγάλωνες με αγνώστους.
Αποφάσισε λοιπόν να εκφράσει ακόμα μία φορά την ευγνωμοσύνη του προς τους συγγενείς που θα τον φιλοξενούσαν μέχρι να ενηλικιωθεί.
— Σας ευχαριστώ, τους είπε και άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας, για να βάλει μέσα τα πράγματα που του είχαν φέρει.
— Έτσι μπράβο, αγόρι μου, του είπε ο Πέτρος δίνοντας μια δυνατή σπρωξιά στον αδερφό του, ο οποίος είχε αποκοιμηθεί πάνω στο κρεβάτι και είχε αρχίσει να ροχαλίζει.
— Τι συμβαίνει; φώναξε έντρομος ο Γιώργος καθώς πεταγόταν πάνω. Έστειλε ο γέρος το χρήμα για να πάμε για ψ…
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, γιατί ο Πέτρος τον έσπρωξε δυνατότερα και βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι.
— Για πρόσεξε τα λόγια σου. Μην ξεστομίσεις καμιά ανοησία, τον προειδοποίησε ο μεγάλος γνέφοντάς του με το βλέμμα.
Ο Λεύκιος είδε την κίνησή του κι ευθύς ανησύχησε.
— Γιατί με έσπρωξες, βρε Πέτρο; διαμαρτυρήθηκε ο Γιώργος όταν σηκώθηκε από το πάτωμα.
— Κάνε γρήγορα. Πρέπει να φύγουμε, του είπε εκείνος κοιτώντας τον άγρια.
— Θα πάτε για ψώνια; τους ρώτησε ο Λεύκιος, που είχε συμπεράνει πως τόση ώρα ο Γιώργος προσπαθούσε να πει τη λέξη «ψώνια». Και σε ποιον γέρο αναφέρεστε;
Μεγάλη ανησυχία φάνηκε στο βλέμμα του Πέτρου.
— Η μαμά μάς ζήτησε να περάσουμε από την ψαραγορά, για να πάρουμε λίγα ψάρια για έναν ηλικιωμένο γείτονά μας ο οποίος υποφέρει από αρθρίτιδα και δυσκολεύεται να περπατήσει, προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Πέτρος χαμογελώντας πλατιά.
— Ψάρια; Θα πάμε ν’ αγοράσουμε ψάρια; Κι εγώ που νόμιζα πως θα πηγαίναμε για ψ…
Ο Γιώργος πάλι δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, γιατί η κλοτσιά που του έδωσε ο Πέτρος στο πόδι τον πόνεσε πιο πολύ από την προηγούμενη και τον έκανε να ουρλιάξει.
Ο Λεύκιος ανησύχησε ακόμα περισσότερο, γιατί ψυλλιάστηκε πως τα ξαδέρφια του πάλι κάτι σκάρωναν πίσω από την πλάτη του. Η ματιά του συννέφιασε αμέσως, επειδή θυμήθηκε τι είχε γίνει λίγες ημέρες πριν με τα χρήματα που τους είχε δώσει ο πατέρας τους για να πληρώσουν το ηλεκτρικό. Τα είχαν ξοδέψει όλα και, για να γλιτώσουν από τον θυμό των γονιών τους, τους είπαν πως τα είχε πάρει ο Λεύκιος. Η τιμωρία που του επέβαλε ο θείος του ήταν να μην έχει ηλεκτρικό στο δωμάτιό του για δύο εβδομάδες.
— Πήρες τα χρήματα που προορίζονταν για την πληρωμή του ρεύματος; Τότε, θα μάθεις να ζεις χωρίς αυτό, του φώναξε θυμωμένος εκείνη τη μέρα, καθώς αφαιρούσε τον λαμπτήρα που κρεμόταν από το ταβάνι του δωματίου του. Δεν τον ξανάβαλε στη θέση του, παρά μόνο αφού πέρασε μισός μήνας.
Καθώς οι αναμνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη, η ανησυχία του Λεύκιου ολοένα και αυξανόταν. Ο Πέτρος έκανε απανωτές προσπάθειες να εμποδίσει τον Γιώργο ν’ ανοίξει ξανά το στόμα του και να πει οτιδήποτε, και πλέον ο Λεύκιος ήταν σίγουρος πως κάποια μεγάλη γκάφα είχαν σκαρώσει πάλι οι δυο τους, η οποία πολύ πιθανόν θα τον έβαζε ξανά σε μπελάδες.
— Σε παρακαλώ, θείε, άκουσε αυτά που θα σου πουν ο Πέτρος και ο Γιώργος, μα άκουσε κι εμένα προτού βγάλεις τα συμπεράσματά σου, τόλμησε να πει μια μέρα ο Λεύκιος στον θείο του, αλλά στη συνέχεια μετάνιωσε πικρά το τόλμημά του, διότι εκείνος θεώρησε προσβλητικά τα λόγια του, θύμωσε πολύ και του φόρτωσε κι άλλη τιμωρία.
Ο Πέτρος έλεγε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι προκειμένου να στρέψει αλλού την προσοχή του Λεύκιου. Η επιμονή του Γιώργου να καταφέρει να προφέρει τη μυστηριώδη λέξη που ξεκινούσε από το γράμμα «ψ» είχε κάνει σμπαράλια τα νεύρα του μεγάλου.
— Μα… εμείς δεν έχουμε ηλικιωμένο γείτονα που υποφέρει από αρθρίτιδα, είπε κάποια στιγμή ο Γιώργος κοιτώντας τον αδερφό του με απορία.
Ο Πέτρος, χωρίς να χάσει χρόνο, τον άρπαξε με δύναμη και τον τράβηξε έξω από το δωμάτιο.
— Τα λέμε, παράξενε, είπε στον Λεύκιο κι έκλεισε πίσω του δυνατά την πόρτα.
— Τι σκαρώνουν αυτοί πάλι; αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Λεύκιος, καθώς έβαζε το χέρι του μέσα στην τσέπη του για να πάρει το μενταγιόν του.
Αυτή τη φορά δεν το άνοιξε, αλλά το κράτησε σφιχτά μέσα στην παλάμη του. Ενώ προσπαθούσε να διαχειριστεί την ανησυχία που του είχε προκαλέσει η επίσκεψη των ξαδέρφων του, αισθάνθηκε ξαφνικά ενοχές, γιατί πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως πιθανόν ζήλευε που τα ξαδέρφια του είχαν ρούχα, παπούτσια και ό,τι άλλο λαχταρούσε η ψυχή τους, ενώ αυτός τα στερούνταν.
— Ελπίζω να μη χρειαστεί να πληρώσω ακριβά κι ετούτη τη φορά ό,τι κι αν ετοιμάζουν οι δυο τους, σιγοψιθύρισε καθώς κοιτούσε έξω από το μισάνοιχτο τζάμι μια μικρή παρέα παιδιών που έπαιζαν ανέμελα με τα ποδήλατά τους στο πάρκο της γειτονιάς. Ίσως να μην είναι ζήλια αλλά παράπονο, συλλογίστηκε. Τα ξαδέρφια μου έχουν ό,τι θέλουν, και μάλιστα τα απολαμβάνουν καθημερινά, ενώ εγώ δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που απέκτησα κάτι που επιθύμησα. Όσα αποζητά η δική μου ψυχή τα έχω σημειωμένα σ’ ένα μικρό τετράδιο, που το κρύβω καλά, για να μην το βρει ο Πέτρος και αρχίσει πάλι τις κοροϊδίες, όπως έκανε τις προάλλες, που βαριόταν και πήγε και το έδειξε στους φίλους του. Τα ξαδέρφια μου δεν γνωρίζουν τι πάει να πει στερούμαι φαγητό, ρούχα, παπούτσια, ψυχαγωγία, μια καλή κουβέντα όταν τους κυριεύει ο φόβος και η αγωνία, ή μια αγκαλιά όταν βαραίνει την καρδιά τους η λύπη. Παρ’ όλα αυτά, δεν διστάζουν να μου φορτώνουν και τις ζημιές τους από πάνω, απαιτώντας από μένα να πληρώνω για λογαριασμό τους. Την ευτυχία τους δεν προσπάθησα ποτέ να τους τη στερήσω, μήτε να τους τη μειώσω. Εκείνοι όμως, με τα σχέδια που καταστρώνουν πίσω από την πλάτη μου, τα οποία μάλιστα εφαρμόζουν επιτυχώς, μου στερούν ακόμα και αυτές τις λιγοστές απλές χαρές που μου απέμειναν στη ζωή.
Ο Λεύκιος έστρεψε ξανά το βλέμμα του έξω από το τζάμι και είδε τον γάτο που έσκιζε τα σκυβαλοσάκουλα για να βρει φαγητό. Άνοιξε αμέσως το τζάμι, για να τον προλάβει προτού κάνει μεγαλύτερη ζημιά. Μόλις τον άκουσε, παράτησε ευθύς τα σκουπίδια και ανέβηκε στο περβάζι του παραθύρου.
— Δεν χρειάζεται να τρως από τα σκουπίδια. Έλα μέσα να φας το φαγητό που φύλαξα για σένα, του είπε ο Λεύκιος ακουμπώντας το πιάτο στο πάτωμα.
Ο Νίκος, μόλις μυρίστηκε το ψάρι, πήδηξε μέσα στο δωμάτιο και άρχισε να τρώει λαίμαργα.
— Κοιτάξτε ψηλά στον ουρανό! Είναι ένας αετός! φώναξε ολόχαρο ένα από τα παιδιά που έπαιζαν εκείνη την ώρα στο πάρκο της γειτονιάς.
— Μπαμπά! Μαμά! Βγείτε έξω να δείτε τον μεγάλο αετό! φώναξε ένα άλλο παιδί και άρχισε να χειροκροτεί ενθουσιασμένο.
Κάποιοι γείτονες έβγαλαν το κεφάλι τους από τα παράθυρα των σπιτιών τους, ενώ κάποιοι άλλοι έσπευσαν να πάνε στο πάρκο. Μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, τα επιφωνήματα θαυμασμού αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά.
Ο Λεύκιος, που στεκόταν ακόμη μπροστά από το μισάνοιχτο τζάμι, έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό και είδε έναν μεγαλόσωμο αετό να πετά κάτω από τον ήλιο με τα φτερά του διάπλατα ανοιχτά. Το θέαμα του προκάλεσε μεγάλη ευχαρίστηση. Έμεινε να τον κοιτάζει έκπληκτος και ν’ ακούει τις αδιάκοπες χαρούμενες φωνές των παιδιών.
Όταν κόπασαν τα πολλά επιφωνήματα, ένας διάλογος ξεκίνησε ανάμεσά τους. Το απροσδόκητο θέαμα που τους είχε στείλει ο ουρανός ήταν φανερό πως τα είχε κατενθουσιάσει.
— Λέτε να είναι χρυσαετός; ρώτησε κάποιο παιδί.
— Ποιος να ξέρει; αποκρίθηκαν τα υπόλοιπα.
— Λέτε να είναι σταυραετός;
— Ποιος να ξέρει;
— Λέτε να είναι στεφαναετός;
— Ποιος να ξέρει;
— Τι να γυρεύει άραγε στα μέρη μας ένας αετός;
— Μπορεί να έχασε τον δρόμο του.
— Μπορεί να κάνει τον γύρο της Γης.
— Μπορεί να μυρίστηκε το νόστιμο στιφάδο που έφτιαξε σήμερα η μαμά μου.
— Πού να βρίσκεται άραγε η φωλιά του;
— Λέτε να είναι κάπου εδώ γύρω;
— Γιατί ο αετός πετάει μόνος του;
— Πόπο! Καλά λες. Γιατί ο αετός πετάει μόνος του;
Οι γονείς που είχαν μαζευτεί στο πάρκο άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και να μοιράζονται τις λιγοστές γνώσεις που είχαν για τους αετούς.
Η τελευταία ερώτηση των παιδιών έφερε στο μυαλό του Λεύκιου μια ανάμνηση:
Ήταν πέντε χρονών, και είχαν πάει μαζί με τον παππού και τη γιαγιά του σε μια συνεστίαση. Οι άνθρωποι που θα συναντούσαν στο γραφικό παραθαλάσσιο εστιατόριο κατάγονταν όλοι από το ίδιο μέρος. Είχε περάσει ένας χρόνος από τότε που είχαν ανταμώσει τελευταία φορά, γι’ αυτό και η χαρά όλων ήταν πολύ μεγάλη. Ξύπνησαν οι παλιές αναμνήσεις των μεγαλύτερων, έσμιξαν πάλι οι καρδιές τους, και η συγκίνηση τους έπαιρνε καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς.
Ένας νεαρός με ωραίο και επιβλητικό παράστημα πήγε κι έδωσε μια παραγγελιά στην ορχήστρα. Όταν οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν, μαζί με πέντε άλλους συνομηλίκους του, δύο αγόρια και τρία κορίτσια, ανέβηκαν στην πίστα και στάθηκαν ο ένας πλάι στον άλλο. Ο νεαρός βγήκε λίγα βήματα μπροστά από τους υπόλοιπους και άρχισε να εκτελεί αργές χορευτικές κινήσεις, ακολουθώντας τον ρυθμό της ξεχωριστής μουσικής, που αντηχούσε μέσα κι έξω από το μαγαζί. Το ύφος του μαρτυρούσε πως η ζωή του ήταν συνυφασμένη με μεγάλες στεναχώριες. Καθώς χόρευε, έδινε την εντύπωση πως δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, πως βρισκόταν κάπου αλλού, μόνος του, σ’ ένα μέρος μακρινό κι απόκοσμο. Έμοιαζε με λαβωμένο μα περήφανο αετό, που πετούσε ελεύθερος ψηλά στον ουρανό, χωρίς ν’ αποζητά τον οίκτο κανενός. Φώναζε, λες, σιωπηρά με όλο το είναι του, και τα λόγια του αντηχούσαν μέχρι τα επουράνια του εσωτερικού του κόσμου:
— Είναι δικές μου οι λύπες, μερτικό δεν δίνω σε κανέναν… Ξέρω πώς να βαστάω τον πόνο μου… Από μικρό παιδί τον κουμαντάρω…
Άνοιγε διάπλατα τα χέρια του, σαν να όργωνε νοερά τους αιθέρες, συμμαχούσε με τ’ αστέρια, τον ήλιο, το φεγγάρι, τα καλοσυνάτα αερικά. Απόδιωχνε μακριά τα ψεύτικα και τ’ απατηλά στοιχεία, για να προστατέψει τ’ αληθινά και τα αιώνια που διαφέντευαν τη συνείδησή του. Περιστρεφόταν γύρω από τον εαυτό του, έγερνε συχνά το σώμα του, λύγιζε το γόνατό του και χτύπαγε δυνατά το δάπεδο με το χέρι του, να φτάσει βαθιά η σιωπηρή κραυγή του:
— Άνοιξε, μάνα γη, να μπούνε τ’ άδικα, ν’ ανατείλουν ξανά οι δίκαιοι καιροί…
Ύστερα σηκωνόταν πάνω με πείσμα και δυνατό καρδιοχτύπι, άνοιγε πάλι τα χέρια του και συνέχιζε να χορεύει με ψυχή και λεβεντιά.
Ο κόσμος, εντυπωσιασμένος από το πρωτόγνωρο θέαμα, παρακολουθούσε τον νεαρό με κομμένη την ανάσα. Κατά διαστήματα τον επευφημούσαν και τον χειροκροτούσαν θερμά.
Όταν τελείωσε τον χορό του, έδωσε τη θέση του σ’ ένα από τα τρία κορίτσια.
Η κοπέλα πήγε και στάθηκε στο κέντρο της πίστας. Το βλέμμα της φαινόταν τρικυμισμένο, και η μελαγχολία στο ύφος της μαρτυρούσε πως και η δική της καρδιά είχε γνωρίσει από νωρίς τις μεγάλες πίκρες της ζωής. Άρχισε να χορεύει αργά, ακολουθώντας τις επιταγές του ξεχωριστού μουσικού ρυθμού. Αυτοσχεδίαζε και περιστρεφόταν με χάρη γύρω από τον εαυτό της. Χόρευε σεμνά και περήφανα, και ήταν φανερό πως είχε αφεθεί στον βαθύ μουσικό ήχο. Άξαφνα, αισθάνθηκε τον νόστο τον δικό της να σμίγει με τον νόστο των ανθρώπων που την παρακολουθούσαν. Σκίρτησε δυνατά η καρδιά της και συννέφιασε η άγρια ομορφιά της. Η νεαρή χαμήλωσε το κεφάλι της και παρέμεινε ασάλευτη. Το βλέμμα της έπεσε βαρύ πάνω στη γη και μια εσωτερική επικοινωνία φαινόταν ότι είχε ξεκινήσει γι’ αυτήν. Τα αιώνια και ακριβά αγαθά του χαρακτήρα της αναθάρρεψαν και συντάραξαν την ύπαρξή της. Η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η ειρήνη, ο σεβασμός, η ελευθερία, η πίστη έσειαν κάθε σπιθαμή της. Κι ενώ πάλευε σθεναρά να διαχειριστεί την πρωτόγνωρη εσωτερική έξαρσή της, ξαφνικά η καρδιά της χτύπησε δυνατά, η πνοή της ζωήρεψε και το βλέμμα της άστραψε.
Ο κόσμος ευθύς ταράχτηκε. Μικροί και μεγάλοι έμειναν να την κοιτούν σαστισμένοι. Ο χρόνος είχε, λες, παγώσει. Σιωπηροί λυγμοί ανέβηκαν τότε από τις καρδιές των μεγαλύτερων και έγιναν σιγανά παραμιλητά. Η κοπέλα άνοιξε ξανά τα χέρια της αποφασιστικά και άρχισε πάλι να χορεύει στον ρυθμό της μουσικής. Κάθε κίνησή της ακτινοβολούσε άπλετη ελπίδα, και η πνοή της διείσδυε ορμητικά μέσα στους λογισμούς των ανθρώπων και τους τόνιζε:
— Δεν τη νίκησαν την ειρήνη. Αυτή θα πει τον τελευταίο λόγο.
Συγκλονισμένος, ο κόσμος χειροκροτούσε θερμά και δυνατά. Όσοι γνώριζαν τη θλιβερή ιστορία της ζωής του κοριτσιού και των υπόλοιπων πέντε νεαρών δάκρυσαν από συγκίνηση. Κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες σιγοψιθύριζαν ευχές, ενώ άλλες ψέλλιζαν ένα τραγούδι που έμοιαζε με μοιρολόι.
Το ίδιο βράδυ, επιστρέφοντας από τη συνεστίαση, ο Λεύκιος έμαθε από τη γιαγιά και τον παππού του πως οι δύο νέοι που ανέβηκαν στην πίστα και χόρεψαν είχαν απομείνει εντελώς μόνοι στη ζωή από πολύ μικρή ηλικία. Μια εμφύλια διαμάχη κι ένας πόλεμος που τη διαδέχτηκε ξεκλήρισαν τις οικογένειές τους και ερήμωσαν τον τόπο όπου είχαν γεννηθεί και είχαν ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Έκτοτε το κορίτσι και το αγόρι ξενιτεύτηκαν, αλλά πάντα φρόντιζαν να είναι παρόντες στη συγκεκριμένη συνεστίαση, που γινόταν μία φορά τον χρόνο, για να συναντούν τους τέσσερις παιδικούς φίλους τους και άλλους συντοπίτες τους. Ήταν φανερό πως διακατέχονταν από την έντονη επιθυμία να επιστρέψουν κάποια μέρα στο μέρος όπου είχαν γεννηθεί και να ζήσουν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Τα επιφωνήματα των παιδιών έγιναν ξαφνικά δυνατότερα. Ο Λεύκιος φύλαξε την ανάμνησή του και εστίασε ξανά την προσοχή του στον αετό, ο οποίος είχε αρχίσει να εκτελεί συνεχόμενα γυροπετάγματα και αλλεπάλληλους στροβιλισμούς στον ηλιόλουστο ουρανό.
Μικροί και μεγάλοι φώναζαν έκπληκτοι. Τα παιδιά ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν γεμάτα χαρά και ενθουσιασμό, μέχρι που ένας δεύτερος διάλογος ξεκίνησε ανάμεσά τους:
— Γιατί ο αετός κάνει θεαματικά πετάγματα και στροβιλισμούς;
— Μήπως παίζει κάποιο παιχνίδι;
— Μήπως προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει;
— Μήπως κάνει μαθήματα χορού;
— Μήπως δίνει κάποια παράσταση, σαν αυτή που δώσαμε εμείς χθες στο σχολείο μας;
— Ποιος να ξέρει; διερωτήθηκαν, όταν τους τελείωσαν οι πιθανές απαντήσεις.
Μήτε οι ενήλικες γνώριζαν τον λόγο που ο αετός εκτελούσε τα τελευταία λεπτά τα εντυπωσιακά πετάγματα. Μικροί και μεγάλοι λοιπόν κρατούσαν τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον ουρανό και συνέχιζαν να θαυμάζουν το ξεχωριστό θέαμα, μέχρι που κάποια στιγμή ο αετός σταμάτησε απότομα τα γυροπετάγματα και τους στροβιλισμούς και άρχισε να χάνει ύψος.
— Πόπο! Ο αετός θα πέσει μέσα στο ποτάμι! άρχισαν να φωνάζουν ανήσυχα τα παιδιά, και σταμάτησαν μόνο όταν ο αετός χάθηκε εντελώς από το οπτικό τους πεδίο.
Απόλυτη ησυχία επικράτησε στο φυσικό πάρκο της γειτονιάς. Οι γονείς και τα παιδιά, καθώς και όλοι όσοι στέκονταν πίσω από τα παράθυρα και παρακολουθούσαν τόση ώρα το σπάνιο θέαμα, έμειναν να κοιτούν σιωπηλοί και ανέκφραστοι τον άδειο πλέον ουρανό.
— Πάει! Χάθηκε ο μεγάλος αετός! είπε περίλυπο κάποιο από τα παιδιά.
— Ο θαυμαστός αετός έπεσε μέσα στο ποτάμι! πρόσθεσε ένα άλλο, και τρεμόπαιξαν τα μάτια και τα χείλη του, λες και από στιγμή σε στιγμή θα έβαζε τα κλάματα.
— Λέτε να πνίγηκε ο όμορφος αετός;
— Λέτε να τραυματίστηκε ο εντυπωσιακός αετός;
— Λέτε να ζει ο μοναχικός αετός;
Τα παιδιά συνέχισαν ν’ αναρωτιούνται μεταξύ τους, μέχρι που τους τελείωσαν οι απορίες.
— Ποιος να ξέρει; κατέληξαν, καθώς κοιτούσαν λυπημένα προς το βαθύ ποτάμι.
Ο Λεύκιος, που στεκόταν ακόμη πίσω από το μισάνοιχτο τζάμι του παραθύρου και τα άκουγε, χαμογέλασε κι έστρεψε την προσοχή του προς τα ψηλά δέντρα που βρίσκονταν βόρεια της όχθης του ποταμού, εκεί όπου είχε πραγματικά καταλήξει ο αετός.
Την προηγούμενη εβδομάδα, ανάμεσα στις ερωτήσεις που τους είχε απευθύνει ο καθηγητής τους, υπήρχε μια που αφορούσε τους αετούς. Έτσι λοιπόν ο Λεύκιος έψαξε κι έμαθε την απάντηση που αντιστοιχούσε στην ερώτηση: «Πότε οι αετοί προχωρούν σε εντυπωσιασμούς εκτελώντας χαρακτηριστικά πετάγματα;».
Από τη μνήμη του αναδύθηκε αναπάντεχα ένα κείμενο που είχε διαβάσει λίγες ημέρες πριν. Σε κάποιο σημείο, ο συγγραφέας έγραφε:
Σε αρκετές περιπτώσεις, εμείς οι άνθρωποι υποφέρουμε από άγνοια. Αισθανόμαστε λύπη, στεναχώρια, απογοήτευση, ανησυχία, φόβο, αγωνία και άλλα αρνητικά συναισθήματα, διότι μας υπολείπεται η κατάλληλη γνώση.
Χθες, για παράδειγμα, η οκτάχρονη κόρη μου έκλαιγε για μία περίπου ώρα και δεν επέτρεπε σ’ εμένα και στη μητέρα της να μπούμε στο υπνοδωμάτιό της, επειδή οι φίλες της στο σχολείο τής είχαν πει πως είναι κακιά. «Και γιατί σε αποκάλεσαν κακιά, παιδί μου;» την ρώτησε η μητέρα της, όταν καταφέραμε επιτέλους να την πείσουμε να μας πει έστω δυο λόγια. «Γιατί τους λέω πως δεν είναι σωστό να κοροϊδεύουμε την Αργυρούλα, που όλο κάνει λάθος στις ασκήσεις των Μαθηματικών, ούτε τον Γιώργο για τον τρόπο που μιλάει όταν απαντάει στις ερωτήσεις της δασκάλας», μας απάντησε κλαίγοντας.
Τότε η σύζυγός μου πήρε ένα κομμάτι χαρτί, έγραψε πάνω τα παρακάτω λόγια και το έριξε κάτω από την πόρτα: «Όταν κάποιος μαθητής γελάει εις βάρος άλλων μαθητών, αυτό πάει να πει πως έμαθε να εντοπίζει τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους και να τα υπερτονίζει για να τους γελοιοποιεί, να τους φέρνει σε δύσκολη θέση και να τους στενοχωρεί. Αύριο λοιπόν, καρδούλα μου, όταν πας στο σχολείο, μοιράσου αυτή τη γνώση με τις φίλες σου. Ίσως από τώρα και στο εξής να προσπαθήσουν να εντοπίζουν τα θετικά χαρακτηριστικά των άλλων μαθητών».
— Λέτε ο αετός να έχει δική του οικογένεια; αναρωτήθηκε δυνατά κάποιο από τα παιδιά, κάνοντας τον Λεύκιο να χαμογελάσει ξανά, αφού η απάντηση, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο ερώτημά τους, ήταν η εξής:
«Τα εντυπωσιακά πετάγματα που πραγματοποιούν οι αετοί αποτελούν το προοίμιο της δημιουργίας της δικής τους οικογένειας».