← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 08 — ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΤΕΡΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ

— Και αυτή εδώ η φωτογραφία, που δείχνει έναν πατέρα να συζητά ευχάριστα με τους γιους του, σε ποια ομάδα ανήκει; τη ρώτησε η ερευνήτρια.

Η κυρία Φωτεινή κοίταξε εξεταστικά τη φωτογραφία.

— Αυτή εδώ, παιδί μου, ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν η αγάπη, ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, η φιλία, η συνεργασία, η ειρήνη κ.α., της αποκρίθηκε με καλοσύνη.

— Και αυτή εδώ, που δείχνει την κόρη να παραστέκει στην άρρωστη μητέρα της;

— Αυτή ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν μαζί η αγάπη, η φιλία, η καλοσύνη, η συμπόνια, η αλληλοβοήθεια, η εκτίμηση, η ευγνωμοσύνη, η ειρήνη κ.α. Και η διπλανή της, που δείχνει τη μητέρα να χαϊδεύει τα μαλλιά της λυπημένης κόρης της, ανήκει στην ίδια ομάδα με τη φωτογραφία που μόλις μου έδειξες.

— Κι εκείνη εκεί, με τον παππού, τη γιαγιά και τα εγγόνια τους, που κάθονται όλοι μαζί και κουβεντιάζουν ήσυχα στην αυλή του σπιτιού, σε ποια ομάδα ανήκει;

— Αυτή ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν μαζί η αγάπη, η φιλία, η χαρά, η εκτίμηση, η ευγνωμοσύνη, η σύνεση, η ελπίδα, η ειρήνη κ.α.

— Και αυτή με τους δύο γονείς που περπατάνε χαμογελαστοί ο ένας πλάι στον άλλο, κάτω από την ίδια ομπρέλα;

— Αυτή εδώ ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν μαζί η αγάπη, η φιλία, η συντροφικότητα, η αφοσίωση, η πίστη, ο αλληλοσεβασμός, η ειρήνη κ.α. Κι εκείνη εκεί, στο κέντρο του τραπεζιού, ανήκει στην ίδια ομάδα με αυτή που μόλις μου έδειξες.

— Αυτή εδώ, που δείχνει κάποια άτομα να γευματίζουν μαζί και να συζητούν ευχάριστα μεταξύ τους, σε ποια ομάδα ανήκει;

— Ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν μαζί η φιλία, ο σεβασμός, η ευγένεια, η ψυχαγωγία, η χαρά, η ειρήνη κ.α.

— Κι αυτή εδώ, στην οποία οι νεαροί γράφουν ένα τραγούδι για την ειρήνη;

— Αυτή ανήκει στην ομάδα που φτιάχνουν μαζί η πρόνοια, η δικαιοσύνη, η εξυπνάδα, η σύνεση, η σωφροσύνη, η ειρήνη κ.α.

— Ας κάνουμε μια σύγκριση ανάμεσα στις αρετές και στις ομάδες τους, κυρία Φωτεινή, για να ξεχωρίσουμε τις πολυτιμότερες για εμάς.

— Δεν επιθυμώ να κάνω καμία σύγκριση ανάμεσα στις αρετές, μήτε στις ομάδες τους, παιδί μου, της αποκρίθηκε και την κοίταξε με σταθερό βλέμμα.

— Μα γιατί αρνείστε; Οι άνθρωποι προβαίνουν καθημερινά σ’ ένα σωρό συγκρίσεις. Βελτιώνονται, προοδεύουν κι εξελίσσονται χάρη σ’ αυτές.

— Υπάρχουν ομάδες στις οποίες δεν χωράνε οι συγκρίσεις, παιδί μου. Κάθε αρετή, για παράδειγμα, μα και κάθε αιώνιο και ακριβό στοιχείο που διέπει τους χαρακτήρες των ανθρώπων, ζει στο δικό του φως, και η γνώση που εμπερικλείεται σε αυτό επιτελεί ένα μοναδικό έργο. Το ίδιο ισχύει και για την οικογένεια. Δεν χωράνε οι συγκρίσεις ανάμεσα στα μέλη της. Σου αφήνω μια επιθυμία για να τη συλλογιστείς. Την εκφράζω κι εγώ σιωπηλά κάθε μέρα, εδώ και πολλές δεκαετίες: «Επιθυμώ να συνεργάζομαι ειρηνικά με τα μέλη της οικογένειάς μου και με τους υπόλοιπους συνανθρώπους μου».

Ο Λεύκιος ακούμπησε το βιβλίο πάνω στο κομοδίνο και γύρισε από την άλλη μεριά. Ο πυρετός που τον παίδευε τις τελευταίες ώρες είχε ανεβεί και οι πόνοι στ’ αυτιά του είχαν δυναμώσει. Αισθανόταν το σώμα του να καίει ολόκληρο και από τη ζαλάδα δυσκολευόταν να περπατήσει ακόμα και μέσα στο δωμάτιο. Ακούμπησε ξανά το κεφάλι του στο μαξιλάρι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Κατά διαστήματα ξυπνούσε ιδρωμένος και μετά ξανακοιμόταν.

Όταν ξημέρωσε, ενημέρωσε τον θείο του πως ήταν άρρωστος και πως δεν θα πήγαινε στο σχολείο. Αμέσως μετά επέστρεψε στο δωμάτιό του και έμεινε εκεί μέχρι να φύγουν όλοι από το σπίτι. Όταν άκουσε τ’ αυτοκίνητα της οικογένειας ν’ απομακρύνονται, ντύθηκε σιγά σιγά και κατέβηκε στην κουζίνα. Έβαλε απαλή μουσική να παίζει και πήρε από τη μικρή αποθήκη τα απαραίτητα υλικά για να φτιάξει μια σούπα. Ένα μισάωρο μετά το φαγητό ήταν έτοιμο. Πήρε τότε μια άδεια νάιλον σακούλα και βγήκε έξω, στην αυλή.

Περπάτησε ανάμεσα στα φοινικόδεντρα, ανέβηκε το ξύλινο γεφυράκι που περνούσε πάνω από τη μικρή λιμνούλα και κατευθύνθηκε προς τη λεμονιά. Ήταν το μοναδικό δέντρο της αυλής που έδινε καρπούς όλο το έτος, οπότε δεν δυσκολεύτηκε να βρει λεμόνια.

Δέκα περίπου λεπτά αργότερα επέστρεψε στην κουζίνα κρατώντας στα χέρια του την τσάντα με τα λεμόνια. Αφού τα έπλυνε, τα έστυψε και πήρε τον χυμό τους. Έριξε μια μικρή ποσότητα μέσα στο μεγάλο θερμός, πρόσθεσε μέλι και ζεστό νερό κι έφτιαξε το «ξεχωριστό ρόφημα», όπως συνήθιζε να το αποκαλεί η γιαγιά του, η κυρία Αθηνά, χαριτολογώντας.

Τακτοποίησε την κουζίνα, έπλυνε τα πιατικά και, όταν σιγουρεύτηκε πως το κάθε τι βρισκόταν στη σωστή θέση, έριξε μια εξεταστική ματιά στο μεγάλο ρολόι του τοίχου. Θα επιστρέψουν όλοι τους στις δύο το μεσημέρι, επομένως έχω τρεις ώρες στη διάθεσή μου, συλλογίστηκε.

Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο του σπιτιού, που χρησιμοποιούνταν συχνά για την ψυχαγωγία της οικογένειας και των καλεσμένων της. Εκεί υπήρχε μια κάβα, δύο μεγάλα επιτραπέζια παιχνίδια, μια τηλεόραση τεραστίων διαστάσεων, ένα ορθογώνιο τραπέζι και αρκετές καρέκλες. Στο κέντρο του δωματίου βρισκόταν ένα μεγάλο ορθογώνιο χαλί, ενώ ένας καθρέφτης, στο ίδιο περίπου μέγεθος, κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο της δυτικής πλευράς.

Τα απογεύματα του Σαββάτου, που έλειπαν όλοι από το σπίτι, ο Λεύκιος χρησιμοποιούσε αυτό τον χώρο για να εξασκείται στις τεχνικές αυτοάμυνας.

Μπήκε στο δωμάτιο, έκλεισε σιγανά την πόρτα πίσω του και άναψε τα φώτα. Πλησίασε το μεγάλο τραπέζι, άνοιξε το συρτάρι κι έβγαλε από το βάθος του ένα βιβλίο.

Ακολούθως προχώρησε προς τα εκεί όπου βρισκόταν ο καθρέφτης και έμεινε για λίγο σιωπηλός να κοιτάζει τη μικρή φωτογραφία του πατέρα του στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Η καρδιά του σκίρτησε από συγκίνηση και κάποιες λέξεις αναδύθηκαν αργά από τη σκέψη του: «Να γινόταν να ήσουν εδώ… έστω για λίγο… πατέρα μου».

Οι λέξεις συνέχισαν να επαναλαμβάνονται μέσα στο μυαλό του, μέχρι που μετατράπηκαν σε έντονη επιθυμία. Ο Λεύκιος είχε εκφράσει εν αγνοία του μια από τις Ανατρεπτικές Συμπαντικές Επιθυμίες. Έτσι λοιπόν η ύπαρξή του οδηγήθηκε σ’ έναν παράλληλο χωροχρόνο.

Τοποθέτησε προσεκτικά το βιβλίο πάνω στο μεγάλο τραπέζι και το φυλλομέτρησε, μέχρι να βρει το σημείο όπου είχε σταματήσει την τελευταία φορά. Στη συνέχεια στάθηκε απέναντι στον καθρέφτη κρατώντας τρία περίπου μέτρα απόσταση από αυτόν. Εστίασε το βλέμμα του στο είδωλό του και πήρε στάση αυτοάμυνας. Μετά έφερε στο μυαλό του ορισμένα λόγια που περιλαμβάνονταν στο βιβλίο:

— Στέκεις εδώ και ώρα μπροστά στον καθρέφτη, παιδί μου, και προσπαθείς να φτάσεις το είδωλό σου και να το αγγίξεις.

Γιατί;

— Προσπαθώ να φτάσω το είδωλό μου επειδή θέλω ν’ αγγίξω τα μαλλιά μου.

— Το είδωλο που βλέπεις απέναντί σου, μέσα στον καθρέφτη, δεν θα καταφέρεις να το φτάσεις όσο κι αν προσπαθήσεις. Αυτό που αγγίζεις τώρα με το χέρι σου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταλλικό φύλλο επικαλυμμένο με μια λεπτή διάφανη επιφάνεια.

Για ν’ αγγίξεις τα μαλλιά σου, πρέπει απαραιτήτως να φτάσεις το είδωλό σου, που βρίσκεται απέναντί σου, μέσα στον καθρέφτη;

Σκέψου.

Σήκωσε το χέρι σου και οδήγησέ το στο κεφάλι σου.

Άγγιξε τα μαλλιά σου.

Για δες! Κατάφερες ν’ αγγίξεις τα μαλλιά σου.

Πολλές από τις απαντήσεις και τις λύσεις που γυρεύεις βρίσκονται πιο κοντά σου απ’ όσο νομίζεις.

Τώρα, προσπάθησε να εντοπίσεις τους πολυτιμότερους συμμάχους σου.

Σου δίνω ένα κλειδί: Βρίσκονται όλοι πιο κοντά σ’ εσένα απ’ όσο νομίζεις.

Ο Λεύκιος άρχισε να ασκείται αργά στις καινούριες τεχνικές αυτοάμυνας που περιλαμβάνονταν στο βιβλίο που είχε γράψει ο πατέρας του μία περίπου δεκαετία πριν. Παρόλο που ο πυρετός τού είχε πέσει αισθητά, ήταν ακόμη ζαλισμένος και αδύναμος.

Συνέχισε να επαναλαμβάνει τις οδηγίες που είχε αποστηθίσει και συγχρόνως τις εκτελούσε. Όταν τον στρίμωχνε η ζάλη και τον κατέβαλλε η έντονη κούραση, έκανε ένα μικρό διάλειμμα, έπινε δυο τρεις γουλιές από το ρόφημα που είχε φτιάξει νωρίτερα, και συνέχιζε την εξάσκησή του.

Ένα μισάωρο περίπου αργότερα, καθώς επαναλάμβανε ακόμη δυνατά τις οδηγίες, ο ήχος της φωνής του άλλαξε χροιά. Στην αρχή, ο Λεύκιος θεώρησε το συμβάν αποκύημα της ζάλης που του προκαλούσε ο υψηλός πυρετός. Δεν έδωσε λοιπόν σημασία και συνέχισε την εξάσκησή του. Όσο όμως περνούσε η ώρα, οι παρεμβολές αυξάνονταν. Κάποια στιγμή, ορισμένα ασαφή διακοπτόμενα λόγια αντήχησαν στ’ αυτιά του. Τότε συμπέρανε πως μια ανδρική φωνή επιδίωκε να καλύψει τη δική του.

Σταμάτησε αμέσως την εξάσκησή του και άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί εξεταστικά στον χώρο του δωματίου. Οι χτύποι της καρδιάς του αυξήθηκαν όταν ξαφνικά η ξένη φωνή ακούστηκε καθαρότερη. Ο Λεύκιος σούφρωσε τα φρύδια του παραξενεμένος. Μάταια έψαξε στη μνήμη του για να εντοπίσει το άτομο στο οποίο ανήκε η συγκεκριμένη φωνή.

Πολύ σύντομα, ακούστηκε πιο διαυγής και κάποια στιγμή αντήχησε ξάστερη στ’ αυτιά του.

Ένας βαθύς λυγμός ανέβηκε από την καρδιά του κι έφραξε τον λαιμό του όταν διαπίστωσε πως η φωνή αυτή ήταν του πατέρα του. Είδε τότε τη μορφή του κυρίου Ανδρέα να βγαίνει μέσα από τον τεράστιο καθρέφτη που βρισκόταν απέναντί του και να κατευθύνεται προς το μέρος του.

Ο Λεύκιος σάστισε. Έκανε δύο βήματα προς τα πίσω και έμεινε εκεί να τον κοιτάει άναυδος.

Ο κύριος Ανδρέας τον πλησίασε. Το βλέμμα του, βαθύ και διαπεραστικό, έκανε την καρδιά του γιου του να σκιρτήσει πάλι δυνατά, μα αυτή τη φορά από συγκίνηση. Καθώς ο Λεύκιος πάλευε να διαχειριστεί το πρωτόγνωρο και απίστευτο συμβάν, άξαφνα είδε τον πατέρα του να σηκώνει τα χέρια του και να παίρνει στάση αυτοάμυνας, φανερώνοντάς του με αυτό τον τρόπο την επιθυμία του να προχωρήσουν οι δυο τους σε μια μάχη σώμα με σώμα.

Ο Λεύκιος έκανε λίγα ακόμη βήματα προς τα πίσω και συνέχισε να τον κοιτάζει σαστισμένος, μα ο πατέρας του επέμεινε διατηρώντας την ίδια στάση σώματος. Η επιθυμία του ήταν έκδηλη στο βλέμμα του και τόσο έντονη που ο Λεύκιος την αισθανόταν να διεισδύει σαν αόρατο ορμητικό κύμα μέσα στη σκέψη του και να τη συνταράζει.

Κάποια λόγια που του είχε πει κάποτε ο παππούς του αναδύθηκαν από τη μνήμη του και κυρίευσαν τον νου του: «Ο πατέρας σου δεν επέτρεπε στις βλαβερές επιθυμίες να τον εξουσιάζουν. Αντιστεκόταν με γενναιότητα και σθένος σ’ αυτές, αντικαθιστώντας τες με άλλες, καλές και ευεργετικές».

— Θα πραγματοποιήσω την επιθυμία του πατέρα μου, είπε σιωπηλά αλλά αποφασιστικά ο Λεύκιος και φύλαξε ξανά μέσα στη μνήμη του τα λόγια του παππού του.

Έθεσε λοιπόν το σώμα του σε στάση αυτοάμυνας και συγκέντρωσε όλες τις δυνάμεις του. Μέσα στα επόμενα λεπτά, πατέρας και γιος πάλευαν σώμα με σώμα.

Ο Λεύκιος έκανε συχνά λάθη, γι’ αυτό και δεχόταν διαρκώς κατευθυντήριες οδηγίες από τον κύριο Ανδρέα, οι οποίες αφορούσαν τις τεχνικές αυτοάμυνας, τη στάση του σώματός του και τους κανονισμούς. Μισή ώρα αργότερα είχε καταφέρει ν’ αυξήσει την ακρίβεια, την ταχύτητα και την ευκινησία του. Τότε ο πατέρας του ανέβασε τον βαθμό δυσκολίας της εξάσκησης. Ο Λεύκιος αναγκάστηκε να κάνει σθεναρές σωματικές κινήσεις και ν’ αντλεί μεγάλη ψυχική δύναμη προκειμένου να καταφέρει ν’ ανταπεξέλθει.

Μία περίπου ώρα αργότερα, η λειτουργία των αισθήσεών του και η αποδοτικότητά του κορυφώθηκαν. Μπορούσε πλέον να πετυχαίνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Μέσα στα επόμενα λεπτά, κατάφερε να ρίξει στο έδαφος τον πατέρα του και να τον ακινητοποιήσει.

Η καρδιά του Λεύκιου χτύπησε δυνατά. Την αγωνία του διαδέχτηκε μια ακαθόριστη μα έντονη ενοχή, κι ευθύς αισθάνθηκε μεγάλη αμηχανία. Με μια απότομη ανοδική κίνηση, ελευθέρωσε τον πατέρα του και σηκώθηκε πάνω.

— Συγγνώμη, πατέρα! του είπε με σφιγμένη καρδιά και ανασαίνοντας γρήγορα. Επικεντρώθηκα στη βελτίωσή μου. Πάλεψα για να μάθω, να εξασκηθώ, να βελτιωθώ, να γίνω πιο επιδέξιος και όχι για να σε νικήσω.

Ο ψηλός γεροδεμένος άνδρας κοίταξε με βαθιά έγνοια τον γιο του. Άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος του, τον έπιασε από τους ώμους και τον έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του. Εκείνος ο βαθύς λυγμός έφραξε πάλι τον λαιμό του Λεύκιου. Άπλωσε κι αυτός τα δικά του χέρια προς το μέρος του πατέρα του και τον αγκάλιασε.

Ξαφνικά, στο μυαλό του ήρθε ένα κείμενο που είχε φυλάξει κάποτε ο κύριος Ανδρέας στο μεγάλο μπαούλο στο υπόγειο του σπιτιού τους και ο Λεύκιος το είχε βρει ύστερα από χρόνια:

Πέρναγαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, κι εκείνοι συνέχιζαν να παλεύουν μαζί, μα και χώρια.

Τι αποζητούσε περισσότερο το παιδί από τους γονείς του;

Τι αποζητούσαν περισσότερο οι γονείς από το παιδί τους;

Να είναι ο ένας για τον άλλο φίλος καλός, και όχι εχθρός.

Ο κύριος Ανδρέας κοίταξε τον Λεύκιο στα μάτια με βαθιά έγνοια και του είπε σοβαρά και ειλικρινά:

— Είμαι πολύ περήφανος για σένα, γιε μου. Όση ώρα παλεύαμε μεταξύ μας, αφουγκραζόμουν την πειθαρχία, την αποφασιστικότητα, τη γενναιότητα, τη συγκέντρωση, την προσοχή, την αγωνιστικότητα, την επιμονή σου και τόσους άλλους πολύτιμους συμμάχους που εμείς οι άνθρωποι ενδυναμώνουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Τους κράτησες στην κορυφή της ύπαρξής σου, εκεί όπου φυλάς τ’ ακριβότερα αγαθά, και τους εμπιστεύτηκες γι’ ακόμα μία φορά. Με τη δική τους στήριξη και υποστήριξη λοιπόν κατάφερες να με αντιμετωπίσεις, για να μάθεις, να εξασκηθείς, να βελτιωθείς και να γίνεις πιο επιδέξιος. Συμμαχώντας μαζί τους, καταφέρνεις καθημερινά να πετυχαίνεις τα καλύτερα, με ό,τι κι αν καταπιάνεσαι και να προοδεύεις. Συνέχισε να ενδυναμώνεις την ομάδα των διαχρονικών στοιχείων του χαρακτήρα σου, για ν’ αυξάνεις έτσι την πίστη σου στον εαυτό σου και στη ζωή. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία που έχω για σένα, παιδί μου. Επιθυμώ να ενισχύεις διαρκώς την πίστη σου στον εαυτό σου και στη ζωή, ώστε να βιώνεις όσο το δυνατόν περισσότερες αληθινές στιγμές ευτυχίας. Συνέχισε λοιπόν να δρας, να κάνεις καλά πράγματα, να προοδεύεις και ν’ αναπτύσσεσαι, με αρετή.

Ο Λεύκιος άκουγε τον πατέρα του, που του μιλούσε με αγάπη και έγνοια, και άκουγε παράλληλα και την καρδιά του, που έκλαιγε από χαρά και συγκίνηση. Για πολλοστή φορά, συνειδητοποιούσε πόσο πολύ του έλειπε και πόσο πολύ τον χρειαζόταν.

Ο κύριος Ανδρέας έσφιξε ξανά τον γιο του μέσα στην αγκαλιά του και, προτού ακόμη εκείνος προλάβει να του πει οτιδήποτε, απομακρύνθηκε από κοντά του. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μπήκε μέσα στον καθρέφτη και εξαφανίστηκε.

Ο Λεύκιος αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη για τον πατέρα του. Πήρε ξανά στα χέρια του το βιβλίο του και το κοίταξε με συγκίνηση. Έριξε μια ύστερη ματιά στη μικρή φωτογραφία του κυρίου Ανδρέα που βρισκόταν στο οπισθόφυλλο και ύστερα το επέστρεψε πάλι στο βάθος του συρταριού. Πήρε μια γενναία ανάσα, έσβησε τα φώτα κι έφυγε από το υπόγειο. Η ελπίδα του είχε διαφεντέψει πάλι τους λογισμούς του και είχε ζεστάνει ξανά την καρδιά του.

Καθώς ανέβαινε τη σκάλα, διαπίστωσε πως ο πυρετός που τον ταλαιπωρούσε το τελευταίο εικοσιτετράωρο είχε πέσει αισθητά και πως ο πόνος στ’ αυτιά του είχε υποχωρήσει. Φτάνοντας στην κουζίνα, πήρε ένα βαθύ πιάτο, το γέμισε ζεστή σούπα και πήγε στο δωμάτιό του. Την επόμενη μέρα είχε διαγώνισμα στα Μαθηματικά. Αποφάσισε πως θα τα πήγαινε καλά και αυτή τη φορά. Άρχισε λοιπόν να μελετά.

Οι φύλακες της Φωτεινής Συμπαντικής Ύλης κατέγραψαν στο Βιβλίο των Οικογενειακών Ανατροπών:

Έτος: Αναγεννησιακό

Μέλος οικογένειας: Παιδί

Επιθυμία: Να αυξηθεί η πίστη μου στον εαυτό μου και στη ζωή.

Μέλος οικογένειας: Πατέρας

Επιθυμία: Να αυξηθεί η πίστη του παιδιού μου στον εαυτό του και στη ζωή.

Αριθμός οικογενειακής ανατροπής: 16

και στη συνέχεια έκλεισαν την πύλη που οδηγούσε στις εκπληρωμένες Ανατρεπτικές Συμπαντικές Επιθυμίες.

Το ίδιο βράδυ, κι ενώ ο Λεύκιος κοιμόταν βαθιά, ορισμένες πληροφορίες εμφανίστηκαν στον ύπνο του, μέσα σε δυνατό ήχο:

Έτος: Αναγεννησιακό

Αριθμός οικογενειακής ανατροπής: 16

Όταν κόπασε ο ήχος, ένα καλοσυνάτο αερικό εμφανίστηκε στον ύπνο του και γέμισε το παράξενο όνειρό του με τα εξής λόγια:

— Βρες τη φράση, Λεύκιε. Είναι πολύ σημαντική. Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Προσπάθησε να εντοπίζεις τα φωτεινά σημάδια, για να μη χάνεις τον δρόμο σου…