ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 07 — ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΓΑΠΗ ΑΛΗΘΙΝΗ
Κατά τις τρεις το απόγευμα, ο Λεύκιος τελείωσε την προπόνηση και κατευθύνθηκε προς τη βορινή καγκελόπορτα του σχολικού κτιρίου. Όπως κάθε Παρασκευή, έτσι και εκείνη τη μέρα, θα επέστρεφε στο σπίτι του θείου του με τα πόδια.
Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος και ο κόσμος είχε βγει άφοβα στους δρόμους για να κάνει τη βόλτα του. Ο Λεύκιος, καθώς περπατούσε κατά μήκος της λεωφόρου, πρόσεξε μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα που είχε αναρτηθεί τελευταία σε περίοπτη θέση. Διαφήμιζε ένα καινούριο μουσείο τέχνης, που βρισκόταν στη γειτονική πόλη και είχε ανοίξει πρόσφατα τις πύλες του για το κοινό.
Καθώς κοιτούσε το θαυμαστό οικοδόμημα, το βλέμμα του έπεσε πάνω στη θάλασσα, που απλωνόταν σε ολόκληρη τη δυτική πλευρά του. Η σκέψη του ευθύς ανέτρεξε στη γενέτειρά του, και η καρδιά του σκίρτησε δυνατά από νοσταλγία.
Θυμήθηκε που πήγαιναν μαζί με τον παππού και τη γιαγιά του στον λευκό φάρο και κάθονταν στο ίδιο πάντα παγκάκι, για ν’ αγναντέψουν το πέλαγο. Άπλωναν το βλέμμα τους μέχρι τη γραμμή του ορίζοντα και γέμιζαν τη μνήμη τους με όμορφες θαλασσινές εικόνες.
Ακολουθούσαν το πέταγμα των γλάρων κι έφταναν μέχρι τα πλοία. Ξαπόσταιναν πάνω στις ψαρόβαρκες και στους βράχους. Τα αισθήματά τους έσμιγαν με τους ήχους των κυμάτων, τις κουβέντες των ψαράδων και τα γέλια των νεαρών αγοριών και κοριτσιών που κολυμπούσαν στα κρυστάλλινα νερά. Αγαλλίαζε η καρδιά τους από ευχαρίστηση. Πού και πού παρατηρούσαν τους χρωματισμούς του νερού, που άλλαζαν καθώς το φως διαπερνούσε τα σύννεφα και κατέβαινε στη γη. Άλλοτε γινόταν βαθύ μπλε και σκούραινε όσο πλησίαζε τη γραμμή του ορίζοντα. Άλλοτε πάλι έσμιγε με τις απαλές αποχρώσεις του γαλάζιου, απορροφούσε τις αχτίδες του ήλιου και τις μετέτρεπε σε μυριάδες μικρά αστεράκια. Ανεβοκατέβαινε το ελαφρύ κύμα και λαμπύριζε η πλατιά θάλασσα. Στιγμές σαν κι αυτή, ο Λεύκιος νόμιζε πως η θάλασσα της πατρίδας του ήταν βγαλμένη από παραμύθι.
Πάλευε να κρατήσει ζωντανές τις αναμνήσεις του, που μύριζαν αλμύρα, καλοκαίρι, χαρά και ξεγνοιασιά. Να προστατεύουν την ελπίδα του από τη λύπη και τη μοναξιά.
Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του όταν ξαφνικά θυμήθηκε το στοίχημα που έβαζαν με τον παππού του για την ώρα που θα έκανε κάθε καράβι να χαθεί πίσω από τη γραμμή του ορίζοντα. Όποιος από τους δύο πλησίαζε περισσότερο τη σωστή απάντηση έβγαινε νικητής.
— Θαρρώ πως θα του πάρει τριάντα δευτερόλεπτα για να χαθεί από μπροστά μας, Λεύκιε.
— Εγώ λέω πως θα του πάρει περίπου ένα λεπτό, παππού.
— Ξεκίνα τότε γρήγορα το μέτρημα, παιδί μου.
— Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… είκοσι οκτώ… τριάντα δύο… σαράντα τρία… Χα, χα! Πάλι κέρδισα, παππού! Στα πενήντα πέντε δευτερόλεπτα εξαφανίστηκε. Πάει το καράβι! Πότε λες θα το ξαναδούμε στο λιμάνι;
— Όταν γεμίσει πάλι το αμπάρι του με τρόφιμα, εργαλεία κι άλλα εμπορεύματα, θα ξαναρθεί, αγόρι μου.
— Εκτός από εμπορεύματα, χωράνε και πολλύ κόσμο τα καράβια, παππού;
— Αμέ! Κυρίως τα μεγάλα.
— Χωράνε δηλαδή τόσο κόσμο όσο χωράει η μεγάλη εκκλησιά της Παναγιάς, που βρίσκεται κοντά στο ακροθαλάσσι;
— Αμέ! Κι ακόμα παραπάνω.
— Χωράνε δηλαδή τόσο κόσμο όσο χωράει το αρχαίο θέατρο που βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού;
— Αμέ! Κι ακόμα παραπάνω.
— Πόπο! Χωράνε δηλαδή τόσο κόσμο όσο χωράει η μεγάλη πλατεία που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης μας;
— Αμέ!
Το δυνατό κορνάρισμα του φορτηγού, που πήγαινε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, έκανε τον Λεύκιο ν’ αποστρέψει απότομα το βλέμμα του από τη μεγάλη πινακίδα. Το τεράστιο όχημα πέρασε ξυστά δίπλα του και τον κατάβρεξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια κάνοντάς τον αγνώριστο. Μια λακκούβα του δρόμου είχε γεμίσει νερό από τη νεροποντή της προηγούμενης νύχτας και, καθώς το φορτηγό περνούσε από πάνω της, το εκσφενδόνισε όλο πάνω στον Λεύκιο.
Έμεινε εκεί να κοιτάει σαστισμένος τα ρούχα του, και τον έπιασε σύγκρυο μόλις διαπίστωσε πως η σχολική του τσάντα είχε γίνει κι αυτή μούσκεμα. Στην προσπάθειά του να καταλάβει τι είχε συμβεί, κοίταξε τριγύρω του εξεταστικά. Πρόσεξε τότε τη λακκούβα που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο πεζοδρόμιο. Σήκωσε το βλέμμα του και είδε τρεις περαστικούς να κρυφογελούν με το πάθημά του, ενώ δύο άλλοι κοντοστάθηκαν και τον κοίταζαν έκπληκτοι. Σιγοψιθύρισαν κάτι μεταξύ τους κι έπειτα συνέχισαν τον δρόμο τους.
— Ό,τι έγινε, έγινε! άκουσε ξαφνικά.
Η ανδρική φωνή μόλις που έφτασε στ’ αυτιά του Λεύκιου. Έκανε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά και προσπάθησε να εντοπίσει τον άνθρωπο που του είχε απευθύνει τον λόγο. Λίγα μέτρα παραπέρα είδε έναν άνδρα με μακριά μαλλιά και μεγάλη γενειάδα, που έφτανε μέχρι το στήθος του, να τον κοιτάζει ανέκφραστος. Ήταν καθισμένος καταγής, πάνω σε ένα χοντρό χαρτόνι. Στα δεξιά του υπήρχε μια μεγάλη νάιλον σακούλα και στ’ αριστερά του ένα θαυμαστό ρολόι, περίτεχνα διακοσμημένο, από εκείνα που κρέμονταν πάνω στους τοίχους μεγάλων σαλονιών σε παλαιότερες εποχές. Ο Λεύκιος είχε πλέον σιγουρευτεί πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν άστεγος και πως ζούσε σ’ εκείνο το απόμερο σημείο του δρόμου της πρωτεύουσας. Τον χαιρέτησε μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού και τότε εκείνος τον περιεργάστηκε.
— Ό,τι έγινε, έγινε. Το θέμα είναι τι θα κάνεις από δω και πέρα. Αυτό πρέπει να βρεις, παιδί μου, του ξανάπε, αργά και άτονα.
Ο Λεύκιος του έγνεψε καταφατικά και τότε ο άστεγος χαμήλωσε το βλέμμα του και βυθίστηκε πάλι σε βαθιά σιωπή.
Ένα απόσπασμα από το λογοτεχνικό βιβλίο που είχε δανειστεί ο Λεύκιος από τη σχολική βιβλιοθήκη την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε στο μυαλό του:
Μια μέρα λοιπόν κάθισα να βρω πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να διώχνω μακριά τη λύπη μου. Στην πορεία, κατέληξα σε ορισμένα συμπεράσματα, και ένα από αυτά ήταν πως κάθε άνθρωπος ζει καθημερινά τη δική του πολύπλευρη περιπέτεια. Οι σκέψεις και τα αισθήματά του πότε περνάνε από πλατιούς δρόμους και πότε καταλήγουν σε στενά αδιέξοδα. Άλλοτε σμίγουν με αντιλήψεις, ιδέες, πεποιθήσεις, επιθυμίες, κανόνες, θεωρίες, που υπηρετούν την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ειλικρίνεια, τον αλληλοσεβασμό, την ειρήνη, την ενσυναίσθηση, κι άλλοτε το άδικο, το μίσος, την εκδικητικότητα …
Ο Λεύκιος έδιωξε το κείμενο από τη σκέψη του και προχώρησε προς το μέρος του αστέγου, αδιαφορώντας που τα ρούχα και τα παπούτσια του ήταν μούσκεμα.
— Κύριε, το ρολόι δουλεύει; τον ρώτησε ευγενικά μόλις έφτασε κοντά του.
Εκείνος σούφρωσε ελαφρώς τα φρύδια του, χαμήλωσε το βλέμμα του και άγγιξε απαλά το μεγάλο ρολόι με τις άκρες των δαχτύλων του.
— Δουλεύει, του αποκρίθηκε σιγανά, με φωνή στεγνή από ελπίδα. Φυσικά και δουλεύει, παιδί μου, ξανάπε καθώς το έπαιρνε στα χέρια του. Μάλιστα, κάθε φορά που περνάει μία ώρα, το καμπανάκι του χτυπάει και με ειδοποιεί.
Ένα διστακτικό ευγενικό χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του, ζεσταίνοντας ευθύς την όψη του και αναδεικνύοντας τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο Λεύκιος διέκρινε στο βλέμμα του μια σπίθα, σαν εκείνες τις αθώες, καθάριες σπίθες που ξεπηδούν από τα βλέμματα των μικρών παιδιών όταν ενθουσιάζονται ή όταν αισθάνονται πολύ ευτυχισμένα. Η εικόνα τον παραξένεψε. Έμεινε να κοιτάει σκεφτικός και προβληματισμένος μια το ρολόι και μια τον άστεγο άνδρα.
Ο απαλός αγέρας που φύσηξε ξαφνικά διαπέρασε τα βρεγμένα ρούχα του και του έφερε σύγκρυο. Ο Λεύκιος συνειδητοποίησε πως έπρεπε να επιστρέψει το συντομότερο στο σπίτι, για να φροντίσει τον εαυτό του και να προλάβει ένα πιθανό κρυολόγημα, μα για κάποιον ακαθόριστο λόγο δεν αποφάσιζε να πάρει τα πόδια του από κει και να φύγει! Διάφορες σκέψεις τριγύριζαν μέσα στο μυαλό του και το παίδευαν:
Ποιοι να είναι άραγε οι λόγοι που οδήγησαν αυτό τον άνθρωπο στον δρόμο; Η μοναδική χαρά που του απέμεινε πια είναι ένα παλιό ρολόι και η προσμονή του ήχου που κάνει το καμπανάκι του κάθε φορά που περνάει μία ώρα. Τι έπαθε η βούλησή του; Ποια αιτία την ανάγκασε να σωπάσει εντελώς; Δεν βλέπω κανέναν άνθρωπο εδώ γύρω που να του στερεί την ελεύθερη βούλησή του. Γιατί λοιπόν δεν θέλει να κάνει καινούρια όνειρα και να θέσει νέους στόχους στη ζωή του; Γιατί δεν θέλει ν’ αγωνιστεί για τις καλύτερες μέρες; Μήπως… μήπως έχασε τη δύναμη της ελπίδας του;
Συνέχισε να κοιτάζει σκεφτικός τον άστεγο. Κρατούσε το ρολόι στα χέρια του και το περιποιόταν με φανερή έγνοια και με προσοχή, μέχρι που τα σύννεφα της απαισιοδοξίας σκέπασαν πάλι την όψη του και θόλωσαν το βλέμμα του. Ακούμπησε βιαστικά το ρολόι πάνω στο μεγάλο χαρτόνι, χαμήλωσε το κεφάλι του και βυθίστηκε ξανά σε βαθιά σιωπή.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε πως λίγη ώρα πριν είχε βρεθεί και ο ίδιος σε μια παρόμοια συναισθηματική κατάσταση, όταν τον είχε καταβρέξει το φορτηγό. Είχε αισθανθεί το σώμα και την καρδιά του να κρυώνουν απότομα και την απαισιοδοξία να πλημμυρίζει το μυαλό του και να σταματάει κάθε συλλογισμό.
Αυτή η τελευταία σκέψη τον βοήθησε να εντοπίσει τον λόγο που τον κρατούσε ακόμη εκεί, κοντά στον άγνωστο άνδρα. Συνειδητοποίησε πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν ο μοναδικός, ανάμεσα σε όλους εκείνους που είχαν δει τη σκηνή με το φορτηγό, ο οποίος δεν δίστασε να του πει μια καλή κουβέντα για να τον ενθαρρύνει. Είχε συναισθανθεί τη θλιβερή κατάσταση στην οποία βρισκόταν το παιδί, είχε μετατρέψει σ’ ελπιδοφόρα λόγια τη λιγοστή, πιθανόν, ελπίδα που του είχε απομείνει, και του τα είχε χαρίσει φιλικά και άδολα: «Ό,τι έγινε, έγινε. Το θέμα είναι τι θα κάνεις από δω και πέρα. Αυτό πρέπει να βρεις, παιδί μου».
Μόλις ο Λεύκιος θυμήθηκε τα λόγια, η καρδιά του σκίρτησε από εκτίμηση. Μια έντονη εσωτερική ανάγκη τον έκανε να κοιτάξει τον άστεγο άνδρα και να του πει με σιγουριά:
— Όλο αλλάζει η ώρα, κύριε! Όλο αλλάζει! Σαν τους ανθρώπους, που τους αρέσει κατά καιρούς να κάνουν χρήσιμες αλλαγές στη ζωή τους για να δυναμώσουν την ελπίδα τους και να κάνουν πάλι όμορφα όνειρα.
Ο αγνώστου ηλικίας άνδρας, μόλις άκουσε τα λόγια του Λεύκιου, σήκωσε αργά το κεφάλι του και τον κοίταξε παραξενεμένος. Παρέμεινε σιωπηλός και ασάλευτος, λες και ο χρόνος είχε σταματήσει γι’ αυτόν.
— Κύριε, είπα κάτι που σας ενόχλησε; τον ρώτησε, και αισθάνθηκε μια ακαθόριστη ενοχή να σφίγγει την καρδιά του.
Ο άστεγος, που είχε ακόμη τη σκέψη του συγκεντρωμένη στα λόγια του Λεύκιου, συνήλθε απότομα και τίναξε ελαφρώς το κεφάλι του. Ανοιγόκλεισε δυο τρεις φορές τα μάτια του και μετά τον κοίταξε με συμπάθεια.
— Είπες κάτι που ταρακούνησε το μυαλό μου, παιδί μου, αποκρίθηκε σιγανά. Αλλαγή πόλης, μια δουλειά σ’ ένα εργαστήρι κατασκευής ρολογιών, ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα, καινούριοι γείτονες, συνεργάτες, φίλοι, νέες συνήθειες… Θα ξανανιώσει η ψυχή … Θα χαμογελάσει πάλι η ζωή ... Θα ανατείλει ο ήλιος της ελπίδας πάνω στον ουρανό μου και θα με ζεστάνει ξανά.
Άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό και στο πρόσωπό του φάνηκε πάλι εκείνο το ελαφρύ ευγενικό χαμόγελο. Η όψη του αναθάρρεψε.
— Μόλις πήρατε τον χρόνο στα χέρια σας, κύριε, του είπε ο Λεύκιος χαμογελώντας ευγενικά όταν τον είδε να πιάνει ξανά το ρολόι.
Ο άστεγος συγκινήθηκε, και τα μάτια του υγράνθηκαν.
Η ξαφνική ανατριχίλα που διαπέρασε το σώμα του Λεύκιου τού υπενθύμισε πως τα ρούχα του ήταν ακόμη μουσκεμένα. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει. Αποχαιρέτησε τον ξένο και κίνησε για το σπίτι του θείου του.
— Ευάγγελος! του φώναξε ο άστεγος, καθώς τον κοιτούσε ν’ απομακρύνεται, και σήκωσε ψηλά το χέρι του.
— Λεύκιος! του αποκρίθηκε σηκώνοντας κι αυτός το χέρι του.
— Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε, παιδί μου, είπε ψιθυριστά ο άνδρας και σηκώθηκε για να μαζέψει τα λιγοστά υπάρχοντά του.
— Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε, κύριε, είπε από μέσα του ο Λεύκιος και συνέχισε να περπατά κατά μήκος της λεωφόρου.
Κάθε τόσο σταματούσε για να στύψει τα ρούχα του. Μια ψηλή καλοντυμένη κυρία που κρατούσε από το χέρι τα δύο μικρά παιδιά της τον πλησίασε. Είχε δει τη σκηνή με το φορτηγό την ώρα που ψώνιζε από ένα μαγαζί εκεί κοντά.
— Μαμά, το τρελό φορτηγό έκανε μια μεγάλη αταξία! είπε σιγανά το τετράχρονο κοριτσάκι, δείχνοντας με το χεράκι της το τεράστιο όχημα, που είχε σταματήσει στα φανάρια περιμένοντας το πράσινο φως ν’ ανάψει.
— Μαμά, το τρελό φορτηγό δεν έκανε μόνο μια μεγάλη αταξία. Έκανε και μια μεγάλη ανοησία, είπε κρυφογελώντας το πεντάχρονο αγοράκι δείχνοντας το περιπολικό της αστυνομίας που ήταν σταθμευμένο λίγα μέτρα παρακάτω.
— Πήγαινε γρήγορα στο σπίτι σου, παιδί μου, προτού αρπάξεις κανένα κρυολόγημα, συμβούλεψε καλοσυνάτα τον Λεύκιο η κυρία. Κοιτούσε τα βρεγμένα ρούχα και τα μαλλιά του και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά με δυσαρέσκεια.
— Κάνε γρήγορα. Όπου να ’ναι θα βασιλέψει ο ήλιος και θα κρυώσεις.
Ο Λεύκιος της έγνεψε καταφατικά, μα χαμήλωσε ευθύς το βλέμμα του μόλις θυμήθηκε πως το σπίτι στο οποίο θα γυρνούσε δεν ήταν δικό του και πως κανείς εκεί μέσα δεν του επέτρεπε να το αισθανθεί δικό του.
Ένας ηλικιωμένος άνδρας καθόταν σ’ ένα από τα παγκάκια του πεζοδρομίου και άκουγε παραδοσιακή μουσική. Ο Λεύκιος, περνώντας δίπλα του, άκουσε το τραγουδάκι που έπαιζε εκείνη την ώρα το ραδιόφωνο:
Όσα βουνά κι αν πέρασα
όλα τα παραγγέλνω
βουνά μου, να μη
βουνά μου, να μη χιονίσετε
κάμποι, μην παχνιαστείτε.
Ώσπου να πάω
ώσπου να πάω και να ’ρθώ,
βρίσκω τα χιόνια στα βουνά
...2
- ↩«Όσα βουνά κι αν πέρασα». Παραδοσιακό τραγούδι.
Καθώς ο Λεύκιος περπατούσε, είδε ξαφνικά μπροστά του το μεγάλο φορτηγό. Ευθύς κοντοστάθηκε. Ο οδηγός είχε σταματήσει πίσω από το περιπολικό και δύο αστυνομικοί τον είχαν πλησιάσει. Ο διάλογος που ακολούθησε ανάμεσα στον οδηγό και τους αστυνομικούς ξύπνησε τις πικρές μνήμες του Λεύκιου και του προκάλεσε συναισθηματική ταραχή.
— Και δεν βάλατε σε κίνδυνο μόνο τη δική σας ζωή, αλλά και τις ζωές των συνανθρώπων σας που βρίσκονται εδώ γύρω, άκουσε τον ένα αστυνομικό να λέει στον οδηγό.
— Κύριε αστυνομικέ, ας μη χαλάσουμε τη διάθεσή μας για λίγη ταχύτητα παραπάνω!
Ο Λεύκιος, όταν άκουσε τον οδηγό να μιλάει με απόλυτη φυσικότητα, αισθάνθηκε έντονα την ανάγκη να πει στους αστυνομικούς πως δέκα χρόνια πριν, κάποιος που οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα το φορτηγό του είχε συγκρουστεί με το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι γονείς του, με αποτέλεσμα να τους τραυματίσει θανάσιμα. Ήθελε ακόμα να τους πει πως εκείνη τη μέρα έμεινε ορφανός από μητέρα και πατέρα και πως έκτοτε η ζωή του δυσκόλεψε πολύ. Μα δεν το έκανε. Από τότε που είχε φύγει από τη γενέτειρά του, είχε μάθει να κρατάει τις λύπες του για λογαριασμό του. Άλλοτε τις αισθανόταν να θεριεύουν εντός του και άλλοτε να ημερεύουν, μα ήξερε πως ήταν δικές του και πως δεν θα έδινε μερτικό σε κανέναν. Οι προσπάθειες που είχε κάνει στο παρελθόν να μοιραστεί ορισμένες από αυτές με τα μέλη της οικογένειας του θείου του είχαν όλες αποτύχει. Έμαθε λοιπόν να τις διαχειρίζεται μόνος του από νωρίς.
— Δεν χρειάζεται να δώσουμε μεγάλη έκταση στο θέμα, κύριε αστυνομικέ. Τραυματίστηκε κανείς; Όχι! Σκοτώθηκε κανείς; Όχι! Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν, επέμεινε ο οδηγός με την ίδια φυσικότητα.
Ένας βαθύς λυγμός ανέβηκε από την καρδιά του Λεύκιου, και τα λόγια βγήκαν αβίαστα από το στόμα του:
— Υπήρχε όμως μεγάλη πιθανότητα να τραυματιστούν ή να σκοτωθούν κάποιοι άνθρωποι, κύριε, είπε θαρρετά και κοίταξε με σοβαρότητα τον οδηγό.
Οι αστυνομικοί στράφηκαν προς το μέρος του Λεύκιου και τον κοίταξαν εξεταστικά. Το ίδιο έκανε και ο οδηγός του φορτηγού.
— Χρειάζεσαι κάτι, παιδί μου; τον ρώτησε ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστυνομικός.
Ο Λεύκιος πρόσεξε πως ο οδηγός τον αγριοκοίταζε, σάμπως να ήθελε να τον τρομάξει για να μην πει περισσότερα, μα αυτός τον κοίταξε άφοβα και είπε στους αστυνομικούς:
— Ο οδηγός του συγκεκριμένου φορτηγού οδηγούσε με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Πέρασε πάνω από μια λακκούβα γεμάτη νερό και με κατάβρεξε, τους εξήγησε, δείχνοντας συγχρόνως με το χέρι του τα μουσκεμένα ρούχα του και τη σχολική του τσάντα.
Οι αστυνομικοί στράφηκαν πάλι προς το μέρος του οδηγού. Το ύφος τους μαρτυρούσε πως ανέμεναν κάποιες εξηγήσεις από εκείνον.
— Σας λέει ψέματα! Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν συνέβη! φώναξε ο οδηγός πειστικά και κοίταξε τον Λεύκιο ακόμα πιο άγρια. Δεν βλέπετε σε τι χάλι βρίσκεται αυτό το παιδί; Κάποιο φτωχαδάκι θα είναι, που θέλει να με μπλέξει για να βγάλει κανένα φράγκο.
Οι αστυνομικοί περιεργάστηκαν για λίγο την εξωτερική εμφάνιση του Λεύκιου.
— Δες, μαμά! Είναι το φορτηγό που κατάβρεξε το αγόρι! είπε μια χαριτωμένη φωνούλα.
Η κυρία, που συνέχιζε τη βόλτα της κρατώντας τα παιδιά της από το χέρι, άκουσε τον οδηγό που προσπαθούσε να διαψεύσει όσα είχε πει ο Λεύκιος και σκέφτηκε πως ο άνθρωπος αυτός είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον νεαρό και δεν θα δίσταζε να συμπεριφερθεί ξανά με τον ίδιο τρόπο και σε άλλα παιδιά, πολύ πιθανόν και στα δικά της, αν τύχαινε να βρεθούν στον δρόμο του. Αισθάνθηκε λοιπόν έντονη την ανάγκη να τον υπερασπιστεί.
— Κύριοι, σας διαβεβαιώνω πως το συγκεκριμένο φορτηγό έτρεχε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, πέρασε πάνω από μια λακκούβα του δρόμου που ήταν γεμάτη νερό και κατάβρεξε αυτό το αγόρι. Ευτυχώς που δεν το τραυμάτισε.
Οι αστυνομικοί ζήτησαν από τον οδηγό να κατεβεί από το φορτηγό και προχώρησαν σε περαιτέρω έλεγχο. Λίγα λεπτά μετά τον κατήγγειλαν γραπτώς, επειδή οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και διακινούσε απαγορευμένα προϊόντα, καθώς και για άλλες παραβάσεις του νόμου.
Η κυρία πήρε ξανά τα παιδιά της από το χέρι και συνέχισαν τη βόλτα τους.
— Πήγαινε στο σπίτι σου, παιδί μου! ξανάπε στον Λεύκιο καλοσυνάτα.
Εκείνος κούνησε μία φορά το κεφάλι του καταφατικά. Το κοριτσάκι τού χαμογέλασε, ενώ το αγοράκι στράφηκε προς τη μητέρα του και τη ρώτησε με βλέμμα γεμάτο απορία:
— Τελικά, μαμά, ο οδηγός του φορτηγού θα πληρώσει πολλά χρήματα που οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα;
— Είναι πιθανό, παιδί μου.
— Μα τότε, μαμά, δεν είναι έξυπνος ο οδηγός του φορτηγού, ξεφώνισε ο μικρός αφήνοντας ένα αθώο γελάκι.
Η κυρία στράφηκε ευθύς προς το μέρος του παιδιού και φέρνοντας τον δείκτη της μπροστά στο στόμα της του έγνεψε διακριτικά να σωπάσει. Ο μικρός όμως δεν υπάκουσε.
— Μαμά, ο οδηγός αγαπάει την ταχύτητα, μα αυτή θα του αδειάσει το πορτοφόλι! είπε και κρυφογέλασε.
Η κυρία κοίταξε έκπληκτη το παιδί της και ξαφνικά θυμήθηκε ένα κείμενο που είχε διαβάσει πρόσφατα για τις ωφέλιμες συνήθειες των ανθρώπων:
Απέκτησα λοιπόν την καλή συνήθεια να κάνω τη βόλτα μου μέσα στη φύση, για μία περίπου ώρα τη μέρα, όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με κάποιο πρόβλημα υγείας και ο θεράπων ιατρός μου, εκτός από τη φαρμακευτική αγωγή, μου συνέστησε ν’ ακολουθήσω κι έναν υγιεινό τρόπο ζωής. Η συγκεκριμένη συνήθεια, καθώς και ορισμένες άλλες που απέκτησα εκείνο το διάστημα, με βοήθησαν να τα βγάλω πέρα πιο εύκολα με το πρόβλημα υγείας που είχα.
Ευτυχώς, υπάρχουν χίλιες δυο καλές συνήθειες που εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να εντάξουμε στη ζωή μας όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με κάποια δυσκολία, και κυρίως μ’ ένα πρόβλημα υγείας. Οι καλές συνήθειες αυξάνουν το φως της αισιοδοξίας και της ελπίδας μας και παράλληλα δυναμώνουν το κουράγιο, την υπομονή, την επιμονή, τη γενναιότητα, την αγωνιστικότητα, μα και άλλες αρετές με τις οποίες μας προίκισαν οι πρόγονοί μας.
Η συμπαθητική κυρία έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι της. Κοίταξε με έγνοια το πεντάχρονο αγοράκι της, το οποίο ανέμενε υπομονετικά το σχόλιό της, και του είπε καλοσυνάτα:
— Όπως κάθε άνθρωπος, καρδούλα μου, έτσι και ο οδηγός του φορτηγού έχει τις δικές του συνήθειες. Ας ελπίσουμε πως κάποια μέρα θα πειστεί ότι η συνήθειά του να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα δεν θα αδειάσει μόνο το πορτοφόλι του, αλλά και την ίδια τη ζωή του, από όλη εκείνη την αληθινή ευχαρίστηση και ευτυχία που χαρίζουν στους ανθρώπους οι ωφέλιμες συνήθειες.
— Τότε, μαμά, όταν γυρίσουμε στο σπίτι μας, να μας μιλήσεις για τις ωφέλιμες συνήθειες, να μάθουμε κι εμείς ποιες είναι αυτές, είπε το κοριτσάκι και την κοίταξε αθώα.
— Μαμά, να μας μιλήσεις και για τις άλλες, που δεν είναι ωφέλιμες. Να τις μάθουμε κι αυτές, για να τις αποφεύγουμε, πρόσθεσε το αγοράκι και την κοίταξε επίμονα.
Ένα αναπάντεχο σκίρτημα συγκίνησης έφερε δάκρυα στα μάτια της. Η κυρία αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη που τα παιδιά της επιθύμησαν και αποζήτησαν νωρίς την ωφέλιμη γνώση, κι ευθύς ζεστάθηκε η καρδιά της. Έσφιξε λιγάκι παραπάνω τα χέρια τους μέσα στις παλάμες της, για να τα ευχαριστήσει για τη χαρά που της είχαν δώσει.
— Μαμά, τι θα φάμε για βραδινό; ρώτησε το αγοράκι.
— Απόψε θα φάμε παραδοσιακή σούπα αυγολέμονο.
— Μ’ αρέσει πολύ, μαμά!
— Μέχρι να τελειώσουμε το φαγητό μας, θα έχει ψηθεί και η τυρόπιτα που ζύμωσα προτού φύγουμε από το σπίτι.
— Ω! Είναι αυτή η πίτα που μυρίζει δυόσμο;
— Ναι, παιδί μου.
— Μαμά, μόλις θυμήθηκα που πήγαμε πέρυσι στο σπίτι της κυρίας Φωτεινής, που έχει το μεγάλο κοτέτσι έξω από την πόλη, και πήραμε κάμποσα φρέσκα αυγά κι έφτιαξες πάλι αυτή την πίτα.
— Μαμά, θα μας δώσεις και μια κουταλιά από εκείνο το γλυκό κρασάκι με το κεχριμπαρένιο χρώμα; ρώτησε το κοριτσάκι κι ευθύς κοίταξε τη μητέρα του χαμογελώντας.
— Μαμά, αυτό το γλυκό κρασάκι, που φτιάχνει ο παππούς με τα σταφύλια που μαζεύει από το αμπέλι του, όταν μου έδωσε να πιω μια κουταλιά τις προάλλες, ζεστάθηκε η καρδούλα μου, είπε το αγοράκι, και το βλέμμα του φωτίστηκε από χαρά.
— Κι εκείνο το κέικ που φτιάχνει η γιαγιά με τα σταφύλια και το κρασάκι είναι πολύ νόστιμο και τραγανό. Μαμά, να το φτιάξουμε κι εμείς;
— Αμέ! Μόλις τρυγήσει ο παππούς τ’ αμπέλι, θα το φτιάξουμε μαζί.
Καθώς ο Λεύκιος κοιτούσε την κυρία και τα παιδιά της ν’ απομακρύνονται και να χάνονται μέσα στο πλήθος που πηγαινοερχόταν κατά μήκος της λεωφόρου, ένα ελαφρύ νοσταλγικό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του. Είχε θυμηθεί τους στίχους που συνήθιζε να σιγομουρμουρίζει η γιαγιά του όταν έβλεπε γονείς να βολτάρουν κρατώντας τα μικρά παιδιά τους από το χέρι, να χωρατεύουν κι εκείνα να γελούν, να τους δίνουν τις καλές τους συμβουλές κι εκείνα να προσπαθούν να κατανοήσουν, να τους μιλούν για τη ζωή, την αγάπη, την αλήθεια, τον σεβασμό, την ευτυχία, τον ουρανό, τον ήλιο, τη θάλασσα, κι εκείνα να ρωτούν ώρες ώρες με αθωότητα:
— Μαμά, γιατί όταν μου λες πως μ’ αγαπάς φωτίζεται το βλέμμα σου; Ανοίγεις κάποιο διακόπτη;
— Η δασκάλα μάς λέει συχνά πως η ζωή είναι πολύ γλυκιά. Δηλαδή, έχει πολλή ζάχαρη;
— Γιατί ο ήλιος εξαφανίζεται μετά το δειλινό; Μήπως είναι μαλωμένος με τη νύχτα;
— Μπαμπά, τα ψάρια κοιμούνται; Βλέπουν και όνειρα;
— Πόσων χρονών είναι η θάλασσα; Πότε γιορτάζει τα γενέθλιά της;
— Μαμά, γιατί τα φύλλα των δέντρων είναι πράσινα;
Οι στίχοι που συνήθιζε να σιγοψιθυρίζει χαμογελώντας με καλοσύνη η κυρία Αθηνά πέρασαν ξυστά από το μυαλό του Λεύκιου:
Κοιτούν τα δέντρα και σιωπούν
τα σύννεφα χαμογελούν
περνάει αγάπη αληθινή
σκύψε, ουρανέ, για να τη δεις.
Λίγα μέτρα προτού φτάσει στο σπίτι του θείου του, πέρασε δίπλα από τρεις νεαρούς ποδηλάτες, οι οποίοι συζητούσαν για τη δικαιοσύνη και την αδικία:
— Σήμερα, φίλε, περίμενα πως θα με υποστήριζες όταν με έβαλαν στη μέση και με προκαλούσαν πάλι σε καβγά εκσφενδονίζοντας ένα σωρό κοροϊδίες προς το άτομό μου. Δεν με υποστήριξες όμως, ούτε εσύ, μα ούτε και οι υπόλοιποι! Μόνο ο Ανδρέας πήρε το μέρος μου. Και γέλασαν πάλι εκείνοι που απολαμβάνουν όσο τίποτε άλλο να ενοχλούν όσους βρίσκονται γύρω τους, να οδηγούν την υπομονή τους στα όριά της και να τους βγάζουν εκτός εαυτού.
Αμήχανη σιωπή επικράτησε ανάμεσα στους τρεις μαθητές, η οποία έληξε κάποια δευτερόλεπτα μετά με μια παραδοχή, μια απολογία και μια εξήγηση.
— Το παραδέχομαι πως δεν φέρθηκα σωστά, φίλε, και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό, μα δεν μπορώ να πάρω το μέρος σου μπροστά στον Πέτρο. Αν χαλάσει η καλή σχέση που έχω μαζί του, τότε φοβάμαι πως θα χαλάσει και η καλή σχέση που έχουν οι γονείς μας. Ποιος τον ακούει τότε τον πατέρα μου, αν χάσει τις ευκολίες που του κάνουν στην τράπεζα…
— Άμα είναι έτσι τα πράγματα, σε καταλαβαίνω. Εξάλλου, δεν θέλω να σε βάλω σε μπελάδες.
— Εγώ σε υποστήριξα γιατί έχεις το δίκιο με το μέρος σου, επενέβη ο Ανδρέας, ο τρίτος ποδηλάτης. Υπάρχουν ορισμένα αγαθά τα οποία έχουμε όλοι καθήκον να υπερασπιζόμαστε. Ένα από αυτά είναι και η δικαιοσύνη.
Καθώς ο Λεύκιος απομακρυνόταν από τους τρεις νεαρούς, στ’ αυτιά του αντηχούσαν ακόμη τα λόγια του τρίτου ποδηλάτη. Χαμήλωσε το λυπημένο βλέμμα του και προχώρησε νωχελικά προς το σπίτι.
Μπήκε ήσυχα από την πλαϊνή είσοδο της κουζίνας, μα κοντοστάθηκε όταν άκουσε δυνατά γέλια από το σαλόνι. Περπάτησε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε προς τον μεσότοιχο. Έριξε μια διακριτική ματιά από τη μισάνοιχτη πόρτα και τότε κατάλαβε πως ο θείος και η θεία του είχαν καλεσμένους.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Αισθανόταν πολύ κουρασμένος, σωματικά και ψυχικά.
Τα γέλια ξαφνικά δυνάμωσαν. Ο Λεύκιος έκανε δύο βήματα πίσω. Προσπάθησε ν’ αναλογιστεί τις συνέπειες στην περίπτωση που δεν πήγαινε να χαιρετήσει τους επισκέπτες, όπως απαιτούσαν πάντοτε η θεία και ο θείος του. Στο τέλος κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του αδιαφορώντας αν θα τον έπαιρναν είδηση ή όχι. Είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει συμπτώματα κρυολογήματος, γεγονός που τον έκανε να αισθάνεται πιο αδύναμος σωματικά. Εκείνο όμως που παίδευε περισσότερο το μυαλό του ήταν η πιθανότητα ο θείος και η θεία του να μην υπήρξαν ειλικρινείς μαζί του στο παρελθόν, όχι μόνο σε μία αλλά σε περισσότερες περιπτώσεις. Τόσες και τόσες φορές τούς είχε παρακαλέσει να τον πάνε να δει τον παππού του, μα εκείνοι έβρισκαν πάντοτε μια δικαιολογία για ν’ αποφύγουν αυτή τη συζήτηση. Είχε αρχίσει λοιπόν να έχει τις αμφιβολίες του.
Το βράδυ, λίγο προτού κοιμηθεί, θυμήθηκε ένα απόσπασμα από το λογοτεχνικό κείμενο που είχαν ξεκινήσει να μελετούν στο σχολείο την τελευταία ώρα, μα τους είχε διακόψει το χτύπημα του κουδουνιού.
Άνοιξε την τσάντα του, πήρε το βιβλίο στα χέρια του και το φυλλομέτρησε. Μόλις εντόπισε το κείμενο, έγειρε το κεφάλι του στο μαξιλάρι και άρχισε να διαβάζει σιωπηλά.
Κάποτε υπήρχε μια πλούσια και ξακουστή χώρα. Οι κάτοικοί της ευημερούσαν και προόδευαν σταθερά και συγχρόνως απολάμβαναν την ομορφιά και τη χαρά της ζωής.
Μια χρονιά όμως η χώρα πλήγηκε σοβαρά από μία μεγάλη και πρωτοφανή οικονομική κρίση. Όσα σχέδια και στρατηγικές και αν εφάρμοσαν οι κυβερνώντες, δεν κατάφεραν να την οδηγήσουν ξανά στην πρόοδο.
Ένα βράδυ, κάποιος από τους πνευματικούς διδασκάλους εντόπισε μέσα σ’ ένα παμπάλαιο βιβλίο τον χρησμό που είχε δοθεί εκατοντάδες χρόνια πριν, όταν η χώρα είχε βρεθεί ξανά σε παρόμοια κατάσταση μαρασμού. Ο χρησμός αυτός οδήγησε τους κατοίκους στο πιο εύφορο βουνό, το οποίο έκρυβε έναν μεγάλο και θαυμαστό θησαυρό.
Άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της χώρας άρχισαν να φτάνουν καθημερινά στους πρόποδες του δεντροσκέπαστου βουνού. Καθένας από αυτούς χρησιμοποιούσε τις γνώσεις, τις εμπειρίες και τις δεξιότητές του, προκειμένου να καταφέρει να ερμηνεύσει τον χρησμό, που έλεγε:
«Όποιος καταφέρει να μετακινήσει το εύφορο βουνό θα βρει τον μεγάλο θησαυρό και θα βγάλει τη χώρα από τον βαθύ μαρασμό».
Περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, μα κανείς δεν κατάφερνε να ερμηνεύσει τον χρησμό και να βρει τον θησαυρό. Πολλοί άνθρωποι μάλιστα έχαναν την ψυχραιμία τους και εκσφενδόνιζαν αγανακτισμένοι διάφορα αντικείμενα προς το βουνό ή άναβαν φωτιές για να κάψουν τα αιωνόβια δέντρα και την πλούσια βλάστησή του. Κάποιοι άλλοι, πιο ψύχραιμοι, έφευγαν και ξανάρχονταν, φέρνοντας κάθε φορά μαζί τους ένα καινούριο σχέδιο δράσης. Ήταν κι εκείνοι που κατέληγαν στο συμπέρασμα πως ποτέ κανείς δεν θα κατάφερνε να ερμηνεύσει τον χρησμό, οπότε εγκατέλειπαν τις προσπάθειές τους και αποχωρούσαν.
Ένα καλοκαιρινό πρωινό, έφτασαν στους πρόποδές του τέσσερις νεαροί, δύο κορίτσια και δύο αγόρια. Είχαν έρθει κι αυτοί για να δοκιμάσουν να λύσουν το μυστήριο. Έφτιαξαν λοιπόν μαζί ένα πρόγραμμα και το ακολούθησαν.
Ξυπνούσαν με το πρώτο φως του ήλιου, φορτώνονταν τα σακίδιά τους και ανέβαιναν το ψηλό βουνό. Λίγο προτού νυχτώσει, επέστρεφαν πάλι πίσω στα αντίσκηνά τους.
— Ο χρησμός λέει να μετακινήσουμε το βουνό, όχι να το ανεβούμε! τους χλεύαζαν αρκετοί άνθρωποι, που τους έβλεπαν να το κατηφορίζουν κατάκοποι κάθε σούρουπο.
— Άντε να πάτε στα σπίτια σας, παιδιά. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ερμηνεύσετε τον χρησμό.
Οι τέσσερις δεκαεφτάχρονοι όμως συνέχισαν να το ανεβαίνουν και να το κατεβαίνουν καθημερινά, με όρεξη και ζήλο. Περνούσαν μέσα από θαμνώδη βλάστηση, ψηλούς κέδρους, πεύκα και άλλα κωνοφόρα δέντρα. Βύθιζαν τις αισθήσεις τους μέσα στους αναρίθμητους ήχους, στα θαυμαστά χρώματα, στις φυσικές εικόνες, που ξεχείλιζαν από χάρη και ομορφιά. Ανέπνεαν τον καθαρό αέρα και γέμιζαν τα στήθη τους με βουνίσιες μυρωδιές. Διάβαιναν τα σπήλαια κι έπιναν νερό από τις κρυστάλλινες πηγές, λούζονταν κάτω από τους καταρράκτες, γεύονταν νόστιμους καρπούς και φίλευαν τα ζώα με καλοσύνη.
Τα βράδια κάθονταν κάτω από το φως του φεγγαριού και μελετούσαν. Έψαχναν πληροφορίες και στοιχεία για όλα όσα είχαν δει και ακούσει κατά τη διάρκεια της ημέρας και στη συνέχεια τα εξέταζαν, τα σύγκριναν με τα στοιχεία που είχαν συλλέξει οι ίδιοι, και μέρα με τη μέρα γνώριζαν όλο και πιο πολύ το βουνό. Λίγες ημέρες μετά, το ανεβοκατέβαιναν με την καρδιά τους γεμάτη χαρά και το βλέμμα τους γεμάτο ενθουσιασμό.
Το τελευταίο βράδυ του μήνα, κι ενώ οι νεαροί κοιμόντουσαν βαθιά, είδαν και οι τέσσερις το ίδιο όνειρο:
Οι μορφές τους αιωρούνταν στο απέραντο κενό. Το μοναδικό υλικό στοιχείο που υπήρχε εκεί γύρω ήταν το βουνό, ακριβώς μπροστά τους. Το κοίταξαν σαστισμένοι. Τότε, το πνεύμα του βουνού τούς μίλησε με ανθρώπινη φωνή και είπε:
— Τις υπάρξεις σας, παιδιά, τις διαφεντεύουν δύο κορυφαίες αρετές των ανθρώπων, ο σεβασμός και η ειρήνη. Αυτές καθοδήγησαν τα βήματά σας για να με γνωρίσετε. Με αυτές καταφέρατε να κερδίσετε την καρδιά μου και να την ξεκλειδώσετε. Μία μία άνοιξαν τότε διάπλατα οι πόρτες μου για εσάς, για ν’ αναπνεύσετε το οξυγόνο του καθαρού αέρα μου, να δροσιστείτε με το κρυστάλλινο νερό των πηγών μου, να περπατήσετε την εύφορη γη μου και να γευτείτε τους καλούς καρπούς των δέντρων μου. Γνωρίσατε τον φυσικό μου κόσμο και γεμίσατε τη μνήμη σας με αγνές εικόνες. Αφυπνίσατε τα καλά σας ένστικτα και δυναμώσατε το γνωστικό φως της ψυχραιμίας σας, της αποφασιστικότητας, της θέλησης, της πειθαρχίας, της παρατηρητικότητάς σας, καθώς και άλλων πολύτιμων στοιχείων που διέπουν τους χαρακτήρες σας. Δεν αρνηθήκατε τον κόπο και τον μόχθο, αλλά επιλέξατε ν’ αναπτύσσετε διαρκώς την υγιή δράση σας. Εκτός από την καρδιά μου, καταφέρατε να κερδίσετε επάξια και την εμπιστοσύνη μου. Με αυτή λοιπόν θα με μετακινήσετε.
Το βουνό άρχισε τότε να μετακινείται αργά, όλο να μετακινείται μπρος στα έκπληκτα μάτια των τεσσάρων δεκαεφτάχρονων νεαρών, μέχρι που φάνηκε πίσω του ένας ολόφωτος δρόμος.
Το πνεύμα του βουνού τούς μίλησε ξανά και είπε:
— Αυτός ο δρόμος που βλέπετε μπροστά σας θα σας οδηγήσει στον μεγάλο θαυμαστό θησαυρό που λέγεται «ασφαλής προκοπή». Εσείς οι ίδιοι τον φωτίσατε, καθώς ανεβοκατεβαίνατε καθημερινά τη γη μου, χωρίς να απαισιοδοξείτε, να γκρινιάζετε και να παρεκτρέπεστε με τον ένα ή τον άλλο ευτελή τρόπο. Κάθε αιώνιο στοιχείο που ενδυναμώνατε μέσα σας έριχνε φως σ’ αυτό τον δρόμο, ώστε να μπορείτε να έχετε πλήρη ορατότητα προς κάθε κατεύθυνση όταν θα τον διαβαίνετε στο μέλλον. Πηγαίνετε λοιπόν να χτίσετε ασφαλή προκοπή κι επιτυχία, εντοπίστε τον θησαυρό και βγάλτε τη χώρα σας από τον βαθύ μαρασμό και τη δυστυχία.
Ο Λεύκιος, όταν διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα, έβαλε ξανά το βιβλίο μέσα στη σχολική του τσάντα. Όπως κάθε βράδυ, λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, εξέφρασε κάποιες επιθυμίες του:
— Θέλω να δυναμώνω διαρκώς τα αιώνια πολύτιμα αγαθά που κληρονόμησα από τους καλούς προγόνους μου, για ν’ ανοιχτεί μια μέρα εμπρός μου ο δρόμος που θα με οδηγήσει στην ασφαλή προκοπή κι επιτυχία. Θέλω να ζήσω πολλές στιγμές αληθινής ευτυχίας.