← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 06 — ΤΟ ΣΚΙΣΜΕΝΟ ΠΑΠΟΥΤΣΙ

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Λεύκιος ζούσε ακόμη στην πρωτεύουσα μαζί με την οικογένεια του θείου του και διένυε το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του. Ένα ανοιξιάτικο πρωινό που η πλάση έσφυζε από ομορφιά, ένας διάλογος ξεκίνησε ανάμεσα σε δύο μαθήτριες της τρίτης τάξης του Γυμνασίου.

Σόνια: Το παπούτσι είναι σκισμένο, και δεν υπερβάλλω καθόλου. Κοίταξέ το ξανά.

Βικτώρια: Τα παραλές. Δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Σόνια: Και όμως συμβαίνει, φιλενάδα!

Η δεκαπεντάχρονη, έδειξε διακριτικά με το δάχτυλό της το μικρό σκίσιμο που υπήρχε στο πίσω μέρος του παπουτσιού του Λεύκιου.

Η Βικτώρια το κοίταξε εξεταστικά με την άκρη του ματιού της και σύντομα διαπίστωσε πως η συμμαθήτριά της μήτε αστειευόταν μήτε υπερέβαλλε.

Βικτώρια: Πόπο! Φοράει σκισμένα παπούτσια και δεν τον νοιάζει καθόλου! Είναι απίστευτο! Πόση ξεφτίλα πια…

Σόνια: Μιας και μιλάμε για ξεφτίλα, έχε υπόψη σου, Βικτώρια, πως ο Λεύκιος δεν ξεφτιλίζει μόνο τον εαυτό του, που φοράει σκισμένα παπούτσια, αλλά και το σχολείο μας, το οποίο δεν είναι όποιο κι όποιο.

Βικτώρια: Σωστά! Θα πρέπει να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, και μάλιστα γρήγορα.

Σόνια: Λες να το αναφέρουμε στην υποδιευθύντρια;

Η Βικτώρια της έγνεψε αυστηρά να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής της φέρνοντας το δάχτυλό της μπροστά από το στόμα της. Στη συνέχεια κοίταξε τριγύρω της εξεταστικά, στρέφοντας αργά το κεφάλι της μια δεξιά και μια αριστερά. Αφού σιγουρεύτηκε πως κανείς άλλος δεν επρόκειτο ν’ ακούσει αυτά που θα έλεγε στη συμμαθήτριά της, πήρε ξανά τον λόγο και της μίλησε ψιθυριστά.

Βικτώρια: Όπως γνωρίζεις, φιλενάδα, σε λίγο καιρό θα έχουμε εκλογές στο σχολείο μας, για να εκλέξουμε το κεντρικό μαθητικό συμβούλιο. Εμείς θα είμαστε υποψήφιες. Και οι δύο. Αυτό λοιπόν που βρίσκεται μπροστά μας και μας κλείνει το μάτι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία, κι ας είναι λιγάκι σκισμένη! Εμάς θα μας βολέψει πολύ.

Σόνια: Ό,τι κι αν αποφασίσεις, φιλενάδα, εγώ θα σε υποστηρίξω, όπως κάνω πάντοτε εξάλλου. Απ’ όσα είπες όμως το μόνο που κατάλαβα είναι πως θα είμαστε υποψήφιες στις επόμενες εκλογές. Τίποτε άλλο.

Η Βικτώρια έγειρε ελαφρώς το κεφάλι της προς το μέρος της.

Βικτώρια: Θα σου εξηγήσω και θα καταλάβεις αμέσως, φιλενάδα. Άκουσέ με όμως προσεκτικά. Εμείς οι δύο θα κάνουμε έναν έρανο στο σχολείο για ν’ αγοράσουμε καινούρια παπούτσια στον Λεύκιο. Θα φανούμε συμπονετικές και καλοσυνάτες, και πολλά άλλα, τα οποία χρειαζόμαστε για να κερδίσουμε. Και τι είναι αυτό που θέλουμε να κερδίσουμε;

Η Σόνια την κοίταξε απορημένη. Η απάντηση αργούσε να έρθει, γι’ αυτό και η Βικτώρια επανέλαβε την ερώτησή της.

Βικτώρια: Τι επιθυμούμε να κερδίσουμε από αυτή μας την πράξη, φιλενάδα;

Σόνια: Νααα… νααα… να πάρουμε καλύτερους βαθμούς.

Βικτώρια: Όχι!

Σόνια: Νααα… νααα… να κερδίσουμε το βραβείο των ωραιότερων κοριτσιών του σχολείου. Εσύ το πρώτο, φυσικά, κι εγώ το δεύτερο.

Βικτώρια: Σύνελθε επιτέλους! Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;

Η υπομονή της είχε αρχίσει να εξαντλείται.

Μια σπίθα έλαμψε στο βλέμμα της Σόνιας. Χωρίς να χάσει χρόνο, φόρεσε ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της και πήρε ξανά τον λόγο για ν’ απαντήσει στην τελευταία ερώτηση της Βικτώριας, πιο σίγουρη από ποτέ για την ορθότητα της απάντησής της.

Σόνια: Η γάτα, καλέ! Αυτή είναι που κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια.

Μια σιγανή κραυγή απελπισίας, σαν πνιγμένος βρυχηθμός, ξέφυγε της Βικτώριας, η οποία πήρε την απόφαση να γλιτώσει τον εαυτό της από την ταλαιπωρία δίνοντας την απάντηση στη Σόνια.

Βικτώρια: Ψήφους! Αυτές θέλουμε να κερδίσουμε. Τις ψήφους τους. Αυτές χρειάζονται οι υποψήφιοι στις εκλογές για να πάρουν κάποιο αξίωμα!

Της το είπε τόσο φωναχτά που η Σόνια σκιάχτηκε και έκανε δύο βήματα πίσω.

Σόνια: Σωστά! Από το σκισμένο παπούτσι του Λεύκιου εμείς θα κερδίσουμε πολλές ψήφους.

Βικτώρια: Μπράβο, φιλενάδα! Τώρα μιλάς σωστά. Θα κερδίσουμε πολλές ψήφους, διότι θα εντυπωσιάσουμε τους μαθητές. Και τι άλλο σημαντικό θα κερδίσουμε από την καλοσυνάτη πράξη που θα κάνουμε; Ε; Για σκέψου λιγάκι.

Η Σόνια γούρλωσε τα μάτια της και παρέμεινε να την κοιτάει απορημένη.

Βικτώρια: Και τι άλλο σημαντικό θα κερδίσουμε, φιλενάδα;

Σόνια: Θα κερδίσουμε… θα κερδίσουμε…

Η Βικτώρια κούνησε πάλι το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, με αγανάκτηση.

Βικτώρια: Θα κερδίσουμε την εκτίμηση των καθηγητών μας και θα έχουμε την εύνοια τους. Αμάν πια! Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει λιγάκι παραπάνω. Δεν βαρέθηκες να ξεφτιλίζεσαι διαρκώς;

Σόνια: Στον Λεύκιο να πας να τα πεις αυτά, που φοράει σκισμένα παπούτσια και δεν τον κόφτει. Τα δικά μου παπούτσια και σικάτα είναι και στη μόδα είναι και πολλά άλλα είναι! Γιατί λοιπόν μου λες ότι ξεφτιλίζομαι, φιλενάδα;

Η Βικτώρια αποφάσισε να την αγνοήσει και εστίασε την προσοχή της στην επιτυχία του σχεδίου της.

Βικτώρια: Φύγε από τη μέση!

Η Σόνια σκιάχτηκε και έκανε δύο βήματα πίσω.

Βικτώρια: Ακολούθησέ με. Θα προχωρήσουμε προς τα εκεί.

Της έδειξε με το δάχτυλό της τα παγκάκια που βρίσκονταν παραταγμένα στο δυτικό μέρος της αυλής του σχολείου.

Η Σόνια την ακολούθησε αμέσως, νομίζοντας πως θα πήγαιναν να πούνε ευθέως στον Λεύκιο πως ξεφτιλιζόταν που φορούσε σκισμένα παπούτσια.

Το διάλειμμα σε λίγα λεπτά θα τελείωνε, οπότε η Βικτώρια επιτάχυνε το βήμα της αφήνοντας πίσω τη Σόνια.

Σόνια: Περίμενε κι εμένα, φιλενάδα! Μην τρέχεις! Τόση βιασύνη πια για να πούμε στον Λεύκιο πως είναι ξεφτίλας επειδή φοράει σκισμένα παπούτσια;

Η Βικτώρια σταμάτησε απότομα και η Σόνια έπεσε πάνω της.

Βικτώρια: Αμάν πια μ’ εσένα! Δεν πάμε να πούμε στον Λεύκιο πως είναι ξεφτίλας. Πάμε να πιάσουμε κουβέντα με τους συμμαθητές του, για να μάθουμε τι νούμερο παπούτσι φοράει.

Σόνια: Αααα! Γι’ αυτόοο! Σωστάαα! Ακόμα μία φορά, παραδέχομαι πως είσαι πανέξυπνη, φιλενάδα. Θα ρωτήσουμε λοιπόν τους μαθητές που κάθονται στο παγκάκι τι νούμερο παπούτσι φοράει ο Λεύκιος, θα κάνουμε έρανο για να μαζέψουμε χρήματα και θα του αγοράσουμε καινούρια παπούτσια. Με αυτό τον τρόπο θα δείξουμε πόσο συμπονετικές και καλοσυνάτες είμαστε. Θα εντυπωσιάσουμε τους μαθητές του σχολείου, θα κερδίσουμε την εκτίμηση και την εύνοια των καθηγητών, θα πάρουμε πολλές ψήφους και θα εκλεγούμε στο κεντρικό μαθητικό συμβούλιο του σχολείου.

Τα είπε χωρίς να πάρει αναπνοή, αφήνοντας άφωνη τη Βικτώρια, η οποία κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι της και την κοίταξε περιφρονητικά. «Για δες τι τραβάμε εμείς οι έξυπνες μ’ εσάς τις κουτές!» είπε από μέσα της και περπάτησε γρηγορότερα, για να μη χάσει κι άλλο πολύτιμο χρόνο.

Η Σόνια την ακολούθησε. Λίγο προτού πλησιάσουν τους δύο συμμαθητές του Λεύκιου, άκουσαν ξαφνικά την υποδιευθύντρια που τους καλούσε να πάνε στο γραφείο του διευθυντή για ένα θέλημα.

Η Βικτώρια σούφρωσε τα φρύδια της από θυμό, καθώς συνειδητοποιούσε πως είχε χάσει όλο τον χρόνο του διαλείμματος, πως είχε μείνει νηστική και πως τα νεύρα της είχαν γίνει κουρέλια ενώ προσπαθούσε να εξηγήσει στη Σόνια το σχέδιο που είχε καταστρώσει. Αισθάνθηκε λοιπόν μεγάλη ανησυχία, διότι, αν δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει τις ψήφους που χρειαζόταν για να εκλεγεί πρόεδρος του κεντρικού μαθητικού συμβουλίου, θα έχανε το ακριβό δώρο που της είχε υποσχεθεί ο πατέρας της. Φεύγοντας από το σπίτι εκείνο το πρωινό για να πάει στο γραφείο του, της είχε πει χαμογελώντας.

— Γνωρίζεις πολύ καλά, παιδί μου, πως δεν μ’ αρέσει να σου χαλάω κανένα χατίρι, όποιο κι αν είναι αυτό. Άντε λοιπόν να κάνεις πράξη και τον κανόνα που σου έμαθα χθες, για να βγαίνεις νικήτρια σε κάθε μάχη που θα δίνεις για το συμφέρον το δικό σου και της οικογένειάς μας. Σου τον υπενθυμίζω: «Θέτεις τον στόχο σου και προσπαθείς να τον πετύχεις, εξουδετερώνοντας με κάθε τρόπο οποιοδήποτε εμπόδιο παρουσιαστεί».

Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Λεύκιος είχε αναφέρει στη θεία του πως τ’ αθλητικά του παπούτσια είχαν παλιώσει:

— Τελειώνω νωρίς τις σχολικές μου εργασίες, κι έχω αρκετό ελεύθερο χρόνο τ’ απογεύματα. Αν θες κι εσύ, θεία, μπορούμε να πάμε μαζί στην αγορά για να ψωνίσω καινούρια αθλητικά παπούτσια.

Ήταν και αυτή μια από τις πολλές μάταιες προσπάθειες που είχε κάνει για να καταφέρει ν’ αποκτήσει έστω μια απόμερη θεσούλα στην καρδιά της θείας του, ίσα για να λαμβάνει ένα μικρό μερίδιο από τη στοργή και την αγάπη της.

— Θα κοιτάξω το πρόγραμμά μου και θα σ’ ενημερώσω, του είχε πει κοφτά η κυρία Πένυ εκείνη τη μέρα, μιας και δεν ήθελε να πάρει θάρρος ο Λεύκιος και να της ζητάει να του αγοράζει πότε το ένα και πότε το άλλο.

— Εν τω μεταξύ, Λεύκιε, αφού λες πως έχεις αρκετό ελεύθερο χρόνο τ’ απογεύματα, μπορείς να περιποιείσαι τον κήπο μας. Όλο και κάτι χρειάζεται, του είπε αμέσως μετά, και ούτε λόγος ξανά για τα παπούτσια.

Από τότε λοιπόν ανέλαβε και τη φροντίδα του κήπου. Κούρευε το γκαζόν, σκάλιζε το χώμα γύρω από τα δέντρα και τα πότιζε. Μια μέρα πρόσεξε πως ένα μικρό φυτό είχε φυτρώσει στο πιο εύφορο σημείο του κήπου. Ίσα που πρόβαλλε πάνω από το έδαφος! Ο Λεύκιος έσκαψε γύρω γύρω το χώμα με προσοχή και το μεταφύτεψε σε μια γλάστρα. Την τοποθέτησε στο παράθυρο του υπνοδωματίου του, πάνω στο περβάζι, και από τότε του έδινε καθημερινά λίγο νερό. Πού και πού το ξεχορτάριαζε και σκάλιζε με τα δάχτυλά του το χώμα, για ν’ αναπνέουν οι ρίζες, όπως συνήθιζε να του λέει ο παππούς του κάθε φορά που μοιραζόταν μαζί του τα μυστικά του κήπου.

Πέρασαν οι μέρες και οι εβδομάδες, κι αυτός συνέχισε να φροντίζει το φυτό, το οποίο μεγάλωσε, άπλωσε τα λευκοπράσινα φυλλαράκια του πάνω στο περβάζι του παραθύρου κι έφτιαξε σιγά σιγά ένα δροσερό σκέπαστρο. Ο γάτος ερχόταν κάθε βράδυ, έμπαινε από κάτω και κοιμόταν.

Ο Λεύκιος συνέχισε να το περιποιείται, κι εκείνο μεγάλωνε, έβγαζε καινούρια φύλλα και γινόταν ολοένα και πιο πυκνό. Συνέχισε ακόμη να περιποιείται τα υπόλοιπα φυτά του κήπου, μα στο μάθημα της γυμναστικής φορούσε τα σκισμένα παπούτσια.

Μέχρι που ένα πρωινό η Βικτώρια τα πήρε είδηση…