ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 04 — Η ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ
Ο Λεύκιος έμεινε κλεισμένος μέσα στο υπνοδωμάτιό του, όπως είχε διατάξει ο θείος του. Άρχισε να διαβάζει τα μαθήματά του και, μόλις τα τελείωσε, καταπιάστηκε με τη μεγάλη εργασία που είχε στο μάθημα της Τέχνης, την οποία θα παρέδιδε στο τέλος της εβδομάδας.
Κατά τις δέκα τακτοποίησε τα βιβλία και τα τετράδιά του στη σχολική του τσάντα και έπεσε για ύπνο. Προτού κλείσει τα μάτια του, πήρε το μενταγιόν στα χέρια του, το περιεργάστηκε, το ψηλάφισε με τις άκρες των δαχτύλων του και μετά άνοιξε το καπάκι. Κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα τη μικρή φωτογραφία και το ξανάκλεισε. Ύστερα έγειρε το κεφάλι του στο μαξιλάρι και για πολλοστή φορά εστίασε την προσοχή του στα γράμματα που ήταν χαραγμένα στην περίμετρό του.
Ο ύπνος δεν άργησε να τον πάρει, και τότε είδε ένα περίεργο όνειρο. Άκουσε κάποιον να μιλά με βαθιά φωνή και ν’ απευθύνεται σ’ ένα πλήθος ολόφωτων υπάρξεων, οι οποίες στέκονταν παραταγμένες η μια πλάι στην άλλη. Αδυνατούσε να δει τον ομιλητή, μα μπορούσε ν’ ακούσει καθαρά όσα τους έλεγε.
Αγγελιοφόρος:
Αρετές!
Ένας ένας οι Αθάνατοι Ειρηνικοί Αναγεννητές άρχισαν να κατεβαίνουν στη Γη και ν’ αποκτούν υλική, ανθρώπινη υπόσταση.
Θα εφαρμόσουν τα ειρηνικά σχέδιά τους για ν’ αποκαταστήσουν και να εδραιώσουν την ειρήνη στον πλανήτη.
Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Πρώτος Αναγεννητής, ο οποίος πραγματοποιεί τις μεγαλύτερες ανατροπές στους πλανήτες.
Σας υπενθυμίζω τα εξής:
Όταν οι Αθάνατοι ενανθρωπίζονται, χάνουν ένα μέρος της μνήμης τους, με αποτέλεσμα να γίνονται ευάλωτοι σε ορισμένα στοιχεία που διαμορφώνουν τη ζωή πάνω στη Γη.
Η μνήμη του Πρώτου Αναγεννητή φτάνει μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη του Χρόνου, εκεί όπου κατοικεί η Αρχέγονη Γνώση.
Όταν ανακτήσει πλήρως τη χαμένη μνήμη του, η Αρχέγονη Γνώση θα του παράσχει την Υπέρτατη Ισχύ. Τότε θα εντοπίσει τους υπόλοιπους Αναγεννητές και θα καταστεί ακατανίκητος στις μάχες που θα δίνει για την αποκατάσταση της ειρήνης στη Γη.
Όπως συμβαίνει κάθε φορά, έτσι κι αυτή καλείστε να στηρίξετε το βαρυσήμαντο έργο των Ειρηνικών Αναγεννητών με τη γνώση που εμπερικλείεται στο ανίκητο γνωστικό φως σας.
Αρετές!
Η ανθρωπότητα σας χρειάζεται!
Ανοίξτε τον δρόμο που θα την οδηγήσει στην πραγματική ιστορία της, όπως αυτή έχει καθοριστεί από τον Χρόνο.
Προστατέψτε τη ζωή και ό,τι άλλο πολύτιμο αναπτύχθηκε μέσα στους αιώνες και μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά.
Οι απεσταλμένοι του Χρόνου θα σας στηρίζουν και θα σας καθοδηγούν αδιάλειπτα.
Όταν τ’ όνειρο έσβησε, ο Λεύκιος μισάνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε τριγύρω αργά και μετά τα ξανάκλεισε και ξανακοιμήθηκε. Είδε τότε ένα άλλο όνειρο, κι έγινε θεατής μιας εικόνας απαράμιλλου κάλλους.
Ο ουρανός ξεχείλιζε από γαλήνια απόκοσμη ομορφιά. Το φως της εκθαμβωτικής πανσέληνου έφτανε ίσαμε τη θάλασσα και σχημάτιζε έναν ολόφωτο δρόμο στην επιφάνειά της. Ο Λεύκιος είδε τον εαυτό του να στέκεται στο ακρογιάλι, μπροστά από ένα τραπέζι που στο κέντρο του ήταν τοποθετημένη μια τούρτα γενεθλίων με δέκα αναμμένα κεριά. Γύρω του είδε τις μορφές των γονιών του, της γιαγιάς και του παππού του.
— Άντε, παιδί μου! Σβήσ’ τα όλα μ’ ένα φύσημα! τον παρότρυνε ο πατέρας του κοιτώντας τον με περηφάνια και μεγάλη έγνοια.
Ο Λεύκιος έσκυψε πάνω από την τούρτα κι έσβησε τα κεριά. Τότε ο πατέρας του τον πλησίασε, τον αγκάλιασε σφιχτά και του έδωσε τις ευχές του. Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι.
— Χρόνια πολλά, γεμάτα υγεία και δημιουργικότητα, παιδί μου! του ευχήθηκε η μητέρα του με περίσσια αγάπη.
— Σου εύχομαι ολόψυχα να είσαι γερός και δυνατός, παλικάρι μου! του είπε ο παππούς του.
— Είθε όλοι οι δρόμοι που θα διαλέγεις να σε οδηγούν στην αληθινή ευτυχία, παιδί μου! του είπε η γιαγιά του, χαμογελώντας του με καλοσύνη.
Η μητέρα του, που κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό λευκό κουτί, το έδωσε στον Λεύκιο και του είπε:
— Μέσα σε αυτό το κουτί υπάρχει ένα πολύτιμο μενταγιόν. Προστάτεψέ το, Λεύκιε. Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Προσπάθησε να βρεις τη φράση. Είναι πολύ σημαντική. Να εντοπίζεις τα φωτεινά σημάδια, για να μη χάνεις τον δρόμο σου, παιδί μου.
Στη συνέχεια ο Λεύκιος είδε τον πατέρα του, τη γιαγιά και τον παππού του να περπατούν αργά και να κατευθύνονται προς τη θάλασσα. Όταν πλησίασαν τα ήσυχα νερά της, άρχισαν να περπατούν πάνω τους κατά μήκος του φωτεινού δρόμου που είχε ανοίξει η πανσέληνος στην επιφάνειά τους. Έμεινε εκεί να τους κοιτάει έκπληκτος.
Η μητέρα του, που στεκόταν ακόμη πλάι του, δεν άργησε να προχωρήσει κι αυτή προς τη θάλασσα. Ο Λεύκιος την είδε να περπατάει νωχελικά, σάμπως η φυγή της από κοντά του να ήταν αθέλητη. Ευθύς η καρδιά του σκίρτησε δυνατά και ο εσωτερικός του κόσμος ταράχτηκε. Έβλεπε τη μητέρα του να περπατά πάνω στον υγρό φωτεινό δρόμο και μια έντονη επιθυμία πρόβαλε από τα μεγαλύτερα βάθη της ψυχής του. Ήθελε να την προφτάσει και να τη σταματήσει. Να μη φύγει ξανά μακριά του, από τη ζωή του, από τις χαρούμενες μέρες που θα έρχονταν. Λαχταρούσε να την κρατήσει μέσα στους κρύους χειμώνες του, για ν’ ακούει τη φωνή της, να βλέπει το χαμόγελό της, να αισθάνεται τη μητρική στοργή και αγάπη της να τον συντροφεύουν και να τον δυναμώνουν.
Ξαφνικά, η επιθυμία του έγινε πιο δυνατή και κυρίευσε τον νου του. Τότε, ο Λεύκιος έτρεξε προς το μέρος της μητέρας του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Μπήκε μέσα στη θάλασσα και άρχισε να χτυπάει δυνατά τα χέρια και τα πόδια του. Έσπρωχνε το νερό να παραμερίσει, να μην εμποδίζει το σώμα του να πάει παραπέρα. Τίποτε άλλο δεν τον ένοιαζε παρά μόνο να προφτάσει τη μητέρα του, η οποία ολοένα και απομακρυνόταν από κοντά του. Άκουγε την καρδιά του που έκλαιγε σιωπηρά, από παράπονο και από λαχτάρα, και χτύπαγε δυνατότερα με τα χέρια του το νερό, που του έκοβε τον δρόμο. Να την προφτάσει! Να μην αργήσει!
— Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Προσπάθησε να βρεις τη φράση. Είναι πολύ σημαντική. Να εντοπίζεις τα φωτεινά σημάδια, για να μη χάνεις τον δρόμο σου, την άκουσε να επαναλαμβάνει, κι ευθύς ο φωτεινός δρόμος που σχημάτιζε η πανσέληνος πάνω στ’ αλμυρό νερό εξαφανίστηκε, παίρνοντας μαζί του και τα τέσσερα αγαπημένα του πρόσωπα.
Ο Λεύκιος ξύπνησε απότομα. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
— Όνειρο ήταν! ψιθύρισε, κι έκανε μια προσπάθεια να συνέλθει. Ήταν απλώς ένα όνειρο! ξανάπε.
Κάποια από τα λόγια της μητέρας του, όμως, αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του:
— Κάποια μέρα θα σε οδηγήσει στη γέφυρα. Προσπάθησε να βρεις τη φράση. Είναι πολύ σημαντική. Να εντοπίζεις τα φωτεινά σημάδια, για να μη χάνεις τον δρόμο σου.
Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Προχώρησε προς το παράθυρο και μισάνοιξε το τζάμι. Έμεινε άναυδος όταν διαπίστωσε πως μπροστά στα μάτια του ξετυλιγόταν μια εικόνα παρόμοια μ’ αυτή που είχε δει στ’ όνειρό του. Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε ευθύς στα χείλη του. Βρίσκονταν όλα εκεί, μπροστά στα μάτια του! Ο φωτεινός ουρανός, η πανσέληνος και ο λαμπερός δρόμος που άνοιγε με το φυσικό φως της πάνω στην επιφάνεια του ποταμού, που φαινόταν στο βάθος. Μόνο τ’ αγαπημένα του πρόσωπα έλειπαν, και λαχταρούσε όσο τίποτε άλλο να βρίσκονταν εκεί, κοντά του. Να μπορούσε να τους αγγίξει, να τους αγκαλιάσει, να βρεθούν ξανά όλοι μαζί στην όμορφη πλευρά της ζωής. Ο Λεύκιος κατανοούσε πως αυτό δεν ήταν εφικτό, μα το δεύτερο όνειρο που είχε δει εκείνο το βράδυ τού υπενθύμισε κάτι πολύ σημαντικό: πως η αγάπη που τον έδενε μαζί τους ήταν μεγάλη και δυνατή.
Μια διαπίστωση που πρόβαλε αναπάντεχα από τη σκέψη του διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του:
— Ο παππούς Λουκιανός ίσως είναι καλύτερα στην υγεία του, και κάποια μέρα ίσως με πάρει ξανά κοντά του, ψέλλισε σιγανά όταν θυμήθηκε τον καλοσυνάτο γέροντα με το ειρηνικό ύφος και το βαθυστόχαστο βλέμμα.
Η καρδιά του σκίρτησε από χαρά και τα χείλη του τρεμόπαιξαν από συγκίνηση.
— Ίσως ο παππούς είναι καλύτερα στην υγεία του, ξανάπε δυνατότερα κι ευθύς έκλεισε το στόμα του με τις παλάμες του, ελπίζοντας πως δεν τον είχε ακούσει κανείς.
Ο γάτος, που κοιμόταν πάνω στο περβάζι του παραθύρου, τον άκουσε και πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος. Άρχισε να τρέχει μια από δω και μια από κει, σαν κυνηγημένος.
— Νίκο, γύρνα πίσω! Δεν είχα σκοπό να σε τρομάξω, φίλε!
Το όμορφο τετράποδο, με το πλούσιο καφετί τρίχωμα, τον αγνόησε και πήγε και χώθηκε μέσα στη γλάστρα με τις μαργαρίτες, οπότε ο Λεύκιος επέστρεψε στους προηγούμενους συλλογισμούς του. Ανέσυρε από τη μνήμη του την απάντηση που του είχε δώσει ο θείος του, όταν του είχε ζητήσει να τον γυρίσει πίσω στο σπίτι του παππού του, κι ευθύς λυπήθηκε:
— Πότε επιτέλους θα σοβαρευτείς, Λεύκιε; Ο παππούς σου αδυνατεί να φροντίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν γίνεται να φορτωθεί κι εσένα!
Τα μάτια του δεκάχρονου αγοριού γέμισαν δάκρυα. Νοστάλγησε τη συντροφιά του γέροντα, τα συνετά και καλοσυνάτα λόγια του και κυρίως τις προσπάθειες που έκανε για να διώχνει τις λύπες μακριά από την καρδιά του.
— Λεύκιε, για έλα να καθίσεις κοντά μου να σου διηγηθώ μια ιστορία από κείνες τις παλιές που σου αρέσουν. Για έλα ν’ αποδιώξουμε μαζί τη στεναχώρια που σε βρήκε πάλι, παιδί μου. Μη στέκεις εκεί γλαρωμένος. Η ζωή είναι όμορφη και γλυκιά. Να μην το ξεχνάς ποτέ αυτό.
Ο Λεύκιος χαμογέλασε ελαφρώς στη θύμησή του. Ένα μικρό κείμενο, από εκείνα που ο παππούς του συνήθιζε να τοποθετεί στην πόρτα του ψυγείου, ήρθε ξαφνικά στο μυαλό του. Τα κείμενα αυτά τα είχε γράψει η κυρία Δάφνη, η μητέρα του, όταν στα δεκαέξι της χρόνια είχε ενταχθεί σε μια ομάδα εθελοντών που είχε στόχο την προστασία της ψυχικής υγείας των παιδιών. Ο κύριος Λουκιανός πού και πού έλεγε στον Λεύκιο, με συγκίνηση:
— Η μητέρα σου, παιδί μου, έφυγε νωρίς από τη ζωή, όμως μας άφησε πολύ όμορφα κείμενα για να τα διαβάζουμε, να βελτιώνουμε τον χαρακτήρα μας και να ζούμε περισσότερες στιγμές αληθινής ευτυχίας, του είχε πει ο παππούς του κάποιο δειλινό που καθόντουσαν οι δυο τους στην αυλή του σπιτιού, πλάι στα ελαιόδεντρα, στα γιασεμιά και στους βασιλικούς, και αγνάντευαν από μακριά τα πλοία και τις ψαρόβαρκες που πηγαινοέρχονταν στο λιμάνι.
Τα λόγια εκείνου του κειμένου γέμισαν ξαφνικά το μυαλό του Λεύκιου:
— Παιδί μου, άκουσέ με. Είμαι μεγαλύτερη σε ηλικία από σένα, γι’ αυτό και γνωρίζω περισσότερα πράγματα.
— Κι εγώ, παιδί μου, ως μεγαλύτερος που είμαι από σένα, έχω περισσότερη εμπειρία. Άκουσέ με λοιπόν.
— Δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτε! Αυτή η περίεργη και πρωτόγνωρη κούραση που βαραίνει εδώ και καιρό την ψυχή μου δεν φεύγει, και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητά μου.
— Τη συναισθανόμαστε, παιδί μου. Δεν βλέπεις πως κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να σε βοηθήσουμε να την αποδιώξεις; Είμαστε οι γονείς σου. Μας νοιάζουν οι χαρές σου, μα οι λύπες σου μας νοιάζουν περισσότερο, γι’ αυτό και μήτε αυτή τη φορά θα εγκαταλείψουμε τις προσπάθειές μας, ωσότου η ψυχή σου βρει ξανά την αρμονία και την ησυχία της.
— Θέλω να σας γνωρίσω καλύτερα. Μιλήστε μου για τις καλές και για τις άσχημες στιγμές των παιδικών και των νεανικών σας χρόνων. Διηγηθείτε μου περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή σας. Θέλω να αισθανθώ τις αγωνίες, τις ανησυχίες, τις στεναχώριες που είχατε κι εσείς. Να μάθω για τις χαρές σας, τις επιτυχίες, τα όνειρα, τους στόχους, τις προσδοκίες σας. Να μου φανερώσετε τις τακτικές που ακολουθούσατε κάθε φορά που παλεύατε ν’ αντιμετωπίσετε τη μια και την άλλη δυσκολία που συναντούσατε μπροστά σας. Τότε, που προσπαθούσατε να μάθετε πώς να φροντίζετε όσο το δυνατόν καλύτερα τη σωματική και την ψυχική σας υγεία. Τότε, που μαχόσασταν να διευρύνετε τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις εμπειρίες σας, ώστε να γίνετε πιο χρήσιμοι άνθρωποι, όπως ακριβώς απαιτείτε από εμένα να κάνω καθημερινά.
Ο Λεύκιος είχε το βλέμμα του στραμμένο στ’ ολόγιομο φεγγάρι και κοιτούσε σκεφτικός τη θαυμαστή θέα. Ένας μοναχικός γείτονας, ο κύριος Ερμογένης, καπετάνιος κάποτε στο επάγγελμα και τώρα συνταξιούχος, καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του και άκουγε παλιά παραδοσιακά τραγούδια στο ράδιο. Πότε πότε, οι μελωδίες και οι στίχοι έφταναν μέχρι τ’ αυτιά του Λεύκιου:
Είχα ένα περιβολάκι
έμορφο και μικρουλάκι.
Είχε γύρω γύρω αφάνες
και στη μέση ματζουράνες.
Είχε μια μηλιά στη μέση
που απ’ τα μήλα πάει να πέσει.
Πάει κι ο νιος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο:
— Τα ’χει ο αφέντης μετρημένα
κι η κυρά λογαριασμένα.1
— Πρέπει να βρω έναν τρόπο να συναντήσω τον παππού. Η θεία Πένυ όμως μου είπε πως το ταξίδι αυτό δεν είναι εύκολο. Τι ακριβώς εννοούσε άραγε; Πρέπει να βρω τις πληροφορίες που χρειάζομαι, μονολόγησε σιγανά ο Λεύκιος κι ύστερα επέστρεψε στο κρεβάτι του, για να συνεχίσει τον ύπνο του.
Ο γάτος πήδηξε πάλι πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Ο Λεύκιος τον κοίταξε καλοσυνάτα και χαμογέλασε.
— Νίκο, σαν εμένα είσαι κι εσύ, μια εδώ και μια εκεί. Είσαι όμως και ακατάδεκτος, φίλε. Όσο κι αν σε παρακαλώ, δεν έρχεσαι να βρεις μια ζεστή γωνίτσα εδώ μέσα να κοιμηθείς.
Ο γάτος βολεύτηκε πλάι στο παντζούρι και αποκοιμήθηκε. Έκλεισε και ο Λεύκιος τα μάτια του, κι εξέφρασε σιωπηλά ορισμένες επιθυμίες του:
— Θέλω να είμαι καλά στην υγεία μου.
— Θέλω να τα πηγαίνω καλά στα μαθήματά μου και στο σχολείο.
— Θέλω να βελτιωθεί η υγεία του παππού μου και κάποια μέρα να με πάρει ξανά κοντά του.
— Θέλω να επικρατήσει η ειρήνη στη Γη.
…
Λίγα λεπτά μετά τον πήρε ο ύπνος και τον οδήγησε σ’ ένα όνειρο.
- ↩ «Είχα ένα περιβολάκι». Παραδοσιακό τραγούδι.
Βρέθηκε σ’ ένα απόκοσμο μέρος, που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Ήταν γεμάτο απ’ άκρη σ’ άκρη με θαυμαστά δημιουργήματα, ωραία σκιερά δέντρα και εντυπωσιακά άνθη που ξεχείλιζαν από ομορφιά και χάρη. Κατοικούνταν από μυστηριώδεις φωτεινές υπάρξεις, οι οποίες εργάζονταν ακατάπαυστα και συνεργάζονταν μεταξύ τους ειρηνικά.
Ο Λεύκιος, έμεινε να κοιτάζει έκπληκτος τη μοναδική θέα και η καρδιά του σκιρτούσε δυνατά από πρωτόγνωρη χαρά.