← Πίσω στο βιβλίο Όλα τα βιβλία

ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 03 — ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΦΙΛΟΙ

Ο δεκάχρονος Λεύκιος κάθισε στην όχθη του ποταμού, που βρισκόταν σε απόσταση μισού περίπου χιλιομέτρου από το σπίτι του θείου του. Άνοιξε τη σχολική του τσάντα και πήρε από μέσα ένα βιβλίο. Άρχισε να περιεργάζεται τις μικρές σκόρπιες λέξεις πάνω στο σκληρό εξώφυλλό του. Ήταν τόσο πολλές που έχανε τον λογαριασμό κάθε φορά που προσπαθούσε να τις μετρήσει. Ξαφνικά, το βλέμμα του έπεσε πάνω στον τίτλο του. Ψηλάφισε σκεφτικός τα γράμματά του και τον πρόφερε σιγανά: Με αρετή.

Το βιβλίο ήταν δώρο της γιαγιάς του. Τα σαββατιάτικα απογεύματα, η κυρία Αθηνά και ο κύριος Λουκιανός συνήθιζαν να πηγαίνουν με τον Λεύκιο σ’ ένα μεγάλο λιβάδι που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το σπίτι τους. Στη βορινή άκρη του υπήρχε μια ψηλή ελιά με μια μεγάλη κουφάλα. Η γιαγιά και ο παππούς κάθονταν σιμά της κι έβαζαν τον Λεύκιο να καθίσει ανάμεσά τους. Η κυρία Αθηνά άρχιζε τότε να διηγείται ιστορίες από το Βιβλίο των Αρετών και να τους μεταφέρει από αυτές πολύτιμα μηνύματα. Ύστερα άνοιγε το ψάθινο καλάθι της, που ήταν στολισμένο με κεντητά τριαντάφυλλα και γαρίφαλα, κι έβγαζε από μέσα λίγες φέτες ζυμωτό ψωμί, ελιές τσακιστές, παραδοσιακές πίτες και σπιτικό τυρί, που τα έφτιαχνε όλα με τα χέρια της. Έβγαζε ακόμα φρέσκες ντοματούλες, σύκα, μήλα, σταφύλια, ρόδια και άλλα καλά που καλλιεργούσε ο κύριος Λουκιανός στην εύφορη αυλή τους, και γέμιζε το κατάλευκο στρογγυλό τραπεζομάντιλο.

Ο Λεύκιος θυμήθηκε μια από τις τελευταίες όμορφες αναμνήσεις που του είχε χαρίσει η γιαγιά του προτού φύγει από τη ζωή, και χαμογέλασε νοσταλγικά:

Λεύκιος: Γάλα, ρύζι, ζάχαρη, φλούδα λεμονιού, νισεστές… Τι θα φτιάξεις, γιαγιά;

Γιαγιά: Σήμερα, με αυτά τα υλικά που βλέπεις, θα φτιάξουμε το παραδοσιακό μας ρυζόγαλο.

Λεύκιος: Πόπο! Μου αρέσει πολύ το ρυζόγαλο, γιαγιά. Το γάλα όμως σαν να έχει πολύ έντονη μυρωδιά σήμερα.

Γιαγιά: Είναι ολόφρεσκο, παιδάκι μου, γι’ αυτό. Πήγε πρωί πρωί ο παππούς σου και το πήρε από τον κύριο Γεράσιμο, τον τσοπάνη που έχει τη μάντρα με τα πρόβατα εκεί, στους πρόποδες του βουνού.

Λεύκιος: Γιαγιά, ο δάσκαλος μας είπε τις προάλλες πως το γάλα είναι η πρώτη τροφή του ανθρώπου μετά τη γέννησή του.

Γιαγιά: Γι’ αυτό και είναι συνδεδεμένο με τη μητρική στοργή, αγόρι μου. Στις μέρες μας, μπορούμε να το προμηθευτούμε από την αγορά. Παλιότερα, ο πλανόδιος γαλατάς περνούσε από τις γειτονιές και μοίραζε το γάλα στον κόσμο.

Λεύκιος: Είναι πάρα πολύ το γάλα που έφερε σήμερα ο παππούς.

Γιαγιά: Με αυτό που θα περισσέψει θα φτιάξω κατιμέρια και μπουρεκάκια με αναρή. Θες να φτιάξουμε μαζί τη ζύμη;

Λεύκιος: Θέλω!

Γιαγιά: Άντε λοιπόν, καρδούλα μου! Πήγαινε να φέρεις το αλεύρι από τη μικρή αποθήκη.

Ο Λεύκιος, καθισμένος στην όχθη του ποταμού, συνέχισε να περιεργάζεται το εξώφυλλο του βιβλίου και να ταξιδεύει στις όμορφες αναμνήσεις του.

— Μέσα σε αυτό το βιβλίο, παιδί μου, θα βρεις καλούς και πιστούς φίλους, τους οποίους όμως θα μπορείς μόνο να τους αισθάνεσαι! του έλεγε η κυρία Αθηνά κάθε φορά που του ονομάτιζε τις αρετές που κληρονομούν οι άνθρωποι από τους καλούς προγόνους τους:

Αλήθεια, Δικαιοσύνη, Ειρήνη, Σεβασμός, Ελευθερία, Υγεία, Αγάπη, Στοργή, Ελπίδα, Τιμιότητα, Ειλικρίνεια, Πίστη, Σοφία, Σύνεση, Φρόνηση, Σεμνότητα, Μετριοφροσύνη, Ταπεινοφροσύνη, Ευγνωμοσύνη, Εκτίμηση, Αξιοπρέπεια, Διορατικότητα, Πρόνοια, Αφοσίωση, Θέληση, Πειθαρχία, Αποφασιστικότητα, Εργατικότητα, Υπευθυνότητα, Ψυχραιμία, Μάθηση, Μελέτη, Εξάσκηση, Δημιουργικότητα, Εξυπνάδα, Ευρηματικότητα, Οικονομία, Άθληση, Ευγένεια, Καλοσύνη, Κατανόηση, Φιλανθρωπία, Συμπόνια, Συμφιλίωση, Φιλευσπλαχνία, Γενναιοδωρία, Φιλία, Φιλοπατρία, Γενναιότητα, Θάρρος, Τόλμη, Αγωνιστικότητα, Συνεργασία, Επικοινωνία, Πειθώ, Εχεμύθεια, Αλληλεγγύη, Μεταμέλεια, Συγχώρηση, Βελτίωση, Πρόοδος, Επιτυχία, Ευημερία, Αξιοσύνη, Χαρά, Ψυχαγωγία, Ευφροσύνη, Ευτυχία, Ομορφιά, Αγνότητα…

Ο Λεύκιος φυλλομέτρησε ξανά το βιβλίο και σταμάτησε σε μια συγκεκριμένη σελίδα. Μέχρι εδώ διάβασα την τελευταία φορά, σκέφτηκε. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά του διείσδυσαν τότε στον θαυμαστό και μυστηριώδη κόσμο του Βιβλίου των Αρετών.

Άρχισε να διαβάζει αργά την επόμενη ιστορία και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του μυαλού και της καρδιάς του για να περάσουν τα καινούρια μηνύματα:

Κάποτε, ζούσε σε μια όμορφη πόλη ένα φιλήσυχο κι εργατικό ανδρόγυνο που είχε δύο παιδιά, τον Αυγερινό και την Αρτέμιδα. Η οικογένεια έβγαζε τα προς το ζην καλλιεργώντας μια μεγάλη έκταση εύφορης γης. Οι σοδειές τους χρόνο με τον χρόνο γίνονταν πλουσιότερες, κι έτσι η πρόοδος, η ευημερία και η ευτυχία δεν έλειπαν από το σπιτικό τους.

Κάθε απόγευμα Σαββάτου, η τετραμελής οικογένεια συνήθιζε να πηγαίνει σ’ ένα παραλιακό εστιατόριο της πόλης για ν’ απολαύσουν τα νόστιμα παραδοσιακά εδέσματα που σέρβιραν εκεί, μα και για να κάνουν έναν απολογισμό των εργασιών και των γεγονότων της εβδομάδας που είχε περάσει. Μιλούσαν για τα βήματα προόδου που είχε κάνει ο καθένας τους, εντόπιζαν λάθη και παραλείψεις τους, και συζητώντας μεταξύ τους έβρισκαν λύσεις σε διάφορα προβλήματά τους. Οι γονείς αντιμετώπιζαν με αγάπη και σεβασμό τα παιδιά τους, κι εκείνα ανταπέδιδαν με χαρούμενα χαμόγελα και λόγια.

Ένα σαββατιάτικο απόγευμα που η μοσχοβολιά της άνοιξης πλημμύριζε την πλάση, η τετραμελής οικογένεια καθόταν πάλι στο ίδιο εστιατόριο, πλάι στην ήσυχη θάλασσα.

Ο ήλιος, που είχε κατεβεί χαμηλότερα για να ζεστάνει τους ανθούς, άκουσε τις ομιλίες της οικογένειας και αποφάσισε ν’ ανταμείψει τους γονείς για την άριστη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά τους.

Στο τέλος λοιπόν του δειλινού, καθώς ο ήλιος έδυε, άφησε δύο ολόλαμπρες αχτίδες του πάνω στη Γη και τους είπε: «Οι γονείς, με τη συμπεριφορά τους, δίνουν το καλό παράδειγμα στα παιδιά τους. Πηγαίνετε να γεμίσετε το σπιτικό τους με την Ευτυχία της Ανταμοιβής».

Οι αχτίδες ακολούθησαν αμέσως τις οδηγίες που τους έδωσε ο ήλιος. Πήγαν στο σπίτι της οικογένειας, φώλιασαν μέσα στις καρδιές των παιδιών του ζευγαριού και τις γέμισαν με πρωτόγνωρη ζεστασιά. Έτσι, η έμπνευση των δύο εφήβων ενδυναμώθηκε, τα χαρίσματά τους αφυπνίστηκαν και γεννήθηκαν τα υψηλά οράματά τους.

Οι μήνες που ακολούθησαν βρήκαν την Αρτέμιδα και τον Αυγερινό ν’ απολαμβάνουν τη μια επιτυχία τους μετά την άλλη. Τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά ζούσαν πολλές στιγμές χαράς και συγχρόνως γέμιζαν τη μνήμη τους με όμορφες αναμνήσεις.

Όταν έφτασε όμως ο χειμώνας, μια περίεργη αίσθηση έκανε την εμφάνισή της στο σπιτικό τους και πάγωσε την ευτυχία τους. Οι πεποιθήσεις και οι συνήθειες που υιοθέτησαν οι γονείς τους από κάποιους καινούριους φίλους που έκαναν εκείνο το διάστημα, εξόρισαν τη χάρη της ταπεινοφροσύνης τους και αποδυνάμωσαν τον σεβασμό τους προς τ’ αληθινά αγαθά της ζωής.

«Οι χαρακτήρες μας δεν χρειάζονται άλλη βελτίωση», αποφάσισαν από κοινού ένα βράδυ που διασκέδαζαν με την καινούρια παρέα τους.

Από εκείνη τη στιγμή η απόφασή τους αυτή άρχισε να διαφεντεύει το μυαλό τους και έγινε το νέο θεμέλιο πάνω στο οποίο θα χτιζόταν το μέλλον της οικογένειάς τους.

Η μητέρα και ο πατέρας είχαν πλέον ως προτεραιότητα να εντυπωσιάσουν τους φίλους τους και σιγά σιγά έπαψαν ν’ αποζητούν και να ευχαριστιούνται τη συναναστροφή με τα παιδιά τους. Έτσι λοιπόν, ανάμεσα σε άλλες υγιείς δραστηριότητες, διέκοψαν και τις σαββατιάτικες επισκέψεις τους στο παραλιακό εστιατόριο, γεγονός που τα λύπησε.

Με το πέρασμα των ημερών, η λύπη του Αυγερινού και της Αρτέμιδας μεγάλωσε και εξόρισε από τις καρδιές τους τις δύο ζεστές ηλιαχτίδες που τους είχε στείλει κάποτε ο ήλιος. Τα αισθήματα των παιδιών διαταράχτηκαν, το χαμόγελό τους σβήστηκε και η λάμψη χάθηκε από το βλέμμα τους.

Ο Λεύκιος συνέχισε να διαβάζει σιωπηλά την ιστορία, μέχρι που έφτασε στην τελευταία σελίδα:

Μητέρα: Πώς φτάσαμε σε αυτή τη λυπηρή κατάσταση; Γιατί δεν χαμογελάνε πια τα παιδιά μας; Πού κρύφτηκε η ευτυχία που έφεγγε στο βλέμμα τους; Χρειάστηκε πολύς κόπος και χρόνος για να τ’ αναθρέψουμε, να τα δούμε να προκόβουν και να ευτυχούν. Τι να έχει συμβεί άραγε;

Ίσα που είχε προλάβει ο Λεύκιος να διαβάσει την τελευταία πρόταση, όταν άκουσε κάποιον να φωνάζει δυνατά το όνομά του. Έστρεψε ξαφνιασμένος το κεφάλι του και είδε τον ξάδερφό του να στέκεται καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα, στην άκρη του δρόμου που πήγαινε παράλληλα με το ποτάμι.

— Λεύκιε, γύρνα γρήγορα στο σπίτι! Σε ψάχνουν εδώ και ώρα. Πάλι θα τιμωρηθείς σκληρά, βρε παράξενε, του φώναξε ο Γιώργος γνέφοντάς του συγχρόνως με το χέρι του.

Τα λόγια του συνομήλικου ξαδέρφου του τον έκαναν να κλείσει βιαστικά το βιβλίο και να σηκωθεί αμέσως πάνω. Άρπαξε την τσάντα του και κατέβηκε τον χαμηλό λόφο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένα τέταρτο περίπου μετά έφτασε λαχανιασμένος στο σπίτι του θείου του.

Είδε τη μισάνοιχτη πόρτα και προς στιγμή ανησύχησε. Προχώρησε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, να μην τον πάρει κανείς είδηση, μα μόλις κοντοζύγωσε στη μεγάλη κεντρική σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο του σπιτιού, μια αγριεμένη φωνή τον ανάγκασε να σταματήσει απότομα.

— Πάλι πήγες στο ποτάμι; τον ρώτησε ο θείος του.

Ο Λεύκιος σκιάχτηκε. Είδε τον κύριο Νέαρχο και την κυρία Πένυ να στέκονται στο κέντρο του σαλονιού και να τον κοιτούν αυστηρά, και αυθόρμητα σήκωσε ελαφρώς το χέρι του για να τους χαιρετήσει.

— Άσε τις χαιρετούρες και απάντησε αμέσως στην ερώτηση που σου έκανα! τον διέταξε ο θείος του, πιο αγριεμένος από πριν.

Ο Λεύκιος χαμήλωσε το κεφάλι του κι έμεινε σιωπηλός. Στιγμές σαν κι αυτή τον κατέβαλλε ο φόβος, τα έχανε και δεν ήξερε τι να πει.

Έκανε ν’ ανοίξει το στόμα του να αρθρώσει έστω μία λέξη, μα ο θείος του πρόλαβε και τον σταμάτησε.

— Πόσες φορές σου έχω πει να μην τριγυρνάς άσκοπα εδώ κι εκεί; Ε; Γιατί δεν ακούς αυτά που σου λέω και πας και κάνεις του κεφαλιού σου, ανάγωγε;

Ο Λεύκιος ήθελε να του εξηγήσει, μα θυμήθηκε πως σε λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα ο θείος του θα τον αποκαλούσε ξεροκέφαλο και μετά θα του έβαζε μια γερή τιμωρία.

— Γιατί δεν αποκρίνεσαι, ξεροκέφαλε; Πάλι κατάπιες τη γλώσσα σου; του φώναξε και, αφού τον άρπαξε δυνατά από το αυτί, ανέβηκαν τη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Όταν έφτασαν έξω από το δωμάτιό του, ο κύριος Νέαρχος άνοιξε την πόρτα, τον έσπρωξε μέσα και ύστερα την έκλεισε δυνατά πίσω του.

— Απόψε δεν θα βγεις έξω και δεν θα φας τίποτα! του είπε τονίζοντας κάθε λέξη καθώς κλείδωνε την πόρτα. Αδιόρθωτο παιδί! Μάταια προσπαθώ να σε εκπολιτίσω! Είσαι ίδιος ο πατέρας σου! φώναζε καθώς κατέβαινε τη σκάλα.

Ο Λεύκιος δεν έβγαλε άχνα από τον φόβο του. Έτριψε το αυτί του, που τον σούβλιζε από τον πόνο, και προσπάθησε να διαχειριστεί τη λύπη του, που έγινε μεγαλύτερη όταν θυμήθηκε πως εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του και πως θα τα περνούσε νηστικός και κλειδωμένος μέσα στο υπνοδωμάτιό του. Είχε συνηθίσει να του συμπεριφέρονται σκληρά ο θείος και η θεία του, οπότε προσπάθησε και αυτή η φορά ν’ αποδιώξει νωρίς από τη σκέψη του το περιστατικό.

Τη στεναχώρια όμως που τύλιξε την καρδιά του όταν άκουσε τα τελευταία λόγια του θείου του δυσκολεύτηκε να τη διαχειριστεί.

Ξεροκέφαλο παιδί! Μάταια προσπαθώ να σε εκπολιτίσω! Είσαι ίδιος ο πατέρας σου!

Ο γέροντας Λουκιανός μιλούσε πάντοτε με τα καλύτερα λόγια για τον κύριο Ανδρέα, τον πατέρα του Λεύκιου. Μια από τις μεγαλύτερες στεναχώριες του παιδιού λοιπόν ήταν που θα ζούσε τη ζωή του χωρίς την παρουσία και την καθοδήγησή του.

— Ο πατέρας σου, παιδί μου, προσπαθούσε να είναι δίκαιος και συνάμα ειρηνικός μέσα στο σπιτικό του, μα και έξω απ’ αυτό. Προσπαθούσε πολύ, του είχε πει μια μέρα ο παππούς του, με σιγουριά και πειστικότητα.

Ο Λεύκιος πίστεψε εκείνα τα λόγια, και από τότε γενναίοι συλλογισμοί ξεπετάγονταν από τη σκέψη του:

Θα προσπαθώ να είμαι κι εγώ δίκαιος.
Θα προσπαθώ να είμαι κι εγώ ειρηνικός.

Στη θύμηση του κυρίου Ανδρέα, ο Λεύκιος συγκινήθηκε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του κι έκρυψε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι. Έκλαψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, ώσπου το παράπονό του ημέρεψε και η καρδιά του ξαλάφρωσε. Αν το κλάμα του ακουγόταν παραέξω, θα έτρωγε κι άλλη κατσάδα και θα φορτωνόταν κι άλλη τιμωρία.

Την προηγούμενη εβδομάδα είχε τραυματιστεί στα γόνατα, όταν κάποιοι μαθητές της έκτης τάξης είχαν αρπάξει τη σχολική του τσάντα και την κλοτσούσαν ο ένας στον άλλο. Μάταια προσπάθησε να τους σταματήσει. Μία περίπου ώρα μετά τη βρήκε πεταμένη μέσα στον κάδο των σκουπιδιών, μα είχε φθαρεί σε τέτοιο βαθμό που ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί ξανά. Μάζεψε λοιπόν τα βιβλία του, που είχαν σκορπιστεί καταγής, κι επέστρεψε στο σπίτι στενοχωρημένος. Ο θείος του θύμωσε πολύ όταν έμαθε τι είχε συμβεί.

— Δεν έχεις κουκούτσι μυαλό! Είσαι ένας ανόητος! Αν ήσουν μυαλωμένος, δεν θα βρισκόταν τώρα σε τέτοιο χάλι η τσάντα σου! του φώναξε εκείνη τη μέρα, και δεν ήθελε ν’ ακούσει τίποτε για καινούρια τσάντα.

Για μία ολόκληρη εβδομάδα, λοιπόν, ο Λεύκιος πήγαινε στο σχολείο κρατώντας τα βιβλία στο χέρι. Ορισμένες φορές του έπεφταν κάτω, και τότε τα γνωστά παιδαρέλια της έκτης, που όλο γύρευαν τρόπους για ν’ αποδιώξουν την πλήξη τους, άρπαζαν την ευκαιρία και διασκέδαζαν με την ταλαιπωρία του.

Μία εβδομάδα μετά, η κυρία Πένυ τού έδωσε ένα χαρτονόμισμα και του είπε κοφτά:

— Λεύκιε, πάρε αυτά τα χρήματα για ν’ αγοράσεις καινούρια τσάντα, και μην ξεχάσεις να μου φέρεις την απόδειξη πληρωμής!

Δεν πρόλαβε όμως να πάρει το χαρτονόμισμα από τα χέρια της, γιατί ο ξάδερφός του, ο Πέτρος, που περιφερόταν άσκοπα στην κουζίνα, το άρπαξε γρήγορα και άρχισε τα παιχνιδίσματα.

— Πέτρο, μην αργήσεις να επιστρέψεις στο σπίτι απόψε. Θα έχουμε σημαντικούς καλεσμένους στο δείπνο, τον ενημέρωσε η μητέρα του, και χωρίς να χάσει χρόνο στράφηκε πάλι στον Λεύκιο.

— Πάρε το χαρτονόμισμα! Τι το κοιτάς;

Όταν ο Πέτρος έκανε το κέφι του, έδωσε το χαρτονόμισμα στον Λεύκιο κι εκείνος κίνησε να πάει στο βιβλιοπωλείο, που βρισκόταν μισό περίπου χιλιόμετρο μακριά, για ν’ αγοράσει μια καινούρια σχολική τσάντα.

Στη διαδρομή βρέθηκε να περπατάει πίσω από δύο κορίτσια, τη Χλόη και τη Ναυσικά, μαθήτριες της έκτης τάξης του δημοτικού σχολείου, που συνόρευε με το γυμνάσιο στο οποίο φοιτούσε αυτός. Συζητούσαν μεταξύ τους για μια σχολική εργασία που είχαν να κάνουν. Κάποια στιγμή άρχισαν να μιλούν πιο δυνατά και ο Λεύκιος άκουσε τα λόγια τους.

— Να γράψουμε ότι από το σιτηρό αυτό έπαιρναν το αλεύρι, το βασικό συστατικό για την παρασκευή ζύμης, που με τη σειρά της χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή των ψωμιών, των κουλουριών, των ζυμαρικών και άλλων τροφίμων.

— Να αναφέρουμε ακόμη πως η διαδικασία του θερισμού γινόταν τον Ιούνιο, γι’ αυτό και ο συγκεκριμένος μήνας ήταν γνωστός και ως «Θεριστής», ενώ ο Ιούλιος ως «Αλωνάρης».

— Να προσθέσουμε ότι ο θερισμός των σιτηρών γινόταν με «δρεπάνι» και πως ήταν μια πολύ δύσκολη εργασία, γι’ αυτό και όλη η οικογένεια βοηθούσε τους θεριστάδες.

— Η δασκάλα μάς είπε να γράψουμε και ορισμένες ποικιλίες σιταριού που καλλιεργούνταν στην πατρίδα μας σε παλαιότερες εποχές.

— Έψαξα, μα δεν κατάφερα να βρω ούτε μία.

— Τι θα κάνουμε;

— Να ρωτήσουμε κάποιον.

— Ποιον;

— Ο «τριπολίτης», ο «ψαθάς», το «ασπροσίταρον» και ο «σκαλαβάτης», είπε ο Λεύκιος.

Τα δύο κορίτσια ευθύς σταμάτησαν να περπατούν κι έστρεψαν σαστισμένες το κεφάλι τους πίσω. Ο Λεύκιος κοντοστάθηκε και τους χαμογέλασε.

Το βλέμμα τους φωτίστηκε από χαρά όταν τον αντίκρισαν. Τον αντιχαιρέτησαν κι έπιασαν φιλική κουβέντα μαζί του. Η Χλόη τού ζήτησε να επαναλάβει τις ποικιλίες του σιταριού για να τις σημειώσει, γι’ αυτό και ο Λεύκιος τις ξανάπε αργά.

— Μπορείτε ακόμη να γράψετε στην εργασία σας πως οι γεωργοί ξυπνούσαν πριν από τα χαράματα, στις δύο ή τρεις η ώρα το πρωί, και προτού πάνε στα χωράφια τους συνήθιζαν να τρώνε σούπα με πλιγούρι και φιδέ, ένα δυναμωτικό φαγητό, που τους κρατούσε χορτάτους μέχρι τις εννέα με δέκα το πρωί, που ο ήλιος ανέβαινε ψηλά. Τότε σταματούσαν τις εργασίες τους για να ξεκουραστούν και να προγευματίσουν.

— Θα το γράψουμε κι αυτό, Λεύκιε, είπε η Ναυσικά μ’ ευχαρίστηση. Πόπο! Μόλις τώρα θυμήθηκα τους κολοκυθανθούς που μαγειρεύει η γιαγιά μου. Τους γεμίζει με ρύζι και πουργούρι και γίνονται νοστιμότατοι! Χθες που πέρασα από το σπίτι της για να τη δω για λίγο, της είπα πως θα κάνω μια εργασία με θέμα το σιτάρι. Χαμογέλασε νοσταλγικά και μου μίλησε για το «ρέσι», ένα παραδοσιακό πιάτο που σερβίρεται μέχρι σήμερα σε γάμους και σε γιορτές. Μου είπε πως, ένα βασικό υλικό που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του είναι το σιτάρι, και συγκεκριμένα ο φλοιός του σιταριού, δηλαδή το πουργούρι. Στη συνέχεια, η διάθεσή μας έγινε πιο εύθυμη και η γιαγιά μου άρχισε να μου λέει τη μια παροιμία μετά την άλλη:

«Αν κάνει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα,

χαρά σε κείνο τον γεωργό που ‘χει πολλά σπαρμένα».

«Αρχές του Θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή».

«Τον Τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε».

Στο τέλος, την πήρε η συγκίνηση τη γιαγιά μου και μου απάγγειλε από μνήμης ένα παλιό ποίημα, στο οποίο ο ποιητής αναφέρει τη λέξη «στάρι», όπως λέγεται αλλιώς το σιτάρι.

Ο Λεύκιος αισθάνθηκε ξαφνικά περίεργα. Σούφρωσε ελαφρώς τα φρύδια του κι έμεινε ν’ ακούει σκεφτικός τη Ναυσικά, η οποία άρχισε ν’ απαγγέλει σιγανά ορισμένους από τους στίχους του ποιήματος, έχοντας το βλέμμα της στραμμένο στις ανθισμένες αμυγδαλιές που έστεκαν με λεβεντιά, λίγα μέτρα πιο πέρα. Η καρδιά του Λεύκιου άρχισε να χτυπάει δυνατά, από απροσδιόριστη αιτία:

Στο σωστό καιρό θα γυρίσει,

την ήρα από το στάρι θα χωρίσει…