ΒΙΒΛΙΟ 1 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 02 — ΕΠΙΒΙΩΣΗ
Ο Λεύκιος συνήθιζε να κρεμάει το μενταγιόν γύρω από τον λαιμό του, καθώς είχε διαπιστώσει πως, όταν το άγγιζε, γαλήνευε τον λογισμό του και ζέσταινε τα αισθήματά του.
Όταν ήταν βιαστικός κι έτρεχε να προλάβει να κάνει το ένα και το άλλο θέλημα της θείας ή του θείου του, το έβαζε μέσα στην τσέπη του και το έσπρωχνε βαθιά, για να το προφυλάξει. Κάθε φορά που πήγαινε στο ποτάμι, το έπαιρνε στα χέρια του, το άνοιγε και το περιεργαζόταν προσεκτικά. Το ψηλάφιζε, το γύριζε από την άλλη μεριά και το έτριβε με το μανίκι του για να το γυαλίσει.
Στην περίμετρό του είχε χαραγμένα είκοσι κεφαλαία γράμματα του αλφάβητου:
« Η Α Υ Ο Ο Δ Υ Ν Ι Ν Ι Ο Η Χ Ο Κ Σ Τ Ρ Υ »
και στο κέντρο του δέσποζε μια μικρή γυάλινη κλεψύδρα, που ξεκινούσε και σταματούσε τον χρόνο της με νερό γαλανού χρώματος. Στο πίσω μέρος του ήταν χαραγμένο ένα λευκό περιστέρι που κρατούσε στο ράμφος του ένα κλαδάκι ελιάς.
Το μενταγιόν ήταν για τον Λεύκιο πολύτιμο, γιατί φύλαγε μέσα του τις μορφές των πιο αγαπημένων του προσώπων. Κάθε φορά που τις αντίκριζε, ξυπνούσαν οι όμορφες αναμνήσεις του από τα λιγοστά χρόνια που είχε ζήσει μαζί τους.
— Σήμερα, που έχω γενέθλια, μου λείπετε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ψιθύρισε το δεκάχρονο αγόρι καθώς κοιτούσε τη φωτογραφία — μικρούλα κι αυτή· ίσα που χωρούσε μέσα στο μενταγιόν.
Η ματιά του έπεσε πρώτα πάνω στη δική του μορφή. Ήταν δύο χρονών, χαμογελαστός και χαρούμενος. Ύστερα κοίταξε τους γονείς του, τη γιαγιά και τον παππού του και η καρδιά του σκίρτησε από συγκίνηση.
Στο κάτω μέρος του μενταγιόν ήταν χαραγμένη με πολύ μικρά γράμματα η λέξη «επιβίωση». Κάθε φορά που ο Λεύκιος την αντίκριζε, παραμέριζε τη λύπη του και αντιμετώπιζε πάλι τη ζωή με θάρρος και γενναιότητα. Μόλις τα χείλη του την πρόφεραν σιγανά, όλο και κάτι αισιόδοξο και ελπιδοφόρο ερχόταν στο μυαλό του.
Στην ηλικία των τεσσάρων χρόνων, είχε μείνει ορφανός από μητέρα και πατέρα. Από τότε την ανατροφή του είχαν αναλάβει οι γονείς της μητέρας του, ο κύριος Λουκιανός και η κυρία Αθηνά. Από τους δικούς του γονείς, τον κύριο Ανδρέα και την κυρία Δάφνη, δεν θυμόταν πολλά.
Ορισμένες όμως αμυδρές αναμνήσεις, που τρεμόπαιζαν κατά καιρούς μέσα στο μυαλό του, μαρτυρούσαν πως ήταν άνθρωποι ειρηνικοί και πως έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για τη ζωή και τα πολύτιμα κληροδοτήματα των καλών προγόνων της πατρίδας τους.
Ένα βράδυ, ο Λεύκιος βρήκε κάμποσες χειρόγραφες σελίδες που ανήκαν στη μητέρα του, και κάθισε και διάβασε ορισμένες από αυτές. Περιλάμβαναν ποιήματα, ιστορίες, ήθη και έθιμα των κατοίκων της πατρίδας τους και άλλο πολύτιμο υλικό.
Κάποιες σελίδες, λιγοστές, που βρίσκονταν χώρια από τις άλλες, μαρτυρούσαν πως η γέννηση του Λεύκιου αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για την κυρία Δάφνη, όχι μόνο για το γράψιμο, αλλά και για άλλα αξιόλογα πράγματα που έκανε, στη συνέχεια, στη ζωή της.
Ο Λεύκιος θυμήθηκε τις πρώτες πρώτες σκέψεις που είχε γράψει η μητέρα του λίγους μήνες μετά τη γέννησή του:
Σήμερα το πρωί το φως του ήλιου πέρασε από το μισάνοιχτο τζάμι του παραθύρου και πήγε και στάθηκε πάνω στο πρόσωπο του Λεύκιου. Γέλασε το παιδί μου, λες και το είχε γαργαλήσει χέρι ανθρώπου. Σκίρτησε δυνατά η καρδιά μου από χαρά κι ελπίδα στο άκουσμα του αθώου γέλιου του.
Ξαφνικά, άρχισε να λέει τα πρώτα του λόγια! Ακουγόταν σαν να είχε πιάσει την κουβέντα με τις ηλιαχτίδες που έπαιζαν πάνω στα μαλλιά του. Αγαλλίασε η ψυχή μου μπροστά σε τούτη την αγνή εικόνα και με πήρε η συγκίνηση. Θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει λίγους μήνες πριν:
«Τα παιδιά μάς προσφέρουν αγάπη κι ελπίδα προτού τις ζητήσουμε. Αφυπνίζουν τα όμορφα όνειρα και τα υψηλά οράματά μας. Πολλά θαυμαστά έργα λοιπόν που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωής μας τα οφείλουμε στα παιδιά, γιατί αυτά αποτελούν μια από τις καθαρότερες πηγές έμπνευσης και δημιουργικότητας».
Ένιωσα πρωτόγνωρα συναισθήματα και μεγάλη ευφορία. Η ευγνωμοσύνη διαφέντεψε τη σκέψη μου. Πήρα το μολύβι κι έγραψα:
Η αγάπη του παιδιού είναι σαν
της άνοιξης μοσχοβολιά,
ειρηνική νεφέλη,
του ήλιου η θαυμαστή θωριά
την ώρα που ανατέλλει.
Της θάλασσας λαμπύρισμα,
της πλάσης η γαλήνη,
ελπίδα πρωτογέννητη
που το σκοτάδι σβήνει.
Το σκίρτημα της θέλησης,
το ξύπνημα του ονείρου,
έμπνευση που αναδύεται
απ’ την καρδιά του απείρου.
Ο Λεύκιος φύλαξε την ακριβή ανάμνησή του στο πιο ανθισμένο μέρος της μνήμης του κι έριξε μια τελευταία ματιά στη μικρή λέξη που ήταν χαραγμένη μέσα στο μενταγιόν του: «επιβίωση».
Αποφάσισε πως θα συνέχιζε να παλεύει στη ζωή του, μέχρι ν’ ανατείλουν γι’ αυτόν καλύτερες μέρες και να αισθανθεί πάλι την αληθινή ευτυχία. Εξάλλου, το είχε υποσχεθεί στον παππού του, εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ που τον μετέφεραν επειγόντως με το ασθενοφόρο στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Ένα καρδιακό επεισόδιο, το δεύτερο σε διάστημα έξι μηνών, είχε αναγκάσει τότε τον κύριο Λουκιανό να επιστρέψει πάλι στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης.
Η γιαγιά του Λεύκιου, η κυρία Αθηνά, είχε φύγει νωρίς από τη ζωή. Καλοσυνάτη και γενναία γυναίκα. Έζησε μεγάλες στεναχώριες, τις άντεξε και δυνάμωσε. Με τον βαθύ πόνο του χαμού της κόρης της, όμως, δεν κατάφερε να τα βγάλει πέρα, όσο κι αν προσπάθησε. Ανέτρεφε τον Λεύκιο, το μοναδικό εγγόνι που είχε αποκτήσει, και αισθανόταν ευγνωμοσύνη που δεν είχε χαθεί κι αυτός εκείνη τη θλιβερή μέρα. Μα η όψη του παιδιού τής θύμιζε καθημερινά την αγαπημένη της μοναχοκόρη: τις χάρες της, τα όνειρα που έκανε, τις δραστηριότητές της, το γλυκό χαμόγελό της και το ειρηνικό της ύφος.
Τα μάτια του Λεύκιου είχαν βαθύ φέγγος και μοναδική ομορφιά. Όταν κάποια δειλινά έστρεφε το πρόσωπό του προς τη δύση και τα χτυπούσε το ύστερο φως του ήλιου, η καρδιά της κυρίας Αθηνάς ευθύς σκιρτούσε δυνατά από χαρμολύπη.
— Ίδιο το βλέμμα της μητέρας σου έχεις, παιδάκι μου. Γλυκό σαν μέλι και όμορφο σαν κόκκινο τριαντάφυλλο, του έλεγε χαμογελώντας καλοσυνάτα, και γυρνούσε αμέσως αλλού το πρόσωπό της, για να μη δει ο Λεύκιος τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της.
Ο κύριος Λουκιανός έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να διώξει μακριά τη μεγάλη λύπη της συζύγου του, μα αυτή, αντί μέρα με τη μέρα να λιγοστεύει, ολοένα και θέριευε.
— Λουκιανέ, τα πράγματα πρέπει να γίνονται με τη σωστή σειρά, ώστε να βασιλεύει η τάξη! του έλεγε όταν το μεγάλο παράπονο έζωνε την καρδιά της. Πρώτα πρέπει ο ήλιος να στρέψει το βλέμμα του πάνω στα φυτά και η βροχή να τα ξεδιψάσει, για να καταφέρουν αυτά στη συνέχεια να μεγαλώσουν, ν’ ανθίσουν και να καρποφορήσουν. Πρώτα πρέπει να φυσήξει ο αγέρας, για να καταφέρουν τα παιδιά να πετάξουν τους χαρταετούς τους. Πρώτα πρέπει να περάσουμε από τη βρεφική στην παιδική ηλικία, ύστερα στην εφηβική κι έπειτα στην ενήλικη ζωή, και από εκεί να φτάσουμε στο γήρας, χορτασμένοι πια από ζωή. Κι όταν αισθανθούμε πως το κουρασμένο σώμα μας έχει ανάγκη τον μακρύ και βαθύ ύπνο, μόνο τότε θα πρέπει να φεύγουμε από τη ζωή. Να βασιλεύει η τάξη, Λουκιανέ. Να βασιλεύει η τάξη. Στη ζωή της δικής μας κόρης όμως γιατί ήρθαν αλλιώς τα πράγματα; Γιατί έφυγε προτού να ζήσει όλα τα στάδια της ζωής της; Γιατί χάθηκε τ’ όμορφο τριανταφυλλάκι μου προτού να πάρει και να δώσει όσα λαχτάρησε και ονειρεύτηκε; τον ρωτούσε η κυρία Αθηνά, με παράπονο.
Όπως όλα τα μικρά παιδιά, έτσι και ο Λεύκιος αποζητούσε συχνά τους γονείς του. Το κλάμα του κάποιες φορές ήταν γοερό και αργούσε να κοπάσει. Λαχταρούσε τη φυσική τους παρουσία, γύρευε το χάδι και την αγκαλιά τους. Ήθελε να τους κοιτάξει στα μάτια, ν’ ακούσει τον ήχο της φωνής τους, τα λόγια, τα γέλια τους.
Τέτοιες στιγμές, η κυρία Αθηνά και ο κύριος Λουκιανός φορούσαν τα πιο ζεστά τους χαμόγελα και επιστράτευαν όση εσωτερική δύναμη και αντοχή τούς είχε απομείνει.
Άλλοτε ανέτρεχαν στα παλιά σεντούκια της μνήμης τους και έβρισκαν εκεί ιστορίες, μύθους και παραμύθια για να διηγηθούν στο παιδί. Άλλοτε πάλι έπαιζαν διαλεχτά μουσικά κομμάτια στο φλάουτο και στην άρπα για να το παρηγορήσουν, κι ύστερα έκαναν μεγάλες βόλτες οι τρεις τους, μέχρι τη θάλασσα, εκεί όπου στεκόταν αγέρωχος για πολλές δεκαετίες ο λευκός φάρος.
Να χορτάσει το παιδί όμορφες εικόνες ζωής και να σωπάσει το παράπονό του. Ν’ ακούσει εύθυμες κουβέντες, χωρατά και γέλια. Να δει χαμογελαστούς ανθρώπους να περπατούν, ν’ ανταμώνουν στις γειτονιές, στα πάρκα, σε χώρους ψυχαγωγίας, να σμίγουν τα καλά και τα ευχάριστα λόγια και ν’ αναθαρρεύει η ελπίδα του. Ν’ αντικρίσει παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω μέσα στις αυλές των σπιτιών, να μαλώνουν και να ημερώνουν, ωσότου σταλάξει μέσα τους η φιλία, μεστώσει ο αλληλοσεβασμός και δυναμώσει το κρυστάλλινο φως της ειρήνης τους.
Όταν τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν καθησύχαζε τον Λεύκιο, η κυρία Αθηνά κατέφευγε στη βοήθεια των «περιστεριών της ευτυχίας».
— Για δες, αγοράκι μου, εκείνο τ’ όμορφο περιστέρι που πετάει ψηλά στον ουρανό. Τώρα δα μου έφερε ένα γλυκό φιλί από τη μητέρα σου και μια μεγάλη αγκαλιά από τον πατέρα σου, για να σου τα δώσω, έλεγε στο εγγόνι της χαμογελώντας με ζεστασιά, δείχνοντας με το χέρι της το λευκό περιστέρι που σεργιανούσε με χάρη στην απεραντοσύνη τ’ ουρανού. Ήθελαν να έρθουν οι ίδιοι να σου τα δώσουν, μα δεν μπορούσαν. Ήθελαν πολύ να έρθουν, καρδούλα μου, τον διαβεβαίωνε, και αμέσως μετά τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε στοργικά στο μέτωπο.
Το παιδί αισθανόταν τότε το παράπονό του να καταλαγιάζει, επειδή του έδινε μεγάλη χαρά που τα συγκεκριμένα φιλιά, χάδια και λόγια γνώριζε πως τού τα είχαν στείλει οι γονείς του και ήταν γεμάτα με τη δική τους αγάπη.
Τα περιστέρια συνέχιζαν να πετούν ολημερίς πάνω από τα σπίτια της φιλήσυχης γειτονιάς. Διέσχιζαν με χάρη τον ουρανό της από το πρωί μέχρι το δείλι κι ένωναν, σαν γέφυρα, τους δύο κόσμους, για να παρηγορήσουν το παιδί. Να γαληνέψει η καρδιά του και ν’ ανατείλει ξανά η χαρά στο βαθυγάλανο βλέμμα του.
Τα παραμύθια, οι ιστορίες και οι μύθοι που του αφηγούνταν πότε η γιαγιά και πότε ο παππούς του, τα όμορφα μουσικά ακούσματα που ζέσταιναν το σπιτικό τους, καθώς και οι μεγάλες ευχάριστες βόλτες στην πόλη, βοήθησαν τον Λεύκιο να βρει από νωρίς το κλειδί που άνοιγε τις πόρτες της φαντασίας του.
Έμαθε λοιπόν να σεργιανά μέσα στον ορατό και στον αόρατο κόσμο, να κάνει φίλους του τα δέντρα, τα πουλιά, τον άνεμο, το φεγγάρι, τον ήλιο. Να φτάνει μέχρι τ’ άστρα, να βυθίζεται μέσα στο φως τους, να ευφραίνεται η ψυχή του και ν’ αγαλλιάζει ολόκληρη η ύπαρξή του.
Έμαθε να παίζει με τη βροχή, να σμίγει μαζί της την ώρα που πέφτει στη γη και να παραβγαίνει στη γρηγοράδα με τις δροσερές στάλες της. Να συναισθάνεται τις χαρές, τις λύπες, τις αγωνίες των ανθρώπων, να ντύνει τα αισθήματά του με πράσινα, κόκκινα, κίτρινα χρώματα χαράς και να γεμίζει το μυαλό του με αισιοδοξία, ελπίδα και πίστη.
Άνοιγε τα φτερά του σαν τα περιστέρια της ευτυχίας και πετούσε μέσα στον κόσμο της μουσικής, της ποίησης, του παραμυθιού. Οι λέξεις, οι προτάσεις, οι στίχοι, οι γεμάτες όνειρο πνοές των μεγαλόπνοων μουσουργών, των ποιητών, των συγγραφέων, ταξίδευαν τον λογισμό του σε μέρη απόκοσμα και μαγευτικά.
Συναντούσε ξωτικά, νεράιδες, γίγαντες, δράκους, πάλευε με το κακό και το άδικο, φίλιωνε με την πραότητα, την ειρήνη, την τιμιότητα, το θάρρος, ενδυνάμωνε το γνωστικό φως που του είχαν παραδώσει οι πρόγονοί του, κι έθρεφε την αγάπη του για τη ζωή.
Μια ακριβή συμβουλή που άκουγε κατά καιρούς από τη γιαγιά του έγινε στο πέρασμα του χρόνου ένας από τους σημαντικότερους κανόνες στη ζωή του, και ήταν αυτή που τον έκανε να ξυπνάει με όρεξη κάθε πρωί και να κλείνει τα μάτια του ειρηνικά κάθε βράδυ:
— Να ονειρεύεσαι, παιδί μου, ν’ αγαπάς, να ελπίζεις και να εκτιμάς της ζωής σου όλα τα καλά.
Ο κύριος Λουκιανός ήθελε να μεταλαμπαδεύσει από νωρίς στο εγγόνι του τα πολύτιμα και ακριβά κληροδοτήματα των καλών προγόνων. Συνήθιζε λοιπόν να μετατρέπει αυτό το έργο σε παιχνίδια που συνάρπαζαν το παιδί, γιατί περιλάμβαναν περιπέτεια, ευχαρίστηση, γέλιο, μα και ηθική καλλιέργεια. Καθώς λοιπόν περνούσε ο καιρός, ένας γερός συναισθηματικός δεσμός δημιουργούνταν ανάμεσα στον γέροντα και στο εγγόνι του.
Όταν η γιαγιά του έφυγε από τη ζωή, ο Λεύκιος συνέχισε να ζει με τον παππού του. Δύο καλοσυνάτες και πρόσχαρες γειτόνισσες, η κυρία Ελένη και η κυρία Γεωργία, έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τους βοηθήσουν να τα βγάλουν πέρα, κυρίως τον πρώτο καιρό. Η μια είχε αναλάβει το νοικοκυριό και η άλλη βοηθούσε το παιδί στις σχολικές του εργασίες.
Πού και πού του έλεγαν ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια, και μια από αυτές έδινε μεγάλη χαρά στον Λεύκιο, γι’ αυτό και τους ζητούσε να του τη διηγούνται ξανά:
Κυρία Ελένη: Ήταν Δεκέμβρης μήνας, κι εγώ είχα κερδίσει το μεγάλο δώρο στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου μας. Ήταν μια ολοζώντανη γαλοπούλα, ασπρουλιάρα και στρουμπουλή! Θυμάμαι τις χαρές που κάναμε εγώ και τ’ αδέρφια μου όταν την πήραμε στο σπίτι.
Η μητέρα μου και η γιαγιά μου, από την ίδια κιόλας μέρα, άρχισαν να ασχολούνται με το ψήσιμό της, που θα γινόταν ανήμερα των Χριστουγέννων. Το ανυποψίαστο ζωντανό σουλατσάριζε ολημερίς στη μεγάλη αυλή μας, τρώγοντας τα καλούδια που της έδινε η μητέρα μου για να την παχύνει κι άλλο.
Ένα μεσημέρι που επέστρεψα από το σχολείο, βρήκα τη γαλοπούλα να στέκει ήσυχα και καρτερικά πίσω από τη μεγάλη καγκελόπορτα της αυλής. Μόλις μπήκα μέσα, άρχισε να με περιτριγυρίζει και να φωνάζει δυνατά «γλου, γλου!». Ύστερα έτρεξε μέχρι την κύρια είσοδο του σπιτιού μας και μετά επέστρεψε πάλι τρέχοντας κοντά μου!
Αισθάνθηκα ανείπωτη χαρά για τη ζεστή υποδοχή της. Άρχισα να γελώ και να τρέχω πάνω κάτω μαζί της, γύρω από τις κληματαριές, τις λεμονιές και τις ελιές. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε αχώριστες οι δυο μας. Μόνο ο βραδινός ύπνος μάς κράταγε μακριά, και οι πρωινές ώρες που έλειπα στο σχολείο.
Η νέα μου φίλη βολτάριζε λοιπόν ολημερίς μέσα στην αυλή, και μόλις εγώ εμφανιζόμουν, έτρεχε ευθύς προς το μέρος μου φωνάζοντας «γλου, γλου!» και κάνοντας ένα σωρό χαρές. Έτρωγε φαγητό από τα χέρια μου, με ακολουθούσε σε κάθε μου βήμα, και όταν με έβλεπε να παίζω μπάλα με τ’ αδέρφια μου έμπαινε κι αυτή στο παιχνίδι.
Έτρεχε πάνω κάτω, δεξιά κι αριστερά και κυνηγούσε την μπάλα σάμπως να ήταν κι αυτή παιδί. Με την πρώτη ευκαιρία που έβρισκε, επέστρεφε πάλι κοντά μου. Δεν μ’ έχανε από τα μάτια της! Τ’ αδέρφια μου έβλεπαν τα καμώματά της και γελούσαν με την ψυχή τους. Σιγά σιγά ξεθάρρεψε η γαλοπούλα. Έπιασε και μαζί τους φιλίες. Ήταν τότε που της δώσαμε όνομα. Την είπαμε Γλου.
Εκείνη τη χρονιά δεν φάγαμε γαλοπούλα γεμιστή ανήμερα των Χριστουγέννων, γιατί εγώ και τ’ αδέρφια μου πήγαμε ένα πρωί και είπαμε στη μητέρα μας:
«Δεν τη θέλουμε ψητή τη Γλου, τη γαλοπούλα! Τη θέλουμε ζωντανή, για να παίζει μαζί μας».
Στην αρχή η μητέρα μας αρνήθηκε, μα δεν δυσκολευτήκαμε να της αλλάξουμε γνώμη και να την πείσουμε να της χαρίσει τη ζωή. Είχαμε σχέδιο. Πρώτο και δεύτερο. Όταν απέτυχε το πρώτο, εφαρμόσαμε αμέσως το δεύτερο.
Της τάξαμε λοιπόν πως θα της κάναμε τις περισσότερες δουλειές του σπιτιού για έναν ολόκληρο μήνα. Δεν ήταν δα και λίγο πράγμα ένα τέτοιο τάξιμο εκείνους τους καιρούς! Τότε, ό,τι έτρωγαν οι άνθρωποι το καλλιεργούσαν οι ίδιοι στις αυλές και στα χωράφια τους. Ό,τι φορούσαν το έραβαν με το βελόνι ή το ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό.
Πλυντήρια ρούχων και πιάτων δεν υπήρχαν. Για να βγαίνει λοιπόν σωστή κάθε δουλειά, έπρεπε να βελτιώνουν διαρκώς τις δεξιότητές τους και κυρίως τη συνεργασία τους, την υπομονή και την επιμονή τους, έτσι ώστε να βοηθούν και να στηρίζουν ο ένας τον άλλο.
«Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο», μας έλεγε συχνά η μητέρα μας, όταν ήθελε να ενθαρρύνει τη συνεργασία μας και να μας βοηθήσει να φέρουμε εις πέρας μια ομαδική εργασία. Συγκρίσεις ανάμεσα στα παιδιά της δεν έκανε ποτέ, και ούτε το επέτρεπε σε άλλους.
«Γεράσιμε, οι συγκρίσεις φέρνουν ζήλιες και μίση», έλεγε πού και πού στον πατέρα μας, ψιθυριστά, κι ευθύς εκείνος συμφωνούσε μαζί της κι έλεγε: «Τότε, φρόνιμη κυρά μου, άμα ξεχνάω καμιά φορά και λέω στο ένα μας παιδί πως είναι καλύτερο από το άλλο, να με σταματάς μ’ ένα γνέψιμο του κεφαλιού σου και να με κοιτάζεις επίμονα, μέχρι να έρθω στα σύγκαλά μου».
Τελικά, το δεύτερο σχέδιό μας πέτυχε. Η πρόταση που κάναμε, ν’ αναλάβουμε τις δουλειές του σπιτιού για έναν μήνα, χαροποίησε πολύ τη μητέρα μας, γιατί θα κοιτούσε κι εκείνη λιγάκι παραπάνω την ξεκούρασή της.
Έτσι λοιπόν, η Γλου η γαλοπούλα, που κέρδισα στα έξι μου χρόνια στον χριστουγεννιάτικο λαχνό του σχολείου, δεν έγινε ψητή! Έζησε πολύ καιρό, και συνέχισε να διασκεδάζει τόσο εμένα όσο και τ’ αδέρφια μου, φωνάζοντας «γλου, γλου!» κάθε φορά που βγαίναμε στην αυλή, και παίζοντας μαζί μας το ένα και τ’ άλλο παιχνίδι.
Καθώς περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, η μεγάλη λύπη για τον χαμό της κυρίας Αθηνάς καταλάγιασε και τα πράγματα σιγά σιγά καλυτέρεψαν στο σπιτικό του κυρίου Λουκιανού. Η κυρία Ελένη και η κυρία Γεωργία ερχόντουσαν πια μόνο για επίσκεψη. Ο Λεύκιος είχε μάθει να πλένει τα πιατικά, να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει και να φτιάχνει απλά γεύματα.
Όταν ο γέροντας έπαθε το δεύτερο καρδιακό επεισόδιο, ο Λεύκιος διένυε το έβδομο έτος της ζωής του. Από εκεί και πέρα φύλαξε τις μορφές των αγαπημένων του προσώπων στο πιο ευήλιο μέρος της καρδιάς του και τις συναντούσε κάθε φορά που άνοιγε το μενταγιόν του, το οποίο έγινε η μόνη παρηγοριά του όταν έφυγε μακριά από τη γενέτειρά του για να πάει να ζήσει με την οικογένεια του θείου του.
Στην αρχή, η ζωή στη μεγαλούπολη δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Η αγωνία, ο φόβος, η λύπη διαφέντευαν το μυαλό του ολημερίς κι ολονυχτίς. Αισθανόταν ότι η αθέλητη φυγή του από το σπίτι, τη γειτονιά, το σχολείο, τους φίλους του είχε χαράξει μέσα στην καρδιά του μια βαθιά πληγή, που αιμορραγούσε συχνά και τρόμαζε την ελπίδα του.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Λεύκιος συνέχισε να ζει στην πρωτεύουσα, μα η σκέψη του τριγυρνούσε συχνά στη γενέτειρά του.
Ένα από εκείνα τα βράδια που δυσκολευόταν να κοιμηθεί, ανέτρεξε σ’ ένα λογοτεχνικό βιβλίο που είχε δανειστεί από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Το φυλλομέτρησε αργά και, όταν βρήκε τη σελίδα όπου είχε σταματήσει την τελευταία φορά, άρχισε να διαβάζει σιωπηλά:
[…] Μα η αγαπημένη φωνή της ελπίδας πάλι αντήχησε μέσα στο μυαλό μου και μου είπε:
«Μην τα παρατάς. Σήκωσε πάνω το κεφάλι. Αγωνίσου. Πίστεψε στην πρόοδο που σε περιμένει και δράσε. Σκέψου με ειρήνη, σεβασμό και δικαιοσύνη. Κάνε τον ήλιο της ευτυχίας να ανατείλει ξανά στον ουρανό σου και δράσε.
Συγκεντρώσου… μην τα παρατάς… αγωνίσου… ονειρέψου τις καλύτερες μέρες και δράσε…»
Η καρδιά μου ευφράνθηκε. Εμπιστεύτηκα τα λόγια της ελπίδας, τα απορρόφησα και τροφοδότησα με αυτά ολόκληρο τον εσωτερικό μου κόσμο. Αναθάρρεψε η αυτοεκτίμησή μου και ενισχύθηκε η πίστη μου στον εαυτό μου. Αισθάνθηκα τις λύπες, τις αγωνίες, τους φόβους, τις ανησυχίες μου να καταλαγιάζουν, και καθώς οι λέξεις και οι προτάσεις επαναλαμβάνονταν μέσα στο μυαλό μου, η αγάπη μου για ζωή και δράση ολοένα και μεγάλωνε.