ΒΙΒΛΙΟ 3 · ΚΕΦΑΛΑΙΟ 02 — ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Ο Πίτερ, η Μαρία και ο Λεύκιος περπατούσαν μέσα στο περιβόλι, κατά μήκος της μεγάλης δεντροσειράς, ανάμεσα στις μηλιές και στις πορτοκαλιές. Στο βάθος φαίνονταν οι ανθισμένες ροδιές και στις άκρες της περιφραγμένης γης έστεκαν καμαρωτές οι δύο πανύψηλες λεύκες, με τα γυαλιστερά λοβωτά φύλλα και τους κρεμαστούς ανθούς τους. Ήδη, ο ήλιος είχε αρχίσει να ζεσταίνει απαλά τον αέρα και να ξυπνά μια γλυκιά ευφορία. Το καλοκαίρι πλησίαζε διακριτικά, φέρνοντας μαζί του μια όμορφη προσμονή για διακοπές, μοναδικές βραδιές κάτω από τον ξάστερο ουρανό και συναρπαστικές περιπέτειες.
Όπως κάθε μέρα, έτσι κι εκείνη οι τρεις φίλοι συζητούσαν μεταξύ τους για διάφορα επίκαιρα θέματα και συχνά αστειεύονταν. Η ώρα περνούσε ευχάριστα μέχρι που ο Λεύκιος παρατήρησε πως η Μαρία από μια στιγμή και έπειτα δεν έλεγε πια τίποτα. Περπατούσε σιωπηλή, με το κεφάλι της χαμηλωμένο, και έδειχνε χαμένη στις σκέψεις της. Στράφηκε διακριτικά προς το μέρος της και την κοίταξε εξεταστικά, για λίγα δευτερόλεπτα. Πρόσεξε πως μια περίεργη θλίψη έκανε το βλέμμα της να φαίνεται κουρασμένο, σαν κάτι να βάραινε πολύ την καρδιά της.
Σταμάτησε να περπατάει και της είπε με έγνοια:
— Μαρία, αν δεν αισθάνεσαι καλά, μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Έχουμε ήδη διανύσει αρκετή απόσταση.
Εκείνη αναθάρρεψε. Στράφηκε προς το μέρος του και χαμογέλασε αμήχανα, αλλά ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα της, καθώς ένιωσε το δικό του να διαπερνά την καρδιά της και να γυρεύει τη λύπη της. Ξεροκατάπιε μία φορά, μα σύντομα πήρε τον λόγο και του είπε σιγανά, με δυσκολία:
— Η αλήθεια, Λεύκιε, είναι πως δεν είμαι στα καλύτερά μου σήμερα. Αυτός όμως δεν είναι λόγος για να γυρίσουμε πίσω νωρίτερα. Ο γιατρός είπε πως το καθημερινό περπάτημα θα επισπεύσει την πλήρη ανάρρωσή σου, οπότε ας συνεχίσουμε.
Ο Πίτερ, που περπατούσε σφυρίζοντας έναν ωραίο σκοπό, σταμάτησε απότομα και σούφρωσε τα φρύδια του. Κοίταξε περίεργα τη Μαρία, σαν να είχε ταράξει τη σκέψη του, και της είπε:
— Ελπίζω, Μαρία, ο λόγος που δεν αισθάνεσαι καλά να μη σχετίζεται με το σημερινό επεισόδιο στο σχολείο και την αποβολή της Κασσάνδρας.
Η νεαρή ευθύς ταράχτηκε. Η συναισθηματική της φόρτιση ήταν τόσο έντονη που την εμπόδισε να μιλήσει, γι’ αυτό συνέχισε να περπατάει σιωπηλή και απέφυγε να σχολιάσει τα λόγια του, με την ελπίδα πως σύντομα η συζήτησή τους θα στρεφόταν αλλού.
Ο Πίτερ κούνησε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του με δυσαρέσκεια, ενώ ο Λεύκιος δεν άργησε να πάρει τον λόγο και να σπάσει τη σιωπή. Ένας μακρύς διάλογος ξεκίνησε τότε ανάμεσά τους.
Λεύκιος: Τι συνέβη, βρε παιδιά;
Πίτερ: Θύμωσε η Κασσάνδρα, φίλε. Άρπαξε τη Μαρτίνα από τα μαλλιά και την κουνούσε πέρα δώθε δυνατά, μέσα στην τάξη, την ώρα του μαθήματος. Εκείνη μάταια προσπαθούσε να της ξεφύγει και όλο φώναζε ζητώντας βοήθεια. Προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση. Τα μαλλιά της Μαρτίνας έγιναν ένα χάλι, ενώ το πρόσωπο της Κασσάνδρας ήταν κατακόκκινο από την ένταση. Επενέβη η καθηγήτρια για να τις σταματήσει, αλλά οι φωνές είχαν ήδη φτάσει παραέξω, γι’ αυτό μέσα στα επόμενα λεπτά κατέφτασε στην τάξη και η υποδιευθύντρια και ζήτησε αμέσως από τις δύο μαθήτριες να την ακολουθήσουν στο γραφείο της.
Μαρία: Η μητέρα της Κασσάνδρας είναι σοβαρά άρρωστη εδώ και έναν περίπου χρόνο, Πίτερ. Αυτός είναι και ο λόγος που πηγαίνω κατά διαστήματα στο σπίτι της για να τη βοηθήσω με τα διαβάσματά της και τις σχολικές της εργασίες. Όταν η μητέρα της είναι άσχημα, η Κασσάνδρα δεν έρχεται στο σχολείο. Μένει στο σπίτι και τη φροντίζει, με αποτέλεσμα να μένει πίσω στη διδαχθείσα ύλη και να δυσκολεύεται στα διαγωνίσματα.
Πίτερ: Όμως αυτό, Μαρία, δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά της Κασσάνδρας απέναντι στη Μαρτίνα. Συμφωνείς;
Μαρία: Εδώ και έξι μήνες, ο πατέρας της Κασσάνδρας είναι άνεργος. Η πενταμελής τους οικογένεια τα βγάζει δύσκολα πέρα.
Πίτερ: Ο καθένας μας έχει τα δικά του προβλήματα, Μαρία. Αλίμονο εάν κάθε φορά που ζοριζόμαστε ξεσπάμε στους γύρω μας.
Μαρία: Πίτερ! Η Κασσάνδρα είναι φοβισμένη και πολύ κουρασμένη ψυχικά. Αντιμετωπίζει πρωτόγνωρες δυσκολίες, και μάλιστα μαζεμένες, εδώ και πολλούς μήνες. Η Μαρτίνα από την άλλη, με τη στάση της απέναντί της, όλο την προκαλεί σε καβγά. Αυτή και οι τρεις κολλητές της την κοροϊδεύουν συνεχώς και δεν σταματούν να παίζουν με τη λιγοστή υπομονή και το κουράγιο που της έχει απομείνει. Προχθές πάλι τις άκουσα να λένε πως βαριόντουσαν πολύ και πως έπρεπε να κάνουν κάτι για ν’ αποδιώξουν την πλήξη τους. Ένα τέταρτο μετά τις άκουσα που σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους και κορόιδευαν την Κασσάνδρα, και μόλις χτύπησε το κουδούνι και μπήκαμε στην τάξη, την πρόσβαλαν μπροστά σε άλλους μαθητές για την εμφάνισή της. Την ειρωνεύονταν, της μιλούσαν υποτιμητικά και στο τέλος την έκαναν να αισθανθεί τόσο λίγη που για μια στιγμή νόμισα πως θα έβαζε τα κλάματα. Σηκώθηκα από τη θέση μου και πήγα κοντά της, μα πάνω που ετοιμαζόμουν να πω δυο κουβέντες στη Μαρτίνα και στις φίλες της και να σταματήσω αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, η Κασσάνδρα με άρπαξε αμέσως από το χέρι και με τράβηξε πίσω. Μου έκανε ευγενικά νόημα να επιστρέψω στη θέση μου κι εκείνη έμεινε σιωπηλή, με τη σκέψη της εγκλωβισμένη μέσα στην ανοχή, να τις ακούει να ξεστομίζουν ένα σωρό κακίες για το άτομό της. Η καθηγήτρια δεν άργησε να μπει στην τάξη και τότε η Μαρτίνα την καλημέρισε και άρχισε να την καλοπιάνει λέγοντάς της διάφορα κομπλιμέντα, οπότε άφησε ήσυχη την Κασσάνδρα. Στο διάλειμμα, η Κασσάνδρα με ευχαρίστησε για την κίνηση που έκανα για να τη βγάλω από τη δύσκολη θέση και μετά μου φανέρωσε τον λόγο που δεν αντέδρασε όση ώρα η Μαρτίνα και οι φίλες της την προκαλούσαν σε καβγά.
Μαρία: «Τις προάλλες, Μαρία, η υποδιευθύντρια μου είπε ότι κινδυνεύω να μείνω στην ίδια τάξη λόγω απουσιών», μου είπε, φοβισμένη, και τα μάτια της βούρκωσαν.
Μαρία: Ήταν ολοφάνερο πως η Κασσάνδρα έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια μέσα της για να παραμείνει ψύχραιμη και να μην ασχοληθεί με τη Μαρτίνα και τις φίλες της όση ώρα εκείνες την προκαλούσαν. Χθες, την ώρα του δεύτερου διαλείμματος, πάλι τις είδα από μακριά να μιλούν και να γελούν μεταξύ τους κοροϊδευτικά. Μέσα στο επόμενο λεπτό πλησίασαν μια νεοφερμένη μαθήτρια της πρώτης, η οποία καθόταν μόνη και ήσυχη στο παγκάκι κι έτρωγε το σάντουιτσάκι της, και της έπιασαν κουβέντα.
Πίτερ: Με λίγα λόγια, Μαρία, εσύ δικαιολογείς την Κασσάνδρα και συμφωνείς που ξεμάλλιασε τη Μαρτίνα; Μα πώς γίνεται να συμφωνείς; Με εκπλήσσεις!
Μαρία: Δεν έκανε καλά που την ξεμάλλιασε, Πίτερ, μα τον τελευταίο καιρό η Κασσάνδρα προσπάθησε αρκετές φορές να τη σταματήσει, μιλώντας της μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο. Η Μαρτίνα όμως συνέχισε τα ίδια. Προχθές η Κασσάνδρα της είπε κάτι που την εξόργισε και τότε η κατάσταση χειροτέρεψε, γιατί η Μαρτίνα και οι φίλες της αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση.
Πίτερ: Δεν σώπαινε καλύτερα η Κασσάνδρα, να γλιτώσει και την αποβολή;
Λεύκιος: Και… τι ήταν αυτό που είπε η Κασσάνδρα στη Μαρτίνα και στις φίλες της και τις εξόργισε;
Μαρία: Τους είπε πως έχουν κακές προθέσεις και πως πρέπει να κάνουν κάτι γι’ αυτό.
Πίτερ: Εγώ πιστεύω πως η Κασσάνδρα ζηλεύει τη Μαρτίνα, γιατί κανείς δεν της δίνει σημασία, ενώ η Μαρτίνα δεν προλαβαίνει ν’ απαντάει στ’ αδιάκοπα μηνύματα που παίρνει καθημερινά από τους θαυμαστές της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μαρία: Τους εξαπατά, Πίτερ. Αυτό κάνει. Εκμεταλλεύεται την ευκολοπιστία τους.
Λεύκιος: Τι εννοείς μ’ αυτό, Μαρία;
Η νεαρή δεν του απάντησε, και ήταν φανερό πως δυσκολευόταν. Χαμήλωσε λοιπόν ξανά το κεφάλι της και συνέχισε να περπατάει σιωπηλή.
Πίτερ: Θα σου απαντήσω εγώ, φίλε. Η Μαρτίνα δημοσιεύει καθημερινά προσωπικές της φωτογραφίες στον λογαριασμό της, αφού όμως πρώτα κάνει μεγάλες βελτιωτικές παρεμβάσεις στο πρόσωπο και στο σώμα της, χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη εφαρμογή. Παρόλο που το αποτέλεσμα απέχει αρκετά από την πραγματικότητα, εντούτοις οι φωτογραφίες αρέσουν πολύ. Πολλοί ακόλουθοί της εκφράζουν καθημερινά τον θαυμασμό τους στέλνοντάς της ένα σωρό κολακευτικά μηνύματα και κομπλιμέντα. Ένας από τους λόγους λοιπόν που η Μαρτίνα δεν χωνεύει την Κασσάνδρα είναι γιατί η Κασσάνδρα της είπε πριν από λίγο καιρό πως δεν κάνει καλά που εξαπατά με αυτό τον τρόπο τους ακολούθους της.
Μαρία: Μα οι φωτογραφίες είναι παραποιημένες, Πίτερ! Όταν εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε διάφορα τεχνάσματα σαν κι αυτό για να παρασύρουμε τους συνανθρώπους μας και να πετύχουμε κάτι που δε θα το κατορθώναμε με ορθόδοξα μέσα, τότε τους εξαπατούμε. Έτσι δεν είναι;
Πίτερ: Μαρία, μήπως ζηλεύεις κι εσύ τη Μαρτίνα; Αμάν πια μ’ εσάς τα κορίτσια! Όλο ζήλιες είστε. Ώρες ώρες δεν σας αντέχω.
Μαρία: Μα… Όχι, Πίτερ! Πώς μπόρεσες να σκεφτείς κάτι τέτοιο για μένα; Έτσι κάνουν οι καλοί φίλοι, βρε; Μίλησες λες και δεν με ξέρεις. Δεν ζηλεύω μήτε τη Μαρτίνα μήτε τις φίλες της. Τη ζήλια την έβαλα στην άκρη εδώ και πολλά χρόνια. Και ούτε η Κασσάνδρα πιστεύω πως ζηλεύει τη Μαρτίνα.
Ένας λυγμός γεμάτος παράπονο ανέβηκε ξαφνικά από την καρδιά της και τον αισθάνθηκε να την πνίγει. Ξεροκατάπιε δύο συνεχόμενες φορές κι έστρεψε το πρόσωπό της από την άλλη μεριά, για να μη δουν τα δύο αγόρια τα μάτια της, που πάλι είχαν βουρκώσει.
Ο Λεύκιος όμως την πήρε είδηση κι ευθύς αισθάνθηκε άσχημα. Ένα πρωτόγνωρο, ακαθόριστο αίσθημα κυρίευσε τον εσωτερικό του κόσμο και μια επιθυμία πρόβαλε από τη σκέψη του: Δεν θέλω να τη βλέπω να στεναχωριέται. Λέει την αλήθεια. Δεν είναι σωστό να υποφέρει κανείς επειδή λέει την αλήθεια.
Μια έντονη εσωτερική ανάγκη τον κατέλαβε στη συνέχεια, που τον έκανε να στραφεί προς το μέρος του Πίτερ και να τον κοιτάξει επίμονα.
Λεύκιος: Φίλε, τα μηνύματα θαυμασμού που λαμβάνει η Μαρτίνα όταν δημοσιεύει τις παραποιημένες προσωπικές της φωτογραφίες στον λογαριασμό της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη δυναμώνουν και αυξάνουν την αυτοπεποίθησή της, την οποία όμως χρησιμοποιεί στη συνέχεια για να κοροϊδεύει, να εξευτελίζει και γενικώς να ταλαιπωρεί την Κασσάνδρα και άλλους μαθητές του σχολείου μας. Παίζει με την υπομονή και την ψυχραιμία τους, προκαλεί την αγανάκτηση, τον θυμό και την οργή τους, αποδυναμώνει την ειρήνη και τη γαλήνη της ψυχής τους και τους οδηγεί σε λανθασμένες συμπεριφορές, όπως είναι το ξεμάλλιασμα σήμερα. Στο τέλος, οι μαθητές αυτοί τιμωρούνται ή αποβάλλονται από το σχολείο. Επομένως, η Μαρτίνα όντως εξαπατά κόσμο, διότι τους παραπλανεί με τις παραποιημένες φωτογραφίες για να κερδίζει όσο περισσότερη αυτοπεποίθηση μπορεί και να κάνει στη συνέχεια τα δικά της, χωρίς μάλιστα να τη νοιάζει ούτε στο ελάχιστο για τα προβλήματα και τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει ο καθένας από αυτούς τους μαθητές στην καθημερινότητά του, στο σπίτι του και στη ζωή του γενικώς. Πιστεύω πως τόσο αυτή όσο και οι κολλητές της πρέπει να τιθασεύσουν τις επιθυμίες τους και να ελέγξουν τις προθέσεις τους. Διότι όταν οι επιθυμίες μας είναι ανεξέλεγκτες και οι προθέσεις μας δεν καθοδηγούνται από την αρετή, τότε αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε λανθασμένες συμπεριφορές, σε επιλογές που πληγώνουν εμάς και τους γύρω μας, σε έναν φαύλο κύκλο αρνητικών συνεπειών.
Ο Πίτερ τα έχασε προς στιγμή και χαμογέλασε αμήχανα. Στο βλέμμα του φάνηκε η ντροπή, μα κατάφερε να την αποδιώξει σύντομα, μόλις αποφάσισε να συμφωνήσει με όσα του είχε πει ο Λεύκιος.
Πίτερ: Εξιχνίασες το μυστήριο μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, φίλε! Η αλήθεια είναι πως, από τότε που ανέκτησες τη μνήμη σου, οι αναλυτικές σου ικανότητες και τα εύστοχα συμπεράσματά σου σε κάθε συζήτηση που κάνουμε με αφήνουν άφωνο. Σ’ ευχαριστώ που ακόμα μία φορά με βοήθησες να κατανοήσω και να διαπιστώσω πως βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα για το σημερινό συμβάν στην τάξη. Στο εξής θα προσπαθήσω να είμαι πιο προσεκτικός. Και θα σταματήσω να στέλνω μηνύματα θαυμασμού στη Μαρτίνα κάθε φορά που ανεβάζει παραποιημένες προσωπικές της φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν θέλω να είμαι συνεργός στην ταλαιπωρία και τη λύπη που προκαλεί σε άλλους μαθητές του σχολείου μας.
Λεύκιος: Οι άνθρωποι καθημερινά τρέχουμε προς ένα σωρό κατευθύνσεις, φίλε. Όταν αντιλαμβανόμαστε πως μια από αυτές είναι λανθασμένη, δεν αυξάνουμε την ταχύτητά μας για να τρέξουμε γρηγορότερα. Ελαττώνουμε ταχύτητα, σταματάμε και συνεχίζουμε τις υπόλοιπες κατευθύνσεις.
Η Μαρία αισθάνθηκε την καρδιά της να σκιρτάει δυνατά από τη χαρά της δικαίωσης κι ευθύς χαμήλωσε ξανά το κεφάλι της, για να μη δουν τ’ αγόρια τα βουρκωμένα μάτια της. Σκούπισε διακριτικά τα δάκρυά της.
Μαρία: Η Κασσάνδρα φαίνεται ατίθαση, μα στην πραγματικότητα στοχάζεται βαθιά. Ένα από εκείνα τ’ απογεύματα που είχα πάει στο σπίτι της για να μελετήσουμε μαζί και να τη βοηθήσω με τις εργασίες της, έτυχε να διαβάσω δύο από τις ιστορίες που γράφει κατά καιρούς. Εντυπωσιάστηκα!
Πίτερ: Μήπως η Κασσάνδρα γράφει και ποιήματα;
Μαρία: Ναι! Έχει πολλά. Γράφει ποίηση από τότε που ήταν οκτώ χρονών. Ένα κείμενο και ένα από τα ποιήματά της δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο περιοδικό του σχολείου μας.
Πίτερ: Τα έχω διαβάσει και τα βρήκα πολύ ενδιαφέροντα. Πες μου όμως, Μαρία, γιατί η καθηγήτριά μας, η κυρία Αφροδίτη, έχει κόντρα με την Κασσάνδρα;
Μαρία: Επειδή η Κασσάνδρα αρνείται να της δώσει τα χειρόγραφά της για να τα επιμεληθεί. Κάποιο απόγευμα που είχα πάει πάλι στο σπίτι της για να τη βοηθήσω στα μαθήματά της, μου είχε πει: «Μαρία, τα κείμενα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν. Δε θέλω να τα πειράξει κανείς! Ακολουθώ κάποιο σχέδιο».
Πίτερ: Η Κασσάνδρα ακολουθεί σχέδιο; Άκουσα καλά; Δηλαδή, μια συγγραφική περιπέτεια εκτυλίσσεται μέσα στο σχολείο μας; Πολύ συναρπαστικό μου ακούγεται όλο αυτό! Μυστήριο, αγωνία, δράση… στοιχεία που κάνουν τη ζωή μας ομορφότερη. Μ’ αρέσει. Μαρία πες μου, σε παρακαλώ, κάτι παραπάνω σχετικά με το σχέδιο της Κασσάνδρας.
Η Μαρία και ο Λεύκιος χαμογέλασαν πλατιά, σχεδόν ταυτόχρονα. Αισθάνθηκαν τον ενθουσιασμό του Πίτερ σαν των μικρών παιδιών, που ευθύς ζεσταίνει τις καρδιές και τις γεμίζει με αγνή και άδολη χαρά.
Μαρία: Εντάξει. Όπως γνωρίζετε κι εσείς, η Κασσάνδρα επεξεργάζεται τις πληροφορίες που μοιράζονται καθημερινά οι άλλοι μαθητές μαζί της και βγάζει τα δικά της συμπεράσματα. Πριν από λίγους μήνες, λοιπόν, έμαθε μια πληροφορία που τη συντάραξε.
Λεύκιος: Και ποια ήταν αυτή η πληροφορία;
Πίτερ: Να και η αγωνία! Χα, χα! Μ’ αρέσει. Μαρία, συνέχισε. Ποια ήταν η πληροφορία;
Μαρία: Δεν μπορώ να τη φανερώσω, βρε παιδιά. Το υποσχέθηκα στην Κασσάνδρα. Μπορώ όμως να σας πω τι έκανε στη συνέχεια, αξιοποιώντας τις ιστορίες που γράφει, για να διαπιστώσει εάν αληθεύει ή όχι αυτή η συγκεκριμένη πληροφορία.
Πίτερ: Ώπ! Η συγγραφική περιπέτεια έχει και ανατροπές! Πολύ ωραία. Αυξάνεται η αγωνία. Τι έκανε λοιπόν η Κασσάνδρα;
Μαρία: Κάθισε και έγραψε κάποιες ιστορίες που είχαν έναν συγκεκριμένο σκοπό, τον οποίο δεν μπορώ επίσης να σας αποκαλύψω. Στη συνέχεια έφτιαξε με αυτές τις ιστορίες ένα μικρό βιβλιαράκι. Έβγαλε ορισμένα αντίτυπα στο μαγαζί του κυρίου Γεώργιου και πήγε ένα πρωινό και τα χάρισε σε σχολεία της πόλης μας, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας. Επίσης, τα πήγε σε συγκεκριμένους οργανισμούς, σε μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε θρησκευτικούς χώρους. Λίγο καιρό αργότερα αξιολόγησε την κατάσταση και έβγαλε τα συμπεράσματά της, τα οποία ήταν αποκαλυπτικά και τη συντάραξαν.
Πίτερ: Δεν το πιστεύω πως συνέβησαν όλ’ αυτά κι εγώ δεν πήρα τίποτα είδηση.
Μαρία: Τελικά, η Κασσάνδρα διαπίστωσε πως αυτή η πληροφορία ήταν αληθινή. Θυμάμαι πως εκείνη τη μέρα η ψυχή της συντρίφθηκε και βυθίστηκε στη λύπη. Μου είχε πει με σφιγμένη καρδιά: «Μαρία, είμαι συγκλονισμένη! Δεν έχω λόγια!»
Στη συνέχεια χαμήλωσε το βλέμμα της κι έμεινε να κοιτάει σιωπηλή και μελαγχολική το πάτωμα.
Πίτερ: Και γιατί έμεινε σιωπηλή;
Λεύκιος: Μάλλον η λύπη τής έκλεισε το στόμα.
Μαρία: Κι εγώ αυτό κατάλαβα, γι’ αυτό και δεν επέμεινα να μου πει περισσότερα, μα κάποια στιγμή αναθάρρεψε. Πήρε μια βαθιά ανάσα ελπίδας και μου είπε με αποφασιστικότητα: «Μαρία, την άλλη Κυριακή θέλω να πάω με τον Μιλτιάδη στη μεγάλη χερσόνησο. Βοήθησέ με να φροντίσω τις διαδικασίες. Πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσω στους Μυστικούς Αυτοκράτορες».
Πίτερ: Και πήγε η Κασσάνδρα στη μεγάλη χερσόνησο και συνάντησε τους Μυστικούς Αυτοκράτορες;
Μαρία: Αμέ! Ο Μιλτιάδης πηγαίνει εκεί κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα. Τον ειδοποίησα λοιπόν, τακτοποίησε τα απαραίτητα και την επόμενη Κυριακή την πήρε μαζί του.
Πίτερ: Άμα βάλει κάτι στο μυαλό του αυτό το κορίτσι… Και δεν μου λες, Μαρία, πότε έγιναν όλ’ αυτά;
Μαρία: Στις αρχές του Φθινοπώρου.
Λεύκιος: Κάποια Κυριακή του επόμενου μήνα, που θα μπορώ να περπατώ καλά, ας πάμε να δούμε κι εμείς τους Μυστικούς Αυτοκράτορες. Έχει καιρό που τους ανταμώσαμε. Θυμάμαι πόσο πολύ ωφεληθήκαμε την τελευταία φορά που τους επισκεφτήκαμε με τον Μιλτιάδη και τ’ άλλα παιδιά της παρέας μας.
Πίτερ: Να πάμε, φίλε. Μόλις χθες είχαμε την κουβέντα τους με τον Στυλιανό και τον Ευαγόρα. Λέγαμε για τις συμβουλές τους, που είναι πολύτιμες για εμάς και μας βοηθούν να αντιμετωπίζουμε με μεγάλη δύναμη τα προβλήματα και τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στην καθημερινότητά μας.
Μαρία: Να πάμε! Θα χαρώ κι εγώ πάρα πολύ να τους δω. Θα τους πάρω κι ένα παλιό βιβλίο που ίσως τους ενδιαφέρει. Το βρήκα στην παλαιότερη βιβλιοθήκη της χώρας μας. Ο φιλόλογός μας, ο κύριος Μιχαήλ, μ’ έστειλε εκεί για μια εργασία. Η Κασσάνδρα μού είπε πως επισκέπτεται κι αυτός τους Μυστικούς Αυτοκράτορες μαζί με κάποιους άλλους εκπαιδευτικούς. Φυσικά, όπως κι εμείς, έτσι κι αυτοί φροντίζουν να το κάνουν πάντοτε διακριτικά. Τις προάλλες, ο Μιλτιάδης είδε τον κύριο Μιχαήλ να μπαίνει τα χαράματα στο υπεραστικό λεωφορείο που πηγαίνει στη χερσόνησο μαζί με τους τέσσερις δασκάλους που εργάζονται εδώ, στα τρία δημοτικά σχολεία της περιοχής, τον κύριο Ανδρέα, τον κύριο Κώστα, την κυρία Ελένη και την κυρία Μαρία. Πριν από δύο εβδομάδες συνάντησα την κυρία Ελένη κοντά στο φυσικό πάρκο, που συνηθίζει να περπατά τ’ απογεύματα. Χάρηκε πολύ που με είδε. Το ίδιο κι εγώ. «Για δες πόσο μεγάλωσες, κορίτσι μου! Θυμάμαι ακόμα τα πρωινά της Δευτέρας που ερχόσουν στο δημοτικό σχολείο κρατώντας στα χέρια σου λίγα λουλούδια για το βάζο της τάξης. Τριαντάφυλλα, μαργαρίτες, χρυσάνθεμα, δυο τρία κλαδάκια αμυγδαλιάς, λίγα κλωναράκια βασιλικό. Μοσχοβολούσε ο τόπος! Αυτή η ξεχωριστή εικόνα, γεμάτη ζωντάνια και χρώματα, μου υπενθύμιζε σιωπηλά πως η ομορφιά πάντα θα νικά και θα δυναμώνει την ελπίδα μας», μου είπε εγκάρδια όταν πήγα κοντά της και την αγκάλιασα. Με πήρε η συγκίνηση και βούρκωσαν τα μάτια μου, που με είχε κρατήσει στη μνήμη της. Εγώ νόμιζα πως με είχε ξεχάσει. Τόσοι και τόσοι μαθητές περνάνε κάθε χρόνο από τη ζωή της.
Λεύκιος: Η καλοσύνη της κυρίας Ελένης είναι κάτι που θα μείνει χαραγμένο και στη δική μου μνήμη.
Μαρία: Μας νοιαζόταν αληθινά και μας το έδειχνε με πολλούς τρόπους.
Λεύκιος: Και ο κύριος Ανδρέας, ο κύριος Κώστας και η κυρία Μαρία, με το φωτεινό τους παράδειγμα, μας δίδαξαν την πραγματική έννοια του καλού και αξιοσέβαστου εκπαιδευτικού. Όσα βάρη κι αν κουβαλούσαν, ποτέ δεν άφησαν τη στεναχώρια τους να πέσει πάνω μας.
Πίτερ: Η αλήθεια είναι πως μας χάρισαν πολλές ακριβές αναμνήσεις.
Λεύκιος: Αυτό κάνουν και οι Μυστικοί Αυτοκράτορες κάθε φορά που τους επισκεπτόμαστε. Γεμίζουν τη μνήμη μας με πολύτιμες αναμνήσεις και μας εμπνέουν να κάνουμε ένα σωρό πράγματα. Δυναμώνουν την πίστη μας στη ζωή μας, στην οικογένεια και την πατρίδα μας, και μας φανερώνουν ένα σωρό μυστικά για να κάνουμε ασφαλή προκοπή.
Μαρία: Κάποτε ο δάσκαλός μας, ο κύριος Κώστας, μας είπε πως οι καλές αναμνήσεις είναι ένας θησαυρός που μας συντροφεύει σε όλη μας τη ζωή. Μας συνδέουν με τους ανθρώπους που μας αγαπούν και τους αγαπάμε, και μας χαρίζουν χαρά και ευτυχία.
Πίτερ: Και η Μυστική Αυτοκράτειρα μας είπε τις προάλλες πως οι καλές αναμνήσεις μάς δίνουν δύναμη και κουράγιο στις δύσκολες στιγμές. Το θυμάστε;
Μαρία: Εγώ το θυμάμαι, όπως και το ειρηνικό ύφος, το γλυκό χαμόγελο και τα σοφά καλοσυνάτα μάτια της. Σιγά σιγά μεταμορφώθηκαν σε μια αγαπημένη εικόνα, μια πολύτιμη ανάμνηση που ζεσταίνει συχνά την καρδιά μου.
Λεύκιος: Και ο χρόνος φαίνεται να μην έχει αφήσει κανένα ίχνος πάνω της.
Πίτερ: «Η ταπεινοφροσύνη». Αν θυμάστε, αυτή ήταν η απάντηση που μας έδωσε τότε που η Μπαχάρ και ο Φώτης τη ρώτησαν ποιο είναι το μυστικό που τη διατηρεί νέα: «Να μην έχετε υπέρμετρη ιδέα για τον εαυτό σας, όσα καλά κι αν καταφέρετε να κάνετε ή ν’ αποκτήσετε στη ζωή σας. Έτσι, θα θυμάστε πάντοτε πως, όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι εσείς έχετε δυνατότητες, μα και αδυναμίες, και πως πρέπει διαρκώς να βελτιώνεστε και να γίνεστε πιο χρήσιμοι».
Μαρία: Τη θυμάμαι κι εγώ αυτή τη συμβουλή της, όπως θυμάμαι και όλες τις άλλες που μας έδωσαν μέχρι τώρα οι Μυστικοί Αυτοκράτορες. Η δύναμη της εκτίμησής και της ευγνωμοσύνης μας ας τους συντροφεύει κάθε στιγμή. Πόπο! Πέρασε η ώρα! Λεύκιε, νομίζω πως αρκετά περπάτησες για σήμερα. Αν το παρακάνεις, θ’ αρχίσει πάλι να σε πονάει το πόδι σου. Ο γιατρός είπε να το προσέξεις αυτό.
Ο Λεύκιος αισθάνθηκε τα λόγια της Μαρίας να εισχωρούν μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο μέσα στο μυαλό του και να τον πείθουν πως αποσκοπούσαν στο καλό του. Στράφηκε προς το μέρος της διακριτικά την ώρα που εκείνη προσπαθούσε να τον βοηθήσει να στηριχτεί καλύτερα στις πατερίτσες. Την κοίταξε με βλέμμα ζεστό, γεμάτο ευγνωμοσύνη, που μιλούσε σιωπηλά κι έλεγε χίλιες λέξεις.
— Σ’ ευχαριστώ, Μαρία. Για σήμερα το γύμνασα αρκετά το πόδι. Ας πάμε λοιπόν να ξεκουραστούμε, της είπε δείχνοντας το ξύλινο παγκάκι που βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη κληματαριά.
Η λέξη «ευχαριστώ» ειπώθηκε με ψυχή και με ειλικρίνεια, γι’ αυτό κι έγινε χαρά που απλώθηκε μέσα στην ύπαρξή της, την ανακούφισε και την ηρέμησε. Στη σκέψη της ήρθε τότε μια ανάμνηση από το μακρινό παρελθόν της, μια περίπου δεκαετία πριν, τότε που ο πατέρας της ζούσε ακόμα μαζί τους. Σκίρτησε η καρδιά της δυνατά όταν θυμήθηκε έναν από τους συχνούς διαλόγους των γονιών της, στους οποίους κυρίαρχη θέση είχε η λέξη «ευχαριστώ».
Πατέρας: Λήδα, σήμερα θα μαγειρέψω εγώ. Φαίνεσαι πολύ κουρασμένη. Μάλλον θα είχατε πολλή δουλειά στο γραφείο. Σ’ ευχαριστώ που πέρασες από το καθαριστήριο και πήρες το σακάκι μου. Σκόπευα να πάω αύριο το πρωί, μα με πρόλαβες.
Μητέρα: Σ’ ευχαριστώ που θα μαγειρέψεις και που πήρες τα παιδιά από το σχολείο. Αύριο θα πάω εγώ τον πατέρα σου στο Κέντρο Φυσιοθεραπείας, και καθώς θα επιστρέφω στο σπίτι θα περάσω από το φαρμακείο για να σου πάρω τις βιταμίνες που συνέστησε ο γιατρός.
Η ανάμνηση έσβησε, μα ένα σιωπηλό παράπονο συγκίνησε τη Μαρία. Αυθόρμητα, έστρεψε το κεφάλι της προς τα κει όπου βρίσκονταν οι ανθισμένες μηλιές και αισθάνθηκε την ομορφάδα της πολύχρωμης εικόνας να της δίνει αισιοδοξία και χαρά.
— Φέτος η μεγάλη κόκκινη μηλιά θα δώσει πολλά μήλα. Για δείτε τη! Τα κλαδιά της είναι γεμάτα άνθη, είπε, κι ένα απαλό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της.
Τα αγόρια συμφώνησαν μαζί της και ύστερα έμειναν να κοιτούν σιωπηλοί το ανθισμένο περιβόλι, που έσφυζε από ζωή. Όταν έφτασαν στην κληματαριά, η Μαρία και ο Πίτερ πήραν τις πατερίτσες από τα χέρια του Λεύκιου και, αφού τον βοήθησαν να καθίσει στο παγκάκι, κάθισαν κι εκείνοι δίπλα του, κάτω από τον ίσκιο της.
Η Μαρία, που είχε αφήσει από πριν εκεί τη σχολική της τσάντα, έβγαλε από μέσα δύο τετράδια κι ένα βιβλίο. Τον τελευταίο μήνα είχε βάλει σκοπό να βοηθήσει όσο περισσότερο μπορούσε τον Λεύκιο στις σχολικές του εργασίες, έτσι ώστε να μην έχει καθόλου ελλείψεις στη διδακτέα ύλη όταν θα είχαν εξετάσεις.
Εκτός από τον Λεύκιο, η Μαρία βοηθούσε και τον Πίτερ. Του εξηγούσε κυρίως τα σημεία που δεν είχε κατανοήσει κατά τη διάρκεια των παραδόσεων στην τάξη. Όχι πως δεν έπαιρνε τα γράμματα, αλλά έπαιρναν εύκολα φωτιά και τα φυλλοκάρδια του όταν τον γλυκοκοιτούσαν οι συμμαθήτριες. Τέτοιες στιγμές, ο Πίτερ παράβλεπε εντελώς το γεγονός ότι βρισκόταν στο σχολείο και ασχολούνταν με τα ερωτικά καρδιοχτύπια και τους νεανικούς εντυπωσιασμούς.
Το φροντιστήριο περιλάμβανε και ολιγόλεπτα διαλείμματα. Ο Πίτερ δεν άντεχε να συγκεντρώνεται στο βιβλίο για περισσότερο από ένα τέταρτο. Έπιαναν λοιπόν οι τρεις τους συχνά την κουβέντα και σχολίαζαν το ένα και το άλλο που είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της ημέρας.
— Λεύκιε, έμαθες τι έκανε σήμερα ο Πίτερ στο μάθημα της Γεωγραφίας; τον ρώτησε η Μαρία, και ένα γέλιο τής ξέφυγε.
Εκείνος την κοίταξε απορημένος, ενώ ο Πίτερ κρυφογέλασε, γιατί ήρθε αμέσως στο μυαλό του το συμβάν.
— Άκουσε λοιπόν, Λεύκιε, άρχισε να λέει η Μαρία. Σήμερα ο καθηγητής μας μίλησε για το Τρίγωνο των Βερμούδων και στη συνέχεια μας ρώτησε εάν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρίσκεται. Εκείνη την ώρα ο Πίτερ κοιτούσε μια μαθήτρια που περνούσε έξω από την αίθουσα. Ο καθηγητής, που τον πήρε είδηση, του ζήτησε ν’ απαντήσει αμέσως στην ερώτησή του. Μα τι το ήθελε; Ο φίλος μας από δω κατάφερε να συγκρατήσει όλες κι όλες μόνο δύο λέξεις από την παράδοση. Ήταν οι λέξεις «τρίγωνο» και «Βερμούδες», γι’ αυτό και η απάντηση που έδωσε στον καθηγητή ήταν η εξής:
«Δεν γνωρίζω τι είδους βερμούδες φοράτε εσείς, κύριε, αλλά οι δικές μου ούτε τρίγωνα έχουν επάνω ούτε τετράγωνα. Είμαι από τα άτομα που αποφεύγουν τα μαθηματικά ρούχα και κυρίως αυτά που έχουν να κάνουν με τον κλάδο της γεωμετρίας, που είναι και ο πιο δύσκολος».
Ο Λεύκιος γέλασε αμέσως. Είσαι απίστευτος! είπε στον Πίτερ και ξαναγέλασε.
— Πρέπει όμως να παραδεχτείς, φίλε μου, πως η απάντησή μου ήταν πολύ γεωμετρική. Άρεσε και στον καθηγητή μας, γι’ αυτό γέλασε κι εκείνος.
— Η απάντησή σου ήταν πολύ γεωμετρική, φίλε. Το παραδέχομαι. Χα, χα!
— Άκουσε τώρα και τη συνέχεια, Λεύκιε, του είπε η Μαρία, κι εκείνος την κοίταξε απορημένος.
— Έχει και συνέχεια;
— Αμέ! Η μαθήτρια ξαναπέρασε έξω από την αίθουσα πέντε περίπου λεπτά αργότερα, την ώρα που ο καθηγητής ρωτούσε τι σημαντικό μάθαμε στο προηγούμενο μάθημα σχετικά με το Τρίγωνο του Δράκου. Πρόσεξε πάλι τον Πίτερ, που είχε την προσοχή του στραμμένη έξω από την τάξη, και του ζήτησε ν’ απαντήσει και σε αυτή την ερώτηση. Η Γεωργία και ο Νικόλας έσκασαν στα γέλια όταν άκουσαν την απάντησή του, διότι ο κύριος Πίτερ από δω τη συνόδευσε με τους γνωστούς θεατρινισμούς του.
«Εγώ δεν γνωρίζω κανέναν δράκο, κύριε, πόσο μάλλον κάποιον που να λέει και τα κάλαντα των Χριστουγέννων χτυπώντας το τρίγωνο», του αποκρίθηκε.
Ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε του Λεύκιου, ενώ ο Πίτερ σηκώθηκε πάνω, πήρε ύφος και άρχισε να δίνει ζωηρά ζωηρά μια σόλο παράσταση, κάτι που συνήθιζε να κάνει όταν ήθελε να διακωμωδήσει κάποιο συμβάν και ν’ ανεβάσει τη διάθεση της παρέας.
Υποδύθηκε λοιπόν έναν περιποιημένο ελέφαντα, μαθητή του δημοτικού, ο οποίος είχε πρόωρη ανάπτυξη και φορούσε μια βερμούδα διακοσμημένη με γεωμετρικά σχήματα. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα τετράγωνο (γεωμετρικό όργανο), και στο αριστερό του ένα ορθογώνιο, και τα περιεργαζόταν και τα δύο με μεγάλη προσοχή.
Κάποια στιγμή, ο μαθητής ελέφαντας ρώτησε τον δάσκαλό του: «Γιατί, κύριε, αυτό εδώ το γεωμετρικό σχήμα τ’ ονόμασαν ορθογώνιο αντί για ορθόγωνο, όπως έκαναν με το τετράγωνο, το πεντάγωνο, το εξάγωνο κ.λπ.;»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε με κατανόηση και χαμογέλασε καλοσυνάτα. «Θα συζητήσουμε μια άλλη φορά γι’ αυτό, παιδί μου. Κάθε τι πρέπει να γίνεται στην ώρα του. Επικεντρώσου τώρα στην εργασία σου, για να την κάνεις όσο το δυνατόν καλύτερα», τον συμβούλευσε και του έδειξε τις δύο ασκήσεις που έπρεπε να λύσει προτού χτυπήσει το κουδούνι.
Ο ελέφαντας όμως δεν έβρισκε ησυχία. Ήθελε σώνει και καλά να μάθει γιατί το ορθογώνιο δεν τ’ ονόμασαν ορθόγωνο. Πάνω στην απελπισία του, σηκώθηκε πάνω και βγήκε φουριόζος έξω από την τάξη. Άρχισε να χτυπιέται δυνατά, κάνοντας τη γη να σείεται και τη θάλασσα να σηκώνει γιγάντια κύματα, που έφταναν μέχρι τα τριάντα μέτρα ύψος.
Τα πλοία που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην περιοχή άρχισαν να βυθίζονται το ένα μετά το άλλο, ενώ τα αεροπλάνα που πετούσαν στον ουρανό εξαφανίζονταν ως δια μαγείας. Ο μαθητής ελέφαντας, μόλις συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής που είχε προκαλέσει, σκιάχτηκε! Έμεινε να κοιτάζει άφωνος το τοπίο γύρω του, που έμοιαζε λεηλατημένο, και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από μια πρωτόγνωρη αγωνία. Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψε μετανιωμένος στην τάξη.
«Τελικά, κύριε, θ’ ακούσω τη συμβουλή σας. Κάθε τι πρέπει να γίνεται στην ώρα του. Θα επικεντρωθώ στις ασκήσεις μου», είπε ευγενικά στον δάσκαλο και πήρε το μολύβι για να σχηματίσει, με ψυχραιμία, ένα ωραίο ορθογώνιο.
Μόλις ο Πίτερ τελείωσε την παράστασή του και χειροκροτήθηκε από το ευάριθμο ακροατήριό του, στρώθηκε κι αυτός στο διάβασμα. Λίγο πριν το σούρουπο, όταν η θερμοκρασία άρχισε να πέφτει αισθητά, μάζεψαν τα πράγματά τους κι επέστρεψαν στο σπίτι.
Η Μαρία περιποιήθηκε τους λιγοστούς ξεθωριασμένους μώλωπες που υπήρχαν ακόμη στον λαιμό και στο χέρι του Λεύκιου.
— Μέχρι το τέλος του μήνα θα εξαφανιστούν κι αυτοί, του είπε χαμογελώντας με αισιοδοξία.
Ο Πίτερ τον βοήθησε να τακτοποιηθεί στο κρεβάτι του. Ο Λεύκιος τους ευχαρίστησε κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή θυμήθηκε πως είχε κάτι σημαντικό να μοιραστεί μαζί τους.
Λεύκιος: Φίλε, από αύριο δεν θα χρειάζεται να μπαίνεις στον κόπο να αντιγράφεις για μένα τις ασκήσεις που γράφουν οι καθηγητές στον πίνακα. Όσο για τις εργασίες μου, Μαρία, από δω και μπρος θα τις κάνω όλες εγώ.
Στράφηκαν και οι δύο προς το μέρος του, σχεδόν ταυτόχρονα, και τον κοίταξαν παραξενεμένοι.
Μαρία: Μα… πώς θα γίνει αυτό, Λεύκιε; Αφού το χέρι σου χρειάζεται ακόμη λίγο χρόνο για ν’ αποθεραπευτεί πλήρως.
Προκόπης (ο παπαγάλος του σπιτιού): Μα πώς θα γίνει αυτό… μα πώς θα γίνει αυτό… με τον καιρό όλα θα περάσουν… μα πώς θα γίνει αυτό…
Λεύκιος: Σωστά. Το χέρι με το οποίο μπορώ να γράφω χρειάζεται ακόμη λίγο χρόνο ανάρρωσης.
Το έτριψε ελαφρά με το άλλο του χέρι, στο σημείο που πονούσε.
Η Μαρία και ο Πίτερ τον κοίταξαν προβληματισμένοι, και τότε ο Λεύκιος τους αιφνιδίασε για δεύτερη φορά, σηκώνοντας ψηλά το άλλο του χέρι, που ήταν ολόγερο.
Πίτερ: Το ξέρουμε πως έχεις ακόμα ένα χέρι, φίλε μου, με το οποίο όμως δεν μπορείς να γράψεις.
Το επίμονο βλέμμα του Λεύκιου και το ελαφρύ αινιγματικό χαμόγελο που φάνηκε στη συνέχεια στο πρόσωπό του έκανε τις καρδιές των δύο νεαρών να χτυπήσουν δυνατά από αγωνία. Κι ενώ συνέχιζαν να τον κοιτάζουν απορημένοι, η Μαρία άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
Μαρία: Δεν είναι δυνατόν! Θες να πεις, Λεύκιε, πως…
Προκόπης: Δεν είναι δυνατόν… δεν είναι δυνατόν… με τον καιρό όλα θα περάσουν… δεν είναι δυνατόν…
Ο Λεύκιος, που κατάλαβε πως η Μαρία είχε θυμηθεί, χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
Πίτερ: Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Ας μου εξηγήσει κάποιος, βρε παιδιά.
Μαρία: Και… τα γράμματα… είναι ευανάγνωστα;
Λεύκιος: Αυτό θα το κρίνετε εσείς σε λίγο.
Προκόπης: Σε λίγο… σε λίγο… με τον καιρό όλα θα περάσουν… σε λίγο…
Μαρία: Και μπορείς να γράφεις γρήγορα;
Ο Λεύκιος πάλι της έγνεψε καταφατικά.
Πίτερ: Ά! Άρχισες να γράφεις γρήγορα με το τραυματισμένο σου χέρι, και μάλιστα τα γράμματά σου είναι ευανάγνωστα; Μπράβο, φίλε μου!
Πάλι δεν του έδωσε κανείς σημασία.
Η Μαρία σηκώθηκε, άπλωσε τα χέρια της προς το μέρος του Λεύκιου και τον αγκάλιασε συγκινημένη. Ύστερα τον κοίταξε με βλέμμα που έλαμπε από χαρά.
Μαρία: Όταν έναν μήνα πριν εξέφρασες την επιθυμία να μάθεις να γράφεις με το αριστερό σου χέρι, εγώ νόμισα πως αστειευόσουν. Τελικά, μιλούσες σοβαρά, Λεύκιε!
Ο Πίτερ έμεινε να τους κοιτάζει άφωνος.
Πίτερ: Τελικά, έξυπνε εαυτέ μου, το τραυματισμένο χέρι του Λεύκιου βρίσκεται ακόμη υπό ανάρρωση και δεν μπορεί να γράψει. Μπορεί όμως το αριστερό, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται.
Προκόπης: Έξυπνε εαυτέ μου… έξυπνε εαυτέ μου… με τον καιρό όλα θα περάσουν… έξυπνε εαυτέ μου…
Πίτερ: Μπράβο, φίλε! Τι σ’ έκανε να πάρεις μια τέτοια απόφαση; Και πώς κατάφερες να την υλοποιήσεις; Δεν είναι δα και εύκολο πράγμα να γράφει κανείς και με τα δυο του χέρια.
Η Μαρία συμφώνησε αμέσως μαζί του μ’ ένα γνέμα. Η χαρά της καλής είδησης ήταν ολοφάνερη στην όψη της.
Λεύκιος: Το ίδιο νόμιζα κι εγώ, πως ήταν κάτι ακατόρθωτο. Μα στην πορεία συνειδητοποίησα πως αυτά που χρειαζόμουν ήταν θέληση, επιμονή, υπομονή κι εξάσκηση. Με λίγα λόγια, εμπιστεύτηκα γι’ ακόμα μία φορά τις αρετές μου. Ξεκίνησα λοιπόν γράφοντας αρκετές φορές το αλφάβητο. Τις πρώτες δύο ημέρες έκανα ορνιθοσκαλίσματα. Ήταν όλα ακαταλαβίστικα. Συνέχισα όμως να εξασκούμαι, μέχρι που άρχισα σιγά σιγά να ξεχωρίζω ορισμένα από αυτά. Μία εβδομάδα μετά μπορούσα να γράψω καθαρά όλα τα γράμματα του αλφάβητου. Από εκεί και πέρα άρχισα να γράφω λέξεις και προτάσεις. Πρόσεξα πως όσο περισσότερες έγραφα τόσο μεγαλύτερη ταχύτητα αποκτούσα. Μέσα σε τρεις εβδομάδες λοιπόν, με δύο περίπου ώρες εξάσκηση την ημέρα, μπορούσα να γράφω γρήγορα και καθαρά.
Ο Λεύκιος πήρε ένα στυλό και μια λευκή σελίδα κι έγραψε με το αριστερό του χέρι μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δύο φίλων του την απάντηση στην ερώτηση που του είχε κάνει προηγουμένως ο Πίτερ:
«Αποφάσισα να μάθω να γράφω με το αριστερό μου χέρι όταν μας επισκέφθηκε ένας παλιός φίλος του παππού Λουκιανού, πριν από έναν περίπου μήνα. Είναι μονόχειρας. Έχασε το δεξί του χέρι στον μεγάλο πόλεμο κι έκτοτε χρησιμοποιεί το αριστερό του για όλες τις καθημερινές του δραστηριότητες και εργασίες, ακόμη και το γράψιμο. Εκείνη την ημέρα λοιπόν σκέφτηκα πως εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα νομίζουμε. Γεννήθηκε τότε μέσα στο μυαλό μου η επιθυμία να αναπτύξω τις ικανότητές μου, εξασκώντας το αριστερό μου χέρι στο γράψιμο».
Η Μαρία και ο Πίτερ διάβασαν την απάντηση χωρίς καμία δυσκολία. Ήταν καλογραμμένη, λες και ο Λεύκιος την είχε γράψει με το δεξί του χέρι.
Πίτερ: Με εντυπωσίασες, φίλε!
Η καρδιά του σκίρτησε από συγκίνηση.
Προκόπης: Φίλε… φίλε… με τον καιρό όλα θα περάσουν… φίλε…
Μαρία: Ακόμα μία φορά αποδεικνύεται πως οι καλές επιθυμίες ανοίγουν δρόμους.
Πίτερ: Είναι η τάση του ανθρώπου να αποκτήσει, να γνωρίσει, να ζήσει. Ένας συνδυασμός ενστίκτου και συνειδητής βούλησης.
Μαρία: Τάση… συνδυασμός ενστίκτου… Πίτερ, τι λες;
Προκόπης: Πίτερ, τι λες… Πίτερ, τι λες… με τον καιρό όλα θα περάσουν… Πίτερ, τι λες…
Λεύκιος: Χα, χα! Από κει την πας την κουβέντα, φίλε, από δω την πας, στο λογοπαίγνιο καταλήγεις πάντοτε.
Μαρία: Δηλαδή τώρα εμείς πρέπει να βρούμε τη λέξη που περιέγραψε; Χα, χα! Πάλι μας έβαλε δουλειά αυτός.
Πίτερ: Άντε, φίλοι μου! Πάρτε φόρα!
Λεύκιος: Ας πάρουμε λοιπόν φόρα.
Μαρία: Τάση… ν’ αποκτήσουμε…
Λεύκιος: Να γνωρίσουμε…
Μαρία: Να ζήσουμε…
Λεύκιος: Συνδυασμός…
Μαρία: Ενστίκτου…
Λεύκιος: Και συνειδητής βούλησης…
Μαρία: Και συνειδητής βούλησης… και συνειδητής βούλησης…
Προκόπης: Και συνειδητής βούλησης… και συνειδητής βούλησης… με τον καιρό όλα θα περάσουν… και συνειδητής βούλησης…
Λεύκιος: Νομίζω πως το βρήκα.
Μαρία: Ω! Το βρήκες; Για πες τη λέξη!
Λεύκιος: Μήπως είναι η λέξη «επιθυμία»;
Πίτερ: Μα φυσικά, φίλε μου. Δεν το καθυστερούσες όμως κι εσύ λιγάκι παραπάνω; Εγώ ήθελα να ζήσουμε την αγωνία στο έπακρο. Να σας δω να παιδεύεστε, να ζορίζεστε, να στριμώχνεστε, να...
Μαρία: Πόπο! Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν;
Λεύκιος: Χα, χα!
Μαρία: Ώστε είναι η λέξη «επιθυμία».
Πίτερ: Ακριβώς. Είναι η λέξη «επιθυμία». Εσύ μου έδωσες την ιδέα, όταν είπες λίγα λεπτά νωρίτερα πως οι καλές επιθυμίες ανοίγουν δρόμους.
Μαρία: Ω! Μόλις θυμήθηκα.
Προκόπης: Ω! Μόλις θυμήθηκα… Ω! Μόλις θυμήθηκα… με τον καιρό όλα θα περάσουν… Ω! Μόλις θυμήθηκα…
Πίτερ: Τι θυμήθηκες πάλι, μικρή; Για πες.
Μαρία: Δεν είμαι μικρή!
Πίτερ: Είσαι δέκα μήνες μικρότερη από εμάς. Σχεδόν έναν χρόνο δηλαδή.
Μαρία: Πόπο! Από δω το παίρνεις, από κει το παίρνεις, πάλι στο ότι είμαι η μικρή καταλήγεις!
Λεύκιος: Χα, χα! Είσαι όμως η πιο νορμάλ και εμπνέεις περισσότερο από εμάς τους δύο.
Πίτερ: Χα, χα! Σε πειράζω, Μαρία. Μη μουτρώνεις. Για πες λοιπόν, τι θυμήθηκες;
Προκόπης: Μη μουτρώνεις… μη μουτρώνεις… με τον καιρό όλα θα περάσουν… μη μουτρώνεις…
Μαρία: Ένα φεστιβάλ.
Πίτερ: Ένα φεστιβάλ;
Μαρία: Ακριβώς. Ένα φεστιβάλ το οποίο γίνεται κάθε χρόνο σ’ ένα μέρος της πατρίδας μας όπου τα πετρώματα έχουν χρώμα κοκκινωπό.
Πίτερ: Τα πετρώματα έχουν χρώμα κοκκινωπό… τα πετρώματα έχουν χρώμα κοκκι… το φεστιβάλ πορτοκαλιού! Αυτό είναι, μικρή, έτσι δεν είναι;
Μαρία: Ναι, αυτό είναι! Πόπο! Το βρήκες αμέσως! Και δεν είμαι μικρή. Απλά είμαι μικρότερη από εσάς τους δύο. Όλο μου το χτυπάς.
Πίτερ: Χα, χα! Είσαι όμως πιο καταφερτζού από εμάς και πιο ικανή στο να μας οργανώνεις.
Μαρία: Χα, χα! Εντάξει.
Λεύκιος: Το φεστιβάλ πορτοκαλιού είναι το επόμενο Σάββατο. Πώς έγινε και το ξεχάσαμε, βρε παιδιά;
Μαρία: Θα στείλω τώρα αμέσως μήνυμα στα υπόλοιπα παιδιά της παρέας μας για να τους το υπενθυμίσω. Είχαμε αποφασίσει πως θα πηγαίναμε όλοι μαζί. Το θυμάστε;
Πίτερ: Εγώ όλα τα θυμάμαι. Είμαι σαν τους ελέφαντες στα παραμύθια, οι οποίοι παρουσιάζονται ως έξυπνα ζώα με εξαιρετική μνήμη.
Μαρία: Ελέφαντα των παραμυθιών, αύριο έχουμε διαγώνισμα στην Ιστορία. Έχεις μελετήσει;
Πίτερ: Τι; Διαγώνισμα στην Ιστορία; Πόπο! Το ξέχασα εντελώς! Τι θα κάνω τώρα; Στο προηγούμενο διαγώνισμα δεν τα πήγα καλά και είχα σκοπό να μελετήσω καλά στο επόμενο για να ανεβάσω τη βαθμολογία μου. Πόπο! Θα προλάβω να μάθω απ’ έξω όλες εκείνες τις σελίδες; Μπα, δεν το νομίζω. Τι με βρήκε στα καλά καθούμενα! Μαρία χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
Μαρία: Μην αγχώνεσαι! Το άγχος βλάπτει την υγεία, Πίτερ. Λύσεις. Αυτές να γυρεύεις πάντοτε. Ορίστε. Αυτές εδώ είναι οι απαντήσεις στις ερωτήσεις.
Πίτερ: Όλες αυτές;
Μαρία: Ναι, όλες αυτές. Στρώσου λοιπόν στο διάβασμα. Άντε! Πάρε φόρα!
Πίτερ: Είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν θα τα καταφέρω. Πόπο! Τι θα κάνω;
Μαρία: Ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, αγωνιστικότητα, επιμονή, υπομονή. Εμπιστεύσου τες ακόμα μία φορά και θα τα καταφέρεις, Πίτερ. Είναι οι πολυτιμότεροι σύμμαχοί σου, και βρίσκονται όλοι μέσα στο κεφάλι σου.
Τρεις ώρες μετά, και αφού έμαθε απ’ έξω όλες τις απαντήσεις για το διαγώνισμα στο μάθημα της Ιστορίας, ο Πίτερ έκλεισε τα μάτια του για να κοιμηθεί. Μέσα στο μυαλό του τριγύριζε η εξής σκέψη: Πάλι βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα. Στο εξής θα προσπαθήσω να είμαι πιο προσεκτικός. Σκίρτησε δυνατά η καρδιά του από ελπίδα κι ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα στήθη του και τον ξεκούρασε.
Δύο περίπου χιλιόμετρα παραπέρα, ο Λεύκιος ετοιμαζόταν κι αυτός να κοιμηθεί, και στη σκέψη του έρχονταν ξανά και ξανά τα εξής λόγια: «Εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα νομίζουμε».
Λίγη ώρα μετά πήγε και η Μαρία για ύπνο. Στο μυαλό της άρχισαν πάλι να στριφογυρίζουν τα λόγια που της είχε εμπιστευτεί το πρωί η Κασσάνδρα:
Μαρία, πρέπει να σου εκμυστηρευτώ κάτι, αλλά είναι απόλυτο μυστικό. Θυμάσαι το βιβλιαράκι με τις ιστορίες μου; Αυτό που τυπώθηκε στο τυπογραφείο του κυρίου Γεώργιου και μετά το διένειμα σε σχολεία, οργανώσεις, επιχειρήσεις και σε άλλα μέρη; Λοιπόν, ήταν κι αυτή η δράση μέρος του μεγάλου σχεδίου που οργανώνουν στα κρυφά οι Μυστικοί Αυτοκράτορες. Λίγους μήνες πριν, μια συγκλονιστική πληροφορία με οδήγησε στη μακρινή χερσόνησο. Όταν η Μυστική Αυτοκράτειρα την άκουσε, μου έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες, τις οποίες ακολούθησα πιστά. Οι ιστορίες που περιέλαβα στο βιβλιαράκι μου γράφτηκαν εξ ολοκλήρου υπό την καθοδήγησή της.
Τα βλέφαρα της Μαρίας έκλεισαν. Όπως κάθε βράδυ, έτσι κι εκείνο, η ίδια επιθυμία άστραψε στον ουρανό του εσωτερικού της κόσμου:
Θέλω
ο χρόνος μου που σεργιανά μέσα στης γης τον κήπο
δικαιοσύνη να έχει στη ματιά και ειρήνη εις το ύφος.